– Μήνυση «κόλαφος» εναντίον ανωτέρων υπαλλήλων της Υπηρεσίας Δόμησης – Κρατική χρηματοδότηση μέσω ΕΣΠΑ πάνω σε καταγγελλόμενα ανακριβή στοιχεία
– Πανελλαδική «μάστιγα» οι Πολεοδομίες με διαδοχικές έρευνες, πορίσματα και δικογραφίες
Ο φάκελος μιας σύνθετης πολεοδομικής υπόθεσης στην Πάτρα -την οποία είχε φέρει στο φως το eReportaz στα τέλη Ιουλίου- βρίσκεται πλέον στα χέρια της αρμόδιας Εισαγγελίας. Το «μήλον της Έριδος» αποτελούν δύο όμορες και εφαπτόμενες διώροφες οικοδομές, για τις οποίες φαίνεται μέσα από μια σειρά… περίεργων χειρισμών να δημιουργήθηκε μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα! Στον πυρήνα της υπόθεσης, σύμφωνα με πληροφορίες του dikastikoreportaz.gr, βρίσκονται δύο στελέχη της τοπικής Υπηρεσίας Δόμησης (ΥΔΟΜ), αμφότεροι μηχανικοί, οι οποίοι αποτελούν δύο από τα τέσσερα μηνυόμενα πρόσωπα.
Πανελλαδικό πρόβλημα
Η υπόθεση της Πάτρας που αποκαλύπτει το dikastikoreportaz.gr έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία ο «φάκελος Πολεοδομίες» αποδεικνύεται ιδιαίτερα πλούσιος σε ολόκληρη τη χώρα. Μόλις τον περασμένο Ιούλιο πόρισμα 181 σελίδων της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας για την ΥΔΟΜ Ρόδου κατέγραψε σοβαρές παρατυπίες, μεγάλες καθυστερήσεις και χιλιάδες εκκρεμότητες, με την έκθεση να διαβιβάζεται στον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών για την ποινική αξιολόγηση των ευρημάτων.
Επιπλέον, στις αρχές Ιουνίου του 2026 ήρθαν στην επιφάνεια στοιχεία για φερόμενο κύκλωμα σε Πολεοδομίες της Αττικής, με τη σχηματισθείσα δικογραφία να περιγράφει, σύμφωνα με δημοσιευμένα στοιχεία, εμπλοκή υπαλλήλων, στελεχών της αυτοδιοίκησης και ιδιωτών μηχανικών σε υποθέσεις αδειών, αυθαιρέτων, προστίμων και πολεοδομικών φακέλων. Οι υποθέσεις αυτές συνθέτουν ένα ευρύτερο περιβάλλον στο οποίο οι διαδικασίες, οι έλεγχοι και ο τρόπος λειτουργίας των Υπηρεσιών Δόμησης χάνουν ολοένα και περισσότερο την αξιοπιστία τους.
Ο βαπτισμένος «κοινόχρηστος χώρος»
Στην περίπτωση της Πάτρας, στον πρώτο όροφο των εφαπτόμενων οικοδομών βρίσκονται δύο οροφοδιαμερίσματα, τα οποία είχαν αρχικά κατασκευαστεί χωρίς την προβλεπόμενη μεσοτοιχία που θα τα διαχώριζε. Σύμφωνα με την καταγγέλλουσα ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος που βιώνει τις συνέπειες των φερόμενων ως ανακριβών δηλώσεων, αυτό είχε ως αποτέλεσμα η πρόσβαση προς το οροφοδιαμέρισμα της όμορης οικοδομής να γίνεται μέσα από το δικό της ακίνητο!
Όταν -ευλόγως- εκείνη ζήτησε να σταματήσει η διέλευση και να διαχωριστούν νόμιμα οι δύο οικοδομές, η ιδιοκτήτρια του έτερου διαμερίσματος επικαλέστηκε χρησικτησία. Η ίδια υποστηρίζει ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν προκύπτει ούτε από τα συμβόλαια ούτε από τα υπόλοιπα στοιχεία του φακέλου. Καθώς δεν υπήρξε συμφωνία, προσέφυγε στη Δικαιοσύνη και άσκησε αγωγή νομής.
