Δασικές πυρκαγιές: Οι «Φλόγες» που καίνε ακόμα

Φλόγες

Μεσούσης της φετινής αντιπυρικής περιόδου, ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποκτούν οι παρεμβάσεις του πρώην Γενικού Διευθυντή Δασών και Προστασίας Φυσικού Περιβάλλοντος, Λευτέρη Φραγκιουδάκη, στο ντοκιμαντέρ «Φλόγες».

Έχοντας αφιερώσει δεκαετίες στη δασική υπηρεσία και έχοντας βρεθεί στην πρώτη γραμμή της διαχείρισης μεγάλων πυρκαγιών, ο έμπειρος δασολόγος καταθέτει μια συνολική αποτίμηση του τρόπου με τον οποίο η χώρα αντιμετωπίζει τις δασικές καταστροφές, επισημαίνοντας διαχρονικές αδυναμίες του συστήματος και προειδοποιώντας για τις προκλήσεις που φέρνει η κλιματική κρίση.

Οι τοποθετήσεις του δεν περιορίζονται σε μια αναδρομή του παρελθόντος. Αντίθετα, συνθέτουν μια ευρύτερη κριτική για τη φιλοσοφία της δασοπροστασίας στη χώρα, αναδεικνύοντας ζητήματα που, όπως υποστηρίζει, παραμένουν άλυτα παρά τις τραγωδίες και τα πολύτιμα διδάγματα των τελευταίων δεκαετιών.

Στον πυρήνα της ανάλυσής του βρίσκεται η πεποίθηση ότι η δασοπυρόσβεση αποτελεί μια σύνθετη επιστήμη που απαιτεί εξειδικευμένη γνώση του φυσικού περιβάλλοντος και της συμπεριφοράς της φωτιάς. Όπως επισημαίνει, οι δασικές πυρκαγιές δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται με τα ίδια κριτήρια που εφαρμόζονται στις αστικές, καθώς η εξέλιξή τους καθορίζεται από την αλληλεπίδραση της καύσιμης ύλης, των καιρικών συνθηκών και της μορφολογίας του εδάφους.

Τα κρίσιμα πρώτα λεπτά

Γι’ αυτό και αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στα πρώτα λεπτά μιας πυρκαγιάς. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο επικεφαλής μιας επιχείρησης οφείλει από την πρώτη στιγμή να μπορεί να προβλέψει την πορεία του μετώπου και όχι απλώς να παρακολουθεί την εξέλιξή του. Η έγκαιρη εκτίμηση των κινδύνων και η πρόβλεψη των επόμενων κινήσεων της φωτιάς αποτελούν, κατά την άποψή του, βασική προϋπόθεση για την επιτυχή αντιμετώπισή της. Στο ίδιο πλαίσιο, υπογραμμίζει ότι οι νυχτερινές ώρες συχνά προσφέρουν το σημαντικότερο παράθυρο ευκαιρίας για την αναχαίτιση μιας μεγάλης πυρκαγιάς, ενώ η συνεχής επιτήρηση μετά την κατάσβεση είναι απαραίτητη λόγω του κινδύνου αναζωπυρώσεων.

Η θεωρητική αυτή προσέγγιση συνδέεται άμεσα, όπως σημειώνει, με τα συμπεράσματα που προκύπτουν από πρόσφατες μεγάλες πυρκαγιές. Αναφερόμενος στη φωτιά που έπληξε την Αττική το καλοκαίρι του 2024, εκφράζει την άποψη ότι οι επιχειρησιακές επιλογές που ακολουθήθηκαν δεν επέτρεψαν την έγκαιρη ανάσχεση του μετώπου. Κατά την εκτίμησή του, η συγκέντρωση σημαντικών δυνάμεων σε συγκεκριμένες περιοχές είχε ως αποτέλεσμα άλλα ενεργά μέτωπα να εξελιχθούν χωρίς την απαιτούμενη πίεση κατάσβεσης, επιτρέποντας στη φωτιά να επεκταθεί σε περιοχές που άλλοτε θεωρούνταν ιδιαίτερα δύσκολο να προσβληθούν.

Από την αποτίμηση αυτή αναδεικνύεται, σύμφωνα με τον ίδιο, το βασικότερο πρόβλημα του συστήματος: ο συντονισμός. Ο κ. Φραγκιουδάκης εκτιμά ότι η αποτελεσματική αντιμετώπιση μιας μεγάλης πυρκαγιάς δεν εξαρτάται πρωτίστως από τον αριθμό των διαθέσιμων μέσων, αλλά από την ύπαρξη ενιαίας στρατηγικής και σαφούς επιχειρησιακής εικόνας. Η αποσπασματική ανάπτυξη δυνάμεων και η αδυναμία πρόβλεψης της πορείας της φωτιάς, όπως αναφέρει, οδηγούν συχνά σε απώλεια πολύτιμου χρόνου και σε επιδείνωση της κατάστασης.

