Αποκαλυπτικές οι μαρτυρίες που έφερε στο φως η εκπομπή «Νύχτα Αποκαλύψεων» – «Από τα 150 ευρώ, τα 130 τα έπαιρνε εκείνος και τα 20 η κοπέλα» – Οι συνομιλίες για τις ερωτικές συνευρέσεις με πελάτες, τα «πέναλτι» των εργαζομένων και όσα καταγγέλλει άνθρωπος που γνώρισε εκ των έσω τη νύχτα: βία, ναρκωτικά, εγκλεισμός και γυναίκες που φέρονται να ζούσαν υπό καθεστώς εξαναγκασμού.
«Αν ήταν, ας πούμε, 150, έπαιρνε εκείνος τα 130 και 20 ευρώ δίναμε στην κοπέλα. Αυτό ήταν το μεροκάματο για την κοπέλα. Τα υπόλοιπα ερχόταν ο εισπράκτορας και τα έπαιρνε».
Η συγκεκριμένη αναφορά ενός πρώην υπευθύνου νυχτερινού κέντρου αποτελεί μόνο ένα μικρό μέρος της μαρτυρίας του για όσα, όπως καταγγέλλει, συνέβαιναν πίσω από τις κλειστές πόρτες γνωστών strip clubs, με επίκεντρο τον επιχειρηματία Άγγελο Γιαννακόπουλο, γνωστό και ως «Mr Χωριάτικο». Στη δικογραφία των σχεδόν 60.000 σελίδων για τη δράση της φερόμενης εγκληματικής οργάνωσης, με βασικό κατηγορούμενο τον Άγγελο Γιαννακόπουλο, περιλαμβάνονται, σύμφωνα με όσα παρουσιάζονται στην έρευνα, στοιχεία για τη λειτουργία νυχτερινών κέντρων στα οποία φέρεται να ασκούσε έλεγχο. Στον επιχειρηματία αποδίδεται, μεταξύ άλλων, και η κατηγορία της μαστροπείας.
Καταγεγραμμένες συνομιλίες με αναφορές σε χιλιάδες ευρώ για σεξουαλικές συνευρέσεις, μηνύματα εργαζομένων για χρηματικά «πέναλτι» και περιγραφές για τη μοιρασιά των εισπράξεων συνθέτουν μια ιδιαίτερα σκοτεινή εικόνα. Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, ωστόσο, παρουσιάζει η μαρτυρία ενός ανθρώπου που δηλώνει ότι εργάστηκε ως υπεύθυνος νυχτερινού κέντρου, το οποίο συνεργαζόταν με τον Γιαννακόπουλο. Ο ίδιος περιγράφει έναν μηχανισμό μετακίνησης και οικονομικής εκμετάλλευσης γυναικών, ενώ προχωρά σε σοβαρότατες καταγγελίες για σωματική βία, στέρηση τροφής, χορήγηση ναρκωτικών ουσιών και παρακράτηση ταξιδιωτικών εγγράφων.
Πρόκειται για ισχυρισμούς που απαιτούν ανεξάρτητη δικαστική διερεύνηση και δεν μπορούν, από μόνοι τους, να θεωρηθούν αποδεδειγμένα περιστατικά. Ωστόσο, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των καταγεγραμμένων επικοινωνιών, φωτίζουν πτυχές της υπόθεσης που βρίσκονται στο μικροσκόπιο των Αρχών.
«Θα πάρει δύο χιλιάρικα σήμερα» – Οι διάλογοι για το σεξ
Οι καταγεγραμμένες συνομιλίες που παρουσιάζονται στο πλαίσιο της έρευνας αποτυπώνουν τον τρόπο με τον οποίο εργαζόμενοι των νυχτερινών κέντρων φέρονται να συζητούσαν για σεξουαλικές συνευρέσεις γυναικών με πελάτες και τα χρηματικά ποσά που συνδέονταν με αυτές.
Σε χαρακτηριστική επικοινωνία, υπάλληλος strip club συνομιλεί με φίλο εργαζόμενης, με τη συζήτηση να περιστρέφεται γύρω από τις υπηρεσίες που φέρεται να προσφέρονταν στο κατάστημα.
ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: «Φουλ, φουλ, σέξιου σήμερα, τούρμπο, τούρμπο».
ΑΝΔΡΑΣ: «Γ…. την π…. μου τέλος πάντων, εντάξει».
ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: «Θα πάρει δύο χιλιάρικα σήμερα, άσε το κοριτσάκι να πάρει κάνα…».
ΑΝΔΡΑΣ: «Αφού είπες, ρε μ…., με τρελαίνεις, αφού είπες ρε μ….. με τρελαίνεις, είπες κόπηκε το γ…. και τώρα αυτή γ….».
ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: «Ποιο;».
ΑΝΔΡΑΣ: «Εσύ δε μου είπες κόβεται το γ….;».
ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ: «Και αφού το ξαναρχίσανε πάλι τι θα πω, κόψτε το;».
Η συνομιλία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς οι δύο άνδρες φαίνεται να συζητούν για μια πρακτική που, σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, είχε διακοπεί και στη συνέχεια επανήλθε. Παράλληλα, γίνεται αναφορά σε ποσό 2.000 ευρώ που φέρεται να μπορούσε να εισπράξει η εργαζόμενη.
Δεν είναι, ωστόσο, η μοναδική επικοινωνία στην οποία εμφανίζονται συγκεκριμένες χρηματικές συναλλαγές. Σε άλλη καταγεγραμμένη συνομιλία, υπάλληλος νυχτερινού κέντρου περιγράφει, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, πώς μοιράζονταν τα χρήματα που κατέβαλλαν πελάτες για σεξουαλικές πράξεις.
«Αυτά που σου έδωσα τα 200 ευρώ ξέρεις από τι αντιστοιχούν; Από 2.000 ευρώ που πληρώνουν για να γ…. , τα μισά τα παίρνουν οι γυναίκες και τα άλλα μισά τα παίρνει το μαγαζί».
Η συγκεκριμένη αναφορά αποκτά ξεχωριστή βαρύτητα, καθώς ο συνομιλητής δεν περιορίζεται στην περιγραφή σεξουαλικών συνευρέσεων, αλλά μιλά ευθέως για κατανομή των χρημάτων ανάμεσα στις γυναίκες και την επιχείρηση.
Τα «πέναλτι» των εργαζομένων και τα 500 ευρώ για το «πριβέ»
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι το περιεχόμενο μηνύματος που αποδίδεται σε εργαζόμενη νυχτερινού κέντρου, η οποία αναφέρεται σε επικοινωνία με τον εργοδότη της και σε ένα χρηματικό «πέναλτι» που φέρεται να της επιβλήθηκε.
Σύμφωνα με το μήνυμα, η εργαζόμενη υποστηρίζει ότι ο εργοδότης της θεώρησε πως δεν ανταποκρίθηκε στις απαιτήσεις ενός «πριβέ», με αποτέλεσμα να λάβει 150 ευρώ αντί για 500.
ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΗ: «Προς το αφεντικό μου μίλησα μαζί του πριν. Δεν έχω το τηλέφωνό του. Μου είπε Παρασκευή να έρθω για δουλειά επειδή θεώρησε ότι έκανα πέναλτι και πήρα 150 ευρώ αντί για 500 στο πριβέ για σεξ».
ΑΛΛΟ ΠΡΟΣΩΠΟ: «Και εσύ τι του είπες;».
ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΗ: «Θέλω να του απαντήσω ότι με βάση εξομολόγηση που κάνω σε πνευματικό, δεν πήρα 150 ευρώ από κανένα γιατί απλά δεν κάνω σεξ. Έχω δώσει λόγο στο σύντροφό μου να μην πηγαίνω με άλλους άντρες εκτός από εκτόνωση ή στοματικό. Αν λέει για πέναλτι ότι έκανα, αυτός έβαλε γκολ οφ σάιντ».
Η συγκεκριμένη επικοινωνία αποτυπώνει, σύμφωνα με την εκδοχή της εργαζόμενης, μια εργασιακή πραγματικότητα στην οποία οι αμοιβές φαίνεται να συνδέονταν με συγκεκριμένες σεξουαλικές πράξεις.
Παράλληλα, η αναφορά της σε χρηματική περικοπή επειδή φέρεται να μην ανταποκρίθηκε στις απαιτήσεις του εργοδότη της δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για τις συνθήκες υπό τις οποίες εργάζονταν οι γυναίκες και για το εάν υπήρχε οικονομική πίεση να παρέχουν υπηρεσίες πέραν όσων επιθυμούσαν.