Στο πλαίσιο της δικαστικής διαφοράς οι δύο πλευρές ξεκίνησαν το «συμμάζεμα» των αποκλίσεων από τα αρχικά οικοδομικά σχέδια. Τότε, σύμφωνα με την καταγγέλλουσα, η ίδια εντόπισε δήλωση υπαγωγής που είχε υποβληθεί για την όμορη οικοδομή, η οποία ουδόλως ανταποκρινόταν στην πραγματική ιδιοκτησιακή κατάσταση, αλλά παρουσίαζε μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα!
Ειδικότερα υποστηρίζει ότι τμήμα που ανήκει στη δική της ιδιοκτησία και αντιστοιχεί σε ξεχωριστό Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) εμφανίστηκε στη δήλωση ως κοινόχρηστος χώρος! Καταγγέλλει ακόμη ότι στη σχετική τεχνική αποτύπωση είχε ενσωματωθεί η κατάργηση του κλιμακοστασίου της όμορης οικοδομής, με την πρόσβαση να εμφανίζεται ότι πραγματοποιείται μέσω του δικού της ακινήτου, χωρίς τη συναίνεσή της.
Ευρωπαϊκή χρηματοδότηση
Για τη συγκεκριμένη δήλωση κατέθεσε καταγγελία στην ΥΔΟΜ Πατρών, ζητώντας να ελεγχθούν οι τίτλοι ιδιοκτησίας, οι οικοδομικές άδειες, τα σχέδια, τα όρια των ΚΑΕΚ και η πραγματική διαρρύθμιση των δύο οικοδομών. Σύμφωνα με την ίδια, η επίμαχη ρύθμιση έχει χρησιμοποιηθεί από το 2021 ενώπιον δικαστηρίου, παρουσιάζοντας ως πολεοδομικά νόμιμη μια κατάσταση που δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα!
Σα να μην έφτανε αυτό, στον χορό προστίθεται η λειτουργία στο ισόγειο Κέντρου Δημιουργικής Απασχόλησης Παιδιών (ΚΔΑΠ), το οποίο έχει χρηματοδοτηθεί μέσω ΕΣΠΑ. Σύμφωνα με την καταγγέλλουσα, το ΚΔΑΠ χρησιμοποιεί δύο λειτουργικά συνενωμένα καταστήματα, τα οποία όμως αποτελούν διαφορετικές ιδιοκτησίες, έχουν ξεχωριστούς ΚΑΕΚ και έχουν εκμισθωθεί με δύο διαφορετικά μισθωτήρια. Όπως αναφέρει, η συνένωση πραγματοποιήθηκε από τον μισθωτή και έχει προσωρινό χαρακτήρα, καθώς θα παύσει μετά τη λήξη της μίσθωσης.
Η ίδια υποστηρίζει ότι μετά την πρώτη δήλωση υπαγωγής που εντόπισε, διαπίστωσε την ύπαρξη και δεύτερης, υπογεγραμμένης από μηχανικό του καταστήματος. Κατά την καταγγελία της, η δήλωση αυτή χρησιμοποιήθηκε ενώπιον δικαστηρίου για να εμφανίζεται νόμιμη η λειτουργία του ΚΔΑΠ, παρότι βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη δικαστική διαμάχη για τη χρήση και τα όρια των δύο ιδιοκτησιών! Μάλιστα, η εν λόγω δήλωση, την οποία η ίδια χαρακτηρίζει ανακριβή, αφορά -σύμφωνα με την καταγγέλλουσα- και εγκαταστάσεις, μεταξύ των οποίων αποχετευτικό δίκτυο, που διέρχονται από τη δική της ιδιοκτησία χωρίς τη συναίνεσή της.