Παρεμβάσεις εκτός πλαισίου

Στο ίδιο πλαίσιο, ασκεί κριτική και στις παρεμβάσεις που πραγματοποιούνται εκτός της επίσημης επιχειρησιακής αλυσίδας. Υποστηρίζει ότι όταν πολλαπλά κέντρα επιχειρούν να επηρεάσουν αποφάσεις σχετικά με τη διάθεση δυνάμεων ή τη χρήση εναέριων μέσων, δημιουργούνται συνθήκες σύγχυσης που δυσχεραίνουν τη διαχείριση της κρίσης και ενδέχεται να αποβούν καθοριστικές για την εξέλιξη μιας πυρκαγιάς.

Ανάλογη είναι η προσέγγισή του και για τον ρό λο των εναέριων μέσων. Αναγνωρίζοντας τη μεγάλη επιχειρησιακή τους αξία, τονίζει ότι δεν μπορούν από μόνα τους να δώσουν λύση σε μια μεγάλη δασική πυρκαγιά. Όπως επισημαίνει, η αεροπυρόσβεση λειτουργεί συμπληρωματικά προς τις επίγειες δυνάμεις, οι οποίες εξακολουθούν να έχουν τον καθοριστικό ρόλο στη μάχη με τη φωτιά. Για τον λόγο αυτό, η αξιοποίηση αεροσκαφών και ελικοπτέρων πρέπει να εντάσσεται σε ένα συγκεκριμένο σχέδιο δράσης και να βασίζεται στις πραγματικές ανάγκες του πεδίου.

Ιδιαίτερα αυστηρός εμφανίζεται και στην αποτίμηση της τραγωδίας στο Μάτι. Κατά την άποψή του, κρίσιμες επιχειρησιακές αποφάσεις δεν επέτρεψαν τη δημιουργία αποτελεσματικών γραμμών άμυνας πριν η πυρκαγιά κινηθεί προς τον οικιστικό ιστό. Εκτιμά ότι η καλύτερη γνώση της συμπεριφοράς της φωτιάς και των τοπικών συνθηκών θα μπορούσε να είχε οδηγήσει σε διαφορετικές επιλογές και, ενδεχομένως, σε διαφορετική εξέλιξη των γεγονότων.

Η προειδοποίηση

Πέρα όμως από την κριτική για το παρελθόν, ο πρώην Γενικός Διευθυντής Δασών στρέφει το βλέμμα του στο μέλλον. Υποστηρίζει ότι η χώρα εξακολουθεί να επενδύει δυσανάλογα στη διαχείριση της καταστροφής και όχι στην πρόληψη. Η διαχείριση της καύσιμης ύλης, τα αντιδιαβρωτικά και αντιπλημμυρικά έργα, η προστασία των καμένων εκτάσεων και η ενίσχυση των δασικών υπηρεσιών αποτελούν, κατά την εκτίμησή του, κρίσιμες προϋποθέσεις για την ουσιαστική θωράκιση των δασικών οικοσυστημάτων.

Την ίδια στιγμή, εκφράζει έντονη ανησυχία για το μέλλον, προειδοποιώντας ότι η κλιματική κρίση αναμένεται να αυξήσει τόσο τη συχνότητα όσο και την ένταση των μεγάλων πυρκαγιών και των ακραίων καιρικών φαινομένων. Όσο οι παθογένειες παραμένουν, υποστηρίζει, τόσο οι συνέπειες θα γίνονται βαρύτερες.

Με τη ματιά ενός ανθρώπου που αφιέρωσε τη ζωή του στην προστασία του ελληνικού δάσους, καταλήγει σε ένα μήνυμα που υπερβαίνει τα όρια της πυρόσβεσης. Η προστασία των δασών, τονίζει, δεν αφορά μόνο το περιβάλλον, αλλά συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια των κοινωνιών, την ανθεκτικότητα των τοπικών οικονομιών και την ποιότητα ζωής των επόμενων γενεών. Και όσο η πρόληψη παραμένει σε δεύτερο πλάνο, οι καταστροφές θα επιστρέφουν με μεγαλύτερη ένταση και ολοένα βαρύτερο κόστος.

Γίνετε συνδρομητές στο «Δικαστικό Ρεπορτάζ», το κορυφαίο μηνιαίο περιοδικό για τη Δικαιοσύνη. Για περισσότερες πληροφορίες πατήστε εδώ.

Ακολουθήστε μας στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι για όλες τις ειδήσεις