Ο πρώην υπεύθυνος νυχτερινού κέντρου που «καίει» τον Γιαννακόπουλο
Στο επίκεντρο των αποκαλύψεων βρίσκεται και η μαρτυρία ενός πρώην υπευθύνου νυχτερινού κέντρου, ο οποίος ισχυρίζεται ότι γνώρισε προσωπικά τον τρόπο λειτουργίας του μηχανισμού που αποδίδει στον Άγγελο Γιαννακόπουλο.
«Το έχω βιώσει ο ίδιος προσωπικά. Εγώ δούλευα κάποιο διάστημα σαν υπεύθυνος σε κάποιο μαγαζί, το οποίο συνεργαζόταν ο επιχειρηματίας που εργαζόμουν εγώ, με τον Γιαννακόπουλο», αναφέρει.
Όπως περιγράφει, η συνεργασία αφορούσε, μεταξύ άλλων, την αποστολή γυναικών προκειμένου να εργαστούν σε νυχτερινά κέντρα.
«Έτσι, λοιπόν, του είχε ζητήσει να μας στείλει κι εμάς κοπέλες, όπως έστελνε σε πολλά μαγαζιά ο Γιαννακόπουλος, πέρα δηλαδή από το Α…. και από το Σ…, τα οποία ήταν τα δικά του τα μαγαζιά».
Σύμφωνα με τον ίδιο, η επικοινωνία δεν γινόταν απαραίτητα απευθείας με τον επιχειρηματία, αλλά μέσω ενός ενδιάμεσου προσώπου, το οποίο χαρακτηρίζει «αχυράνθρωπο».
Ο άνθρωπος αυτός, όπως υποστηρίζει, ήταν υπεύθυνος να εισπράττει χρήματα και να μεταφέρει οδηγίες.
«Μέσω του αχυράνθρωπου, ο οποίος ερχόταν σε επαφή μαζί μου για να πάρει τα χρήματα, από τα μεροκάματα εννοώ, και για οτιδήποτε ήθελε να μάθει, ερχόταν σε επαφή μαζί μου και ό,τι ήθελε να μου μεταφέρει, οι εντολές του Γιαννακόπουλου».
Η περιγραφή του παραπέμπει, εφόσον επιβεβαιωθεί, σε μηχανισμό με διακριτούς ρόλους: πρόσωπα που διαχειρίζονταν τις εργαζόμενες, μεσάζοντες που μετέφεραν εντολές και εισπράκτορες που παραλάμβαναν χρήματα.
Οι οδηγοί, τα ξενοδοχεία και οι ιδιωτικές συνευρέσεις
Η μαρτυρία γίνεται ακόμη πιο συγκεκριμένη όταν ο πρώην υπεύθυνος περιγράφει τι φέρεται να συνέβαινε όταν κάποιος πελάτης ενδιαφερόταν να συναντήσει μία εργαζόμενη εκτός του καταστήματος.
Σύμφωνα με τον ίδιο, υπήρχαν οδηγοί που αναλάμβαναν τη μεταφορά των γυναικών και τη διευθέτηση του χώρου της συνάντησης.
«Αν υπάρχει πελάτης που θέλει να βγούνε έξω και τα λοιπά, έστελνε οδηγό δικό του. Εμείς δεν είχαμε καμία ανάμειξη, απλά του λέγαμε: “Υπήρχε πελάτης που ενδιαφέρεται για κάποια κοπέλα”. Εκείνος έστελνε τον οδηγό, κανονίζανε το ξενοδοχείο, το σπίτι, το χώρο που θα βρεθούνε, τέλος πάντων, και δεν είχαμε καμία πλέον ανάμειξη».
Τα όσα περιγράφει δημιουργούν την εικόνα ενός μηχανισμού που, κατά τους ισχυρισμούς του, δεν περιοριζόταν στη λειτουργία των strip clubs, αλλά επεκτεινόταν και σε συναντήσεις εκτός αυτών.
Η ύπαρξη οργανωμένων μετακινήσεων, η εμπλοκή οδηγών και ο ρόλος των ενδιάμεσων προσώπων αποτελούν κρίσιμα ζητήματα για τη διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο πραγματοποιούνταν οι συγκεκριμένες συνευρέσεις.
«Τα 130 τα έπαιρνε εκείνος και τα 20 η κοπέλα»
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η περιγραφή του πρώην υπευθύνου για την οικονομική πλευρά της συνεργασίας.