Με βάση αυτά τα δεδομένα, η ιδιοκτήτρια έχει ζητήσει να ελεγχθεί αν η συγκεκριμένη ρύθμιση χρησιμοποιήθηκε για την αδειοδότηση του καταστήματος, για την έκδοση βεβαιώσεων ή για τη συμμετοχή του ΚΔΑΠ σε πρόγραμμα χρηματοδότησης μέσω ΕΣΠΑ. Για τη συγκεκριμένη δήλωση υπέβαλε επίσης καταγγελία στην ΥΔΟΜ Πατρών, ζητώντας τον πλήρη έλεγχό της και των διοικητικών αποτελεσμάτων που παρήγαγε.
Η μήνυση
Στις 31 Αυγούστου 2026 η ιδιοκτήτρια αποφάσισε να καταθέσει ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πατρών μηνυτήρια αναφορά κατά τεσσάρων προσώπων, αλλά και κατά παντός άλλου υπευθύνου, του οποίου η τυχόν συμμετοχή θα προκύψει από την προκαταρκτική εξέταση.
Μεταξύ άλλων ζητείται η άσκηση ποινικής δίωξης εις βάρος δύο στελεχών της ΥΔΟΜ Πατρών για παράβαση καθήκοντος και συμμετοχή σε απρόκλητη φθορά ξένης ιδιοκτησίας, ενώ στην ιδιοκτήτρια του όμορου ακινήτου αποδίδεται από τη μηνύτρια ρόλος ηθικού αυτουργού. Σε ξεχωριστό σκέλος της ίδιας μηνυτήριας αναφοράς ζητείται επίσης η δίωξη μηχανικού για απιστία, καθώς και η διερεύνηση ενδεχόμενης απάτης, πλαστογραφίας ή χρήσης πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου.
Στη μήνυση παρατίθεται το πλήρες ιστορικό της υπόθεσης, βασικά στοιχεία του οποίου παρουσιάζει παραπάνω η «Μ», με τους χειρισμούς της ΥΔΟΜ Πατρών να αποτελούν ένα από τα βασικότερα κεφάλαια της μηνυτήριας αναφοράς. Με αίτηση-καταγγελία της η ιδιοκτήτρια ζήτησε από την Υπηρεσία Δόμησης Πατρών να ελέγξει επί της ουσίας την επίμαχη δήλωση τακτοποίησης του όμορου ακινήτου και εφόσον διαπιστωθούν οι παραβάσεις που κατήγγειλε, να προχωρήσει στην ανάκλησή της.
Με απλά λόγια ζήτησε από την Πολεοδομία να απαντήσει σε ένα συγκεκριμένο ερώτημα: μπορεί να παραμένει σε ισχύ μια πολεοδομική τακτοποίηση όταν, κατά την ίδια, στηρίζεται σε χώρους, προσβάσεις και εγκαταστάσεις που ανήκουν σε διαφορετικό ακίνητο;
Στο πλαίσιο αυτού του ελέγχου, στις 26 Μαΐου 2026 πραγματοποιήθηκε αυτοψία από υπαλλήλους της ΥΔΟΜ, παρουσία και του εξουσιοδοτημένου τεχνικού συμβούλου της καταγγέλλουσας.
Μετά την αυτοψία κατατέθηκαν αναλυτικά τεχνικά υπομνήματα, στα οποία τέθηκαν προς έλεγχο μια σειρά από συγκεκριμένα ζητήματα: εάν η όμορη οικοδομή διέθετε πράγματι αυτοτελές κλιμακοστάσιο και ανεξάρτητη πρόσβαση, πώς μπορούσαν να εμφανίζονται ως κοινά ή λειτουργικά συνδεδεμένα τμήματα δύο ακινήτων με διαφορετικούς ΚΑΕΚ και διαφορετικές οικοδομικές άδειες, εάν είχε δηλωθεί ορθά η κατάργηση του κλιμακοστασίου, εάν είχε πραγματοποιηθεί ο απαιτούμενος στατικός έλεγχος και, τέλος, εάν αποχετευτικές και ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις του ενός κτιρίου διέρχονταν πράγματι μέσα από το άλλο χωρίς να έχουν αποτυπωθεί.
Χρειάστηκε να περάσουν 94 ημερολογιακές ημέρες από την αυτοψία, μέχρι τις 28 Αυγούστου 2026, οπότε εκδόθηκε η κρίσιμη εισηγητική έκθεση από την ΥΔΟΜ. Εισηγήτρια ήταν η υπάλληλος Θ.Π., ενώ το έγγραφο συνυπέγραψε εκ μέρους της Διεύθυνσης ο αναπληρωτής προϊστάμενος Χ.Φ. Σημειωτέον, αμφότεροι περιλαμβάνονται πλέον μεταξύ των προσώπων εις βάρος των οποίων στρέφεται η μηνυτήρια αναφορά.Το συμπέρασμα της εισήγησης ήταν σαφές: «Προτείνει να μην ακυρωθεί η υπαγωγή». Δηλαδή, παρά τα ζητήματα που είχαν τεθεί με την καταγγελία, την αυτοψία και τα τεχνικά υπομνήματα, η υπηρεσιακή εισήγηση τάχθηκε υπέρ της διατήρησης της επίμαχης τακτοποίησης.
Η μηνύτρια εστιάζει ιδιαίτερα και στον χρόνο που απαιτήθηκε για να εκδοθεί το έγγραφο. Υποστηρίζει ότι οι 94 ημέρες υπερέβαιναν κατά 34 ημέρες ακόμη και την προθεσμία των 60 ημερών που, σύμφωνα με τη νομική θέση που προβάλλει, όφειλε να είχε τηρηθεί. Για την ίδια, η καθυστέρηση δεν αποτελούσε γραφειοκρατική εκκρεμότητα. Όπως υποστηρίζει, όσο η ΥΔΟΜ δεν αποφαινόταν, η πολεοδομική κατάσταση που είχε προσβάλει εξακολουθούσε να παράγει αποτελέσματα, την ώρα που βρίσκονταν παράλληλα σε εξέλιξη και δικαστικές διαδικασίες μεταξύ των δύο ιδιοκτητριών.
Η «αμφιλεγόμενη» βεβαίωση
Ακόμη ένα σημείο που βρίσκεται στο επίκεντρο της μηνυτήριας αναφοράς αφορά μια βεβαίωση μηχανικού και, κυρίως, τη χρονική ακολουθία πάνω στην οποία αυτή στηρίχθηκε. Η τεχνική κρίση της βεβαίωσης βασίστηκε σε αυτοψία που είχε πραγματοποιηθεί στις 25 Αυγούστου 2020.
Στη συνέχεια, όμως, στις 7 Ιουνίου 2021 υποβλήθηκε για το ίδιο ακίνητο δήλωση υπαγωγής στον Ν. 4495/2017, στην οποία καταγράφονταν αυθαίρετες κατασκευές. Η επίμαχη βεβαίωση εκδόθηκε αργότερα, στις 30 Νοεμβρίου 2021, αλλά εξακολουθούσε να βασίζεται στην αυτοψία του Αυγούστου του 2020. Η καταγγέλλουσα εστιάζει στο ερώτημα του πώς μπορούσε μια αυτοψία του 2020 να αποτελεί τη βάση για βεβαίωση περί πολεοδομικής νομιμότητας, όταν στο ενδιάμεσο είχε ήδη υποβληθεί δήλωση τακτοποίησης που κατέγραφε αυθαίρετες κατασκευές.
Το «μπαλάκι» στο ΣΥΠΟΘΑ
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και ένα από τα βασικά διοικητικά ζητήματα που τίθεται επί τάπητος από τη μήνυση. Η ιδιοκτήτρια δεν είχε ζητήσει απλώς να «εξεταστεί» η υπόθεσή της. Είχε υποβάλει συγκεκριμένο αίτημα προς την ΥΔΟΜ για έλεγχο και ανάκληση της επίμαχης υπαγωγής.
Κατά τη νομική θέση που αναπτύσσει στη μηνυτήρια αναφορά, η Υπηρεσία Δόμησης όφειλε μετά τον έλεγχο να λάβει η ίδια σαφή θέση: είτε να ανακαλέσει την υπαγωγή είτε να απορρίψει το αίτημά της με συγκεκριμένη διοικητική πράξη.