Όπως υποστηρίζει, το χρηματικό ποσό που καταβαλλόταν για κάθε εργαζόμενη δεν κατέληγε εξ ολοκλήρου στην ίδια. Αντιθέτως, ένα σημαντικό μέρος φέρεται να παρακρατούνταν από τα πρόσωπα που αναλάμβαναν τη διάθεσή της στα καταστήματα.
«Από το μεροκάματο, το οποίο είχαμε συμφωνήσει με τον Γιαννακόπουλο, που μπορεί να ήταν 100, 150 ευρώ, η κοπέλα ήταν ανάλογα την εμφάνισή της και ανάλογα τις “προσφορές” της, εισαγωγικά προσφορές. Καταλαβαίνετε τι θέλω να πω».
Στη συνέχεια δίνει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.
«Αν ήταν, ας πούμε, 150, έπαιρνε εκείνος τα 130 και 20 ευρώ δίναμε στην κοπέλα. Αυτό ήταν το μεροκάματο για την κοπέλα. Τα υπόλοιπα ερχόταν ο εισπράκτορας και τα έπαιρνε».
Μάλιστα, όταν αναφέρεται στον ρόλο του εισπράκτορα, είναι κατηγορηματικός:
«Ο εισπράκτορας είναι ο άνθρωπος του Γιαννακόπουλου. Και του κάθε Γιαννακόπουλου. Γιατί δεν είναι ο μόνος».
Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη καταγγελία, πίσω από την παρουσία των γυναικών στα νυχτερινά κέντρα φέρεται να λειτουργούσε ένα σύστημα οικονομικής διαχείρισης, στο οποίο μέρος των αμοιβών τους κατέληγε σε τρίτα πρόσωπα.
«Μετά υπήρχε η βία» – Οι σοβαρές καταγγελίες για τον εξαναγκασμό
Το πιο σκοτεινό μέρος της μαρτυρίας αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες οι γυναίκες φέρονται να εργάζονταν.
Όταν ο δημοσιογράφος ρωτά ευθέως εάν όσα έκαναν οι γυναίκες γίνονταν με τη θέλησή τους, ο πρώην υπεύθυνος απαντά:
«Όχι πάντα. Γιατί μετά υπήρχε η βία, υπήρχε ο εγκλεισμός, υπήρχε να μην παίρνουν τροφή, να τους στερούνε δηλαδή την τροφή, να τις κλείνουν στα δωμάτια, να μη δουλεύουνε».
Και συνεχίζει:
«Οπότε, καταλαβαίνετε, ήταν με έναν εξαναγκασμό. Τις αναγκάζανε κι αυτές να βγούνε και να κάνουνε αυτό το οποίο επιθυμούσαν οι εκάστοτε μανατζαρέοι, ας τους πούμε».
Πρόκειται για μια εξαιρετικά σοβαρή καταγγελία, η οποία, εφόσον επιβεβαιωθεί, παραπέμπει σε πρακτικές καταναγκασμού και εκμετάλλευσης που υπερβαίνουν κατά πολύ την παράνομη διαμεσολάβηση σε σεξουαλικές υπηρεσίες.
Ο ίδιος περιγράφει και τις συνθήκες διαμονής των γυναικών, αναφέροντας ότι φιλοξενούνταν σε ξενοδοχεία ή πολυμελή διαμερίσματα.
«Σε ένα διαμέρισμα μπορεί να μένανε και 10 και 12 κοπέλες», υποστηρίζει, προσθέτοντας ότι για τις μετακινήσεις τους προς τα καταστήματα χρησιμοποιούνταν οδηγοί που λειτουργούσαν και ως συνοδοί ασφαλείας.
«Τους έδιναν ναρκωτικά» – Οι γυναίκες που έφταναν κλαίγοντας στη δουλειά
Ακόμη βαρύτεροι είναι οι ισχυρισμοί του για τη χρήση βίας και ναρκωτικών ουσιών ως μέσων ελέγχου των γυναικών.
Ο πρώην υπεύθυνος υποστηρίζει ότι είχε δει εργαζόμενες να φτάνουν στα καταστήματα κλαίγοντας, ενώ ορισμένες έφεραν και σημάδια σωματικής κακοποίησης.
«Μας τα λέγανε οι ίδιες οι κοπέλες όταν ερχόντουσαν στα μαγαζιά. Στο μαγαζί, το συγκεκριμένο το δικό μου, ερχόντουσαν κλαμένες», αναφέρει.