Αντί γι’ αυτό, όπως καταγγέλλει, το αίτημά της αντιμετωπίστηκε τελικά ως «ένσταση – προσφυγή». Η ΥΔΟΜ δεν εξέδωσε απόφαση ανάκλησης ή απόρριψης, αλλά συνέταξε την εισήγηση με την οποία πρότεινε να μην ακυρωθεί η υπαγωγή και διαβίβασε την υπόθεση προς κρίση στο Συμβούλιο Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΣΥΠΟΘΑ). Η εγκαλούσα υποστηρίζει ότι με αυτόν τον τρόπο δεν απέκτησε ποτέ στα χέρια της μια σαφή και εκτελεστή απόφαση της ΥΔΟΜ -θετική ή αρνητική-, την οποία θα μπορούσε στη συνέχεια να προσβάλει με τα προβλεπόμενα μέσα. Για τη μηνύτρια, ωστόσο, ο συγκεκριμένος χειρισμός αποτελεί ένα από τα κομβικά σημεία της καταγγελίας της, καθώς ζήτησε από την Πολεοδομία να αποφασίσει εάν η επίμαχη τακτοποίηση μπορούσε να παραμείνει σε ισχύ, και -όπως ισχυρίζεται- αντί για μια σαφή απόφαση έλαβε 94 ημέρες αργότερα μια εισήγηση υπέρ της διατήρησής της και παραπομπής της υπόθεσης σε άλλο όργανο.
Στο επίκεντρο οι χειρισμοί δύο στελεχών της ΥΔΟΜ
Η αντιπαράθεση κορυφώθηκε όταν, όπως καταγγέλλεται, ζητήθηκε από την ιδιοκτήτρια να αποδεχθεί ως πλήρη μια τεχνική αποτύπωση από την οποία απουσίαζε η αναφορά στη συμπλήρωση της εξωτερικής τοιχοποιίας και στον διαχωρισμό του εσωτερικού κλιμακοστασίου Η μηνυτήρια αναφορά μεταφέρει πλέον την υπόθεση από το επίπεδο των γενικών διοικητικών καταγγελιών σε συγκεκριμένα πρόσωπα και συγκεκριμένους χειρισμούς. Κεντρικό πρόσωπο είναι η Θ.Π., υπάλληλος της Υπηρεσίας Δόμησης και εισηγήτρια της έκθεσης της 28ης Αυγούστου.
Σύμφωνα με όσα υποστηρίζει η μηνύτρια, η συγκεκριμένη υπάλληλος είχε πλήρη και άμεση γνώση της υπόθεσης: γνώριζε το περιεχόμενο των καταγγελιών και των τεχνικών υπομνημάτων, συμμετείχε στην αυτοψία της 26ης Μαΐου και, κατά συνέπεια, είχε εικόνα της πραγματικής κατάστασης των δύο οικοδομών. Η εγκαλούσα υποστηρίζει ειδικότερα ότι η Θ.Π. γνώριζε πως πρόκειται για δύο διαφορετικά ακίνητα με ξεχωριστούς ΚΑΕΚ και οικοδομικές άδειες, ότι είχε πλέον αποκατασταθεί η τοιχοποιία που διαχώριζε τα δύο κτίρια, ότι η όμορη ιδιοκτησία διέθετε πρόσβαση από την οδό Αρτέμιδος και ότι δίκτυα που εξυπηρετούσαν το διπλανό ακίνητο διέρχονταν από τη δική της ιδιοκτησία.Μ Παρά τα παραπάνω, η ίδια υπάλληλος συνέταξε την εισήγηση με την οποία προτάθηκε να μην ακυρωθεί η υπαγωγή. Η μηνύτρια της αποδίδει ότι δεν συνεκτίμησε ή υποβάθμισε κρίσιμα στοιχεία της αυτοψίας και των τεχνικών υπομνημάτων και ζητάει να διερευνηθεί ποινικά η συμπεριφορά της.
Δεύτερος μηνυόμενος είναι ο Χ.Φ., ο οποίος συνυπέγραψε την επίμαχη εισήγηση «για τη Διεύθυνση» υπό την ιδιότητά του ως αναπληρωτής προϊστάμενος. Στη μήνυση υποστηρίζεται ότι η υπογραφή του δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μία απλή τυπική πράξη διεκπεραίωσης. Κατά την εγκαλούσα, με τη συνυπογραφή του ο Χ.Φ. ενέκρινε το περιεχόμενο της εισήγησης, της προσέδωσε υπηρεσιακό κύρος και επέτρεψε να παραχθούν τα αντίστοιχα διοικητικά αποτελέσματα. Για τα δύο στελέχη της ΥΔΟΜ η μηνύτρια ζητάει, μεταξύ άλλων, να διερευνηθούν οι προϋποθέσεις τέλεσης του αδικήματος της παράβασης καθήκοντος, καθώς και η συμμετοχή τους στην καταγγελλόμενη φθορά ξένης ιδιοκτησίας.
Η ιδιοκτήτρια του όμορου ακινήτου
Ως τρίτη μηνυόμενη εμφανίζεται η ιδιοκτήτρια της όμορης οικοδομής, Δ.Γ. Η εγκαλούσα την παρουσιάζει ως το πρόσωπο που, κατά τους ισχυρισμούς της, ωφελείται άμεσα από τη διατήρηση της επίμαχης πολεοδομικής κατάστασης: από τη χρήση του κλιμακοστασίου και των προσβάσεων μέχρι τη διέλευση δικτύων και εγκαταστάσεων από τη γειτονική ιδιοκτησία. Στη μήνυση υποστηρίζεται ότι η Δ.Γ. γνώριζε πως τα δύο ακίνητα είναι νομικά και πολεοδομικά διακριτά και ότι δεν υπήρχε συναίνεση της εγκαλούσας, συμβολαιογραφικός τίτλος ή δουλεία που να της παραχωρεί δικαίωμα επί του κλιμακοστασίου, των χώρων ή των δικτύων της γειτονικής ιδιοκτησίας.Η μηνύτρια της αποδίδει ότι προκάλεσε και αξιοποίησε τις επίμαχες διοικητικές διαδικασίες προς όφελος της δικής της ιδιοκτησίας και ζητάει να διερευνηθεί ο ρόλος της ως ηθικής αυτουργού στις πράξεις που αποδίδονται στα δύο υπηρεσιακά στελέχη.
Ο πολιτικός μηχανικός
Ο τέταρτος μηνυόμενος, πολιτικός μηχανικός Π.Τ., αποτελεί ένα διαφορετικό, αλλά συνδεόμενο κεφάλαιο της ίδιας υπόθεσης. Οι αιτιάσεις εις βάρος του δεν αφορούν την αρχική κατασκευή των δύο οικοδομών, αλλά τη μεταγενέστερη τεχνική και διοικητική διαχείριση των εργασιών που είχαν σκοπό να καταστήσουν πλήρως ανεξάρτητο το ακίνητο της καταγγέλλουσας.
Σύμφωνα με τη μήνυση, ο μηχανικός γνώριζε την πραγματική κατάσταση των δύο ακινήτων ήδη από το 2020. Μάλιστα, σε τεχνική έκθεση που είχε συντάξει έπειτα από αυτοψία της 11ης Νοεμβρίου 2020 φέρεται να περιέγραφε δύο εφαπτόμενες, αλλά ανεξάρτητες διώροφες οικοδομές, ανεγερμένες σε ξεχωριστά οικόπεδα και με ανεξάρτητο φέροντα οργανισμό. Στην ίδια έκθεση περιγράφονταν παρεμβάσεις που απαιτούνταν για την πλήρη λειτουργική ανεξαρτητοποίηση, μεταξύ αυτών η κατασκευή τοιχοποιίας στο εσωτερικό κλιμακοστάσιο και η εξασφάλιση ανεξάρτητης πρόσβασης.