Ακολούθως, προχωρά στην καταγγελία ότι οι γυναίκες εξαναγκάζονταν μέσω της εξάρτησής τους από ναρκωτικές ουσίες.
«Ήταν και φορές που ήταν χτυπημένες. Επίσης όμως, ήταν και πολλές φορές […] τις οποίες, για να τις εξαναγκάσουν, τις έδιναν ναρκωτικά. Αυτό είναι το τρομερό».
Και προσθέτει:
«Οπότε, τους είχανε εθίσει και ήταν πλέον εθισμένες. Τους έκαναν ό,τι ήθελαν. Γιατί τους εξασφάλιζαν τη δόση τους και έτσι τις είχανε στρατολογήσει».
Οι περιγραφές αυτές αποτελούν ισχυρισμούς του συνεντευξιαζόμενου και δεν τεκμηριώνουν αυτοτελώς ότι τα καταγγελλόμενα περιστατικά συνέβησαν σε συγκεκριμένα καταστήματα ή με την προσωπική εμπλοκή συγκεκριμένων κατηγορουμένων. Η σημασία τους έγκειται στο ότι περιγράφουν με συγκεκριμένο τρόπο πρακτικές οι οποίες, εάν αποδειχθούν, συνδέονται με σοβαρά αδικήματα εμπορίας και εκμετάλλευσης ανθρώπων.
«Τους έπαιρναν τα διαβατήρια – Ήταν αιχμάλωτες»
Η καταγγελία δεν σταματά στη βία και στις ναρκωτικές ουσίες.
Ο πρώην υπεύθυνος περιγράφει έναν επιπλέον μηχανισμό οικονομικής εξάρτησης, μέσω της δημιουργίας χρεών προς τα πρόσωπα που φέρονται να μεσολαβούσαν για την άφιξη των γυναικών στην Ελλάδα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι γυναίκες χρεώνονταν υπέρογκα ποσά για τα αεροπορικά τους εισιτήρια, ακόμη και όταν το πραγματικό κόστος ήταν πολύ χαμηλότερο.
«Αν υποθέσουμε ότι στοίχιζε 500-700 ευρώ, αυτοί τους χρεώνανε 1.500, 2.000 ευρώ. Και έτσι οι κοπέλες δουλεύανε και περιμένανε να ξοφλήσουνε».
Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι παράλληλα παρακρατούνταν και τα ταξιδιωτικά τους έγγραφα.
«Και τους παίρνανε και τα διαβατήρια, τους παίρνανε και τα χαρτιά, δεν μπορούσαν να πάνε πουθενά. Ήταν αιχμάλωτες».
Η δημιουργία τεχνητού χρέους, η παρακράτηση εγγράφων και η απειλή στέρησης βασικών αναγκών είναι πρακτικές που συναντώνται σε υποθέσεις εμπορίας ανθρώπων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το ζητούμενο της έρευνας είναι κατά πόσο οι περιγραφόμενοι μηχανισμοί επιβεβαιώνονται από ανεξάρτητα αποδεικτικά στοιχεία.
Οι φούρνοι και το καταγγελλόμενο ξέπλυμα
Ο πρώην υπεύθυνος αναφέρεται και σε μια άλλη, εξίσου κρίσιμη πτυχή: τη διαδρομή των χρημάτων που φέρονται να προέρχονταν από τις δραστηριότητες των νυχτερινών κέντρων.
Ερωτηθείς πώς τα χρήματα μπορούσαν να ενσωματώνονται στη νόμιμη οικονομική δραστηριότητα, συνδέει τους ισχυρισμούς του με τις επιχειρήσεις αρτοποιίας.
«Το χρήμα, όλο το μαύρο, το διοχέτευε και το ξέπλενε μέσω των φούρνων», υποστηρίζει, επικαλούμενος όσα, κατά τον ίδιο, είχαν δημοσιοποιηθεί στο παρελθόν.
Η δήλωσή του δεν συνιστά αυτοτελή τεκμηρίωση ξεπλύματος χρήματος. Αποκτά, ωστόσο, δημοσιογραφικό ενδιαφέρον υπό το πρίσμα της ευρύτερης αστυνομικής έρευνας για τις διασυνδέσεις ανάμεσα σε νυχτερινά κέντρα, αρτοποιεία και άλλες επιχειρήσεις που φέρονται να συνδέονται με κοινά πρόσωπα.