Τον Σεπτέμβριο του 2024 εκδόθηκε σχετική οικοδομική άδεια και, σύμφωνα με τη μηνύτρια, κατασκευάστηκε εξωτερικό μεταλλικό κλιμακοστάσιο και ολοκληρώθηκε η εξωτερική τοιχοποιία του πρώτου ορόφου. Η εγκαλούσα υποστηρίζει ότι με τις συγκεκριμένες εργασίες ο φυσικός διαχωρισμός των δύο κτιρίων είχε πλέον ολοκληρωθεί. Κατά την ίδια, όμως, το σύνολο των εργασιών δεν αποτυπώθηκε αντίστοιχα στον διοικητικό φάκελο. Μεταξύ άλλων αποδίδεται στον μηχανικό ότι δεν ενημέρωσε πλήρως την άδεια και την τεχνική έκθεση, ότι στον φάκελο παρέμενε λανθασμένο έγγραφο που αφορούσε άλλο κτίσμα και ότι δεν ολοκληρώθηκαν οι απαιτούμενες δηλώσεις και καταχωρίσεις.
Η αντιπαράθεση κορυφώθηκε όταν, όπως καταγγέλλεται, ζητήθηκε από την ιδιοκτήτρια να αποδεχθεί ως πλήρη μια τεχνική αποτύπωση από την οποία απουσίαζε η αναφορά στη συμπλήρωση της εξωτερικής τοιχοποιίας και στον διαχωρισμό του εσωτερικού κλιμακοστασίου. Εκείνη αρνήθηκε. Λίγο αργότερα, στις 15 Ιουλίου 2026, ο μηχανικός παραιτήθηκε επικαλούμενος «ασυμφωνία με την ιδιοκτήτρια». Στις 24 Ιουλίου η ΥΔΟΜ Πατρών εξέδωσε έγγραφο «διακοπής εργασιών κατόπιν παραίτησης επίβλεψης», σύμφωνα με το οποίο η διαδικασία μπορούσε να συνεχιστεί μόνο έπειτα από αναθεώρηση της άδειας και ανάληψη επίβλεψης από νέο μηχανικό…
Η καταγγέλλουσα αντιτείνει ότι οι κατασκευαστικές εργασίες είχαν ήδη ολοκληρωθεί και ότι αυτή η εξέλιξη της δημιούργησε επιπλέον διοικητική και οικονομική επιβάρυνση. Για τον συγκεκριμένο μηνυόμενο ζητείται η άσκηση ποινικής δίωξης για απιστία, ενώ ζητείται παράλληλα να διερευνηθεί εάν από τα πραγματικά περιστατικά προκύπτουν και τα αδικήματα της απάτης, της πλαστογραφίας ή της χρήσης πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου. Παράλληλα, η μηνύτρια ζητάει από την Εισαγγελική Αρχή να εξετάσει εάν οι ενέργειες που αποδίδονται στον συγκεκριμένο μηχανικό αποτελούν ανεξάρτητο περιστατικό ή εάν συνδέονται με τους υπόλοιπους χειρισμούς που περιγράφονται στον ίδιο φάκελο.
«Δέσμιο» του διπλανού
Πίσω από τις πολεοδομικές διατάξεις, τις δηλώσεις υπαγωγής, τις αυτοψίες και τις δεκάδες σελίδες τεχνικών εγγράφων, η ουσία της καταγγελίας είναι πολύ πιο απλή. Η ιδιοκτήτρια υποστηρίζει ότι το ακίνητό της εξακολουθεί να εμφανίζεται διοικητικά ως αναγκαίο για τη λειτουργία ενός άλλου, νομικά αυτοτελούς ακινήτου. Στη μηνυτήρια αναφορά περιγράφει τη δική της ιδιοκτησία ως χώρο μέσω του οποίου φέρονται να εξασφαλίζονται πρόσβαση, κλιμακοστάσιο, αποχέτευση, θέρμανση και ηλεκτροδότηση για το όμορο κτίριο. Κατά την ίδια, αυτό περιορίζει τη δυνατότητά της να χρησιμοποιήσει, να διαθέσει, να μετασκευάσει ή να αξιοποιήσει ελεύθερα την περιουσία της και, παράλληλα, δημιουργεί διαρκές τεχνικό, οικονομικό και νομικό βάρος, το οποίο θα συνεχίσει να βαραίνει τους ώμους της μέχρι να επιληφθεί η Δικαιοσύνη.