Από την καταγγελία για trafficking στο δίκτυο των strip clubs
Η υπόθεση άρχισε να ξετυλίγεται στις 14 Ιανουαρίου 2026, όταν στις αστυνομικές Αρχές έφτασε ανώνυμο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με τίτλο «ΣΩΜΑΤΕΜΠΟΡΟΙ ΣΥΓΓΡΟΥ».
Σύμφωνα με τα στοιχεία της αστυνομικής έρευνας, η αρχική καταγγελία αφορούσε γυναίκες που φέρονταν να στρατολογούνται με υποσχέσεις υψηλών αποδοχών ως χορεύτριες, για να βρεθούν στη συνέχεια αντιμέτωπες με συνθήκες οικονομικής και σεξουαλικής εκμετάλλευσης.
Στο μικροσκόπιο των Αρχών βρέθηκαν γνωστά νυχτερινά κέντρα, όπως τα ALCATRAZ στη λεωφόρο Συγγρού 101, CAISSA στη Συγγρού 237, FBI στη Μιχαλακοπούλου 52 και JOKER στη Μύκονο.
Στη δικογραφία περιλαμβάνεται αστυνομική ανάλυση που εξετάζει τη λειτουργία των καταστημάτων, τις μετακινήσεις γυναικών μεταξύ τους, τα πρόσωπα που είχαν ρόλο στη διαχείριση και την εποπτεία, καθώς και τις οικονομικές συναλλαγές.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του ALCATRAZ, όπου εντοπίζεται διαδοχική δραστηριοποίηση διαφορετικών εταιρειών, μεταξύ των οποίων οι ΜΙΡΠΑΝΤ, ΝΕΟ ΜΙΡΠΑΝΤ και REDVAS. Παρά τις μεταβολές στα εταιρικά σχήματα, οι αστυνομικοί καταγράφουν επαναλαμβανόμενη παρουσία συγκεκριμένων προσώπων.
Ο Β.Γ. εμφανίζεται να συνδέεται με διαδοχικές εταιρείες του καταστήματος, ο Β.Μ. με την καθημερινή λειτουργία του, ενώ ο Ν.Λ. καταγράφεται σε επικοινωνίες που αφορούν οικονομικές εκκρεμότητες, ζητήματα προσωπικού και συνεννοήσεις με άλλα νυχτερινά κέντρα.
Στην ίδια έρευνα εξετάζονται και καταγγελλόμενες πρακτικές υπερχρέωσης πελατών μέσω τραπεζικών καρτών, καθώς και περιπτώσεις στις οποίες εμφανίζονται πρόσωπα να διαχειρίζονται αμφισβητούμενες συναλλαγές ή να συνοδεύουν πελάτες σε ΑΤΜ για ανάληψη μετρητών.
Το νήμα που ενώνει τις συνομιλίες με τις καταγγελίες
Οι διάλογοι για τις ιδιωτικές συνευρέσεις, τα χρηματικά ανταλλάγματα και τα «πέναλτι» των εργαζομένων αποκτούν νέα διάσταση όταν εξετάζονται παράλληλα με τη μαρτυρία του πρώην υπευθύνου νυχτερινού κέντρου.
Στη μία περίπτωση, καταγεγραμμένες επικοινωνίες περιλαμβάνουν αναφορές σε ποσά που φέρονται να καταβάλλονταν για σεξουαλικές υπηρεσίες και σε χρήματα που κατέληγαν στις επιχειρήσεις. Στην άλλη, ένας άνθρωπος που δηλώνει ότι γνώρισε εκ των έσω τη λειτουργία του χώρου περιγράφει ενδιάμεσα πρόσωπα, εισπράκτορες, μετακινήσεις γυναικών και, κυρίως, περιστατικά εξαναγκασμού.
Το κρίσιμο ερώτημα για τις δικαστικές Αρχές δεν είναι μόνο εάν υπήρχε ένα οργανωμένο σύστημα οικονομικής εκμετάλλευσης, αλλά εάν οι γυναίκες είχαν πραγματική δυνατότητα να αποφασίζουν για την εργασία, τις μετακινήσεις και τις σεξουαλικές τους επαφές.
Διότι πίσω από τα ποσά των 150, των 500 και των 2.000 ευρώ, το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι συνέβαινε στις ίδιες τις γυναίκες και ποιοι, εφόσον επιβεβαιωθούν οι καταγγελίες, είχαν τον έλεγχο της ζωής και των εισοδημάτων τους.