Το νέο Πειθαρχικό Δίκαιο των Δημοσίων Υπαλλήλων – Μεταξύ διοικητικού εκσυγχρονισμού και πειθαρχικού λαϊκισμού

Μυρτώ Λέτσου

Η Μ. Λέτσου εξετάζει στο Syntagma Watch το νέο πειθαρχικό καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων, αναδεικνύοντας τα συνταγματικά και οργανωτικά ελλείμματα που συνδέονται με τη σύνθεση των πειθαρχικών οργάνων, την πειθαρχική συνδιαλλαγή και τη διεύρυνση των πειθαρχικών παραπτωμάτων

Ι. Εισαγωγή: Το Ρυθμιστικό Πλαίσιο

Έχουν περάσει πέντε μήνες από την έναρξη εφαρμογής ισχύος του νόμου 5225/2025 για το νέο πειθαρχικό καθεστώς για τους δημοσίους υπαλλήλους, μιας νομοθετικής πρωτοβουλίας με διακηρυγμένο στόχο τον εκσυγχρονισμό ενός διοικητικού συστήματος αναχρονιστικών δομών και χαμηλής αποτελεσματικότητας. Ωστόσο, η ανάλυση των βασικών ρυθμίσεων, αλλά και τα πρώτα ενδεικτικά στοιχεία, καταδεικνύουν ότι, αντί να ενισχύσει τις δικαιοκρατικές εγγυήσεις και την αποτελεσματικότητα της πειθαρχικής αξιολόγησης, το νέο ρυθμιστικό πλαίσιο εισάγει θεσμικές παθολογίες, που θέτουν σε κίνδυνο τα δικαιώματα των δημοσίων υπαλλήλων και αντίκεινται σε βασικές συνταγματικές αρχές[1].

Αυτές εντοπίζονται σε δύο βασικούς άξονες: στη σύνθεση του Πειθαρχικού Συμβουλίου και στο θεσμό της Πειθαρχικής Συνδιαλλαγής. Το νέο πλαίσιο εμφανίζεται αποκομμένο από το ευρύτερο σύστημα διοίκησης ανθρωπίνου δυναμικού: εστιάζει αποκλειστικά στην κατασταλτική διάσταση, χωρίς να έχει προηγηθεί η επιτυχής εφαρμογή θετικών μέτρων (αξιολόγηση, κινητικότητα, κίνητρα αξιοκρατίας). Η νομοθετική αυτή επιλογή εκφράζει ό,τι εύστοχα αποκαλείται «πειθαρχικός λαϊκισμός», ο οποίος εργαλειοποιεί την αυστηρότητα των προβλεπόμενων κυρώσεων, προκειμένου να υποκαταστήσει την ουσιαστική δημόσια λογοδοσία.

ΙΙ. Το νέο Πειθαρχικό Συμβούλιο και οι συνταγματικοί προβληματισμοί

Ο ν. 5225/2025 προβλέπει ότι τα Πειθαρχικά Συμβούλια αποτελούνται αποκλειστικά από 50 μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΝΣΚ)[2]. Η επιλογή αυτή, αν και προβάλλεται ως μέσο διασφάλισης υπηρεσιακής κρίση με νομική επάρκεια και αμεροληψία, δημιουργεί σοβαρά δομικά ελλείμματα και συνταγματικά ερωτηματικά. Το ΝΣΚ, δυνάμει του άρθρου 100Α Σ αποτελεί τον νομικό παραστάτη της Διοίκησης, με αποστολή την υπεράσπιση των συμφερόντων της Δημοσίου[3]. Όταν το ίδιο Σώμα καλείται να κρίνει πειθαρχικά τον υπάλληλο, οι θεσμικοί ρόλοι «διαδίκου» και «κριτή» συγχέονται επικίνδυνα, με αποτέλεσμα να διακυβεύεται η αντικειμενική αμεροληψία (objective impartiality) και οι φόβοι του διοικουμένου να καθίστανται αντικειμενικώς βάσιμοι. Η ανάθεση της πειθαρχικής κρίσης υπαλλήλων της Διοίκησης εγείρει ερωτήματα κατά πόσο το ΝΣΚ, ανήκει στον στενό πυρήνα της κεντρικής διοίκησης και αν στερούμενοι άμεσης γνώσης των πραγματικών περιστατικών, αντλούν στοιχεία αποκλειστικά από τον υπηρεσιακό φάκελο, δεδομένα που δυνητικά επηρεάζουν την ορθή κρίση κάθε οιονεί δικαστικού οργάνου.

Το προϊσχύσαν 5μελές πειθαρχικό συμβούλιο εξασφάλιζε πολυφωνία και θεσμική ισορροπία μέσω μικτής σύνθεσης από έναν δικαστικό, έναν σύμβουλο ΝΣΚ, έναν διευθυντή δημόσιας υπηρεσίας και δύο εκλεγμένους εκπροσώπους των εργαζομένων. Η καθολική υποκατάστασή τους από μέλη του ΝΣΚ αντίκειται στις σύγχρονες απαιτήσεις της «διαδικαστικής δικαιοσύνης» και στις ευρωπαϊκές καλές πρακτικές, οι οποίες επιτάσσουν τη συμμετοχή προσώπων με γνώση υπηρεσιακής κουλτούρας για την αναλογική αξιολόγηση της συμπεριφοράς του υπαλλήλου. Παράλληλα, ο εξ ολοκλήρου αποκλεισμός των αιρετών εκπροσώπων των εργαζομένων συνιστά ευθεία παραβίαση της δεσμευτικής συνταγματικής επιταγής του άρθρου 103 παρ. 4, η οποία επιβάλλει τη συμμετοχή τους σε κάθε όργανο, που κρίνει την υπηρεσιακή κατάσταση των δημοσίων υπαλλήλων. Στερείται έτσι η διαδικασία της αναγκαίας peer perspective, μετατρέποντας την πειθαρχική κρίση σε μονοσήμαντη και μετατρέποντας την σε μονολογική άσκηση εξουσίας.

Η αποδυνάμωση των εγγυήσεων αμεροληψίας θίγει και το κοινωνικό δικαίωμα στην εργασία (άρθρο 22 παρ. 1 Σ), καθώς υπονομεύει τη σταθερότητα της υπαλληλικής σχέσης. Επί του θέματος, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει υπαγάγει τις πειθαρχικές διαδικασίες των δημοσίων υπαλλήλων στις εγγυήσεις του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα δίκαιης δίκης ενώπιον ανεξάρτητου και αμερόληπτου οργάνου). Ένα πειθαρχικό συμβούλιο οργανικά εξαρτημένο από τον εργοδότη (Δημόσιο) στερείται της απαιτούμενης ανεξαρτησίας, με αποτέλεσμα η υπηρεσιακή διαδικασία να μη συνιστά αποτελεσματική προσφυγή, κατά την έννοια του άρθρου 13 ΕΣΔΑ, ανοίγοντας το δρόμο, πέρα από διοικητικές προσφυγές, που επιβαρύνουν περαιτέρω τα διοικητικά δικαστήρια[4] και για προσφυγές στο ΕΔΔΑ.

ΙΙΙ. Ο θεσμός της Πειθαρχικής Συνδιαλλαγής[5]

Ο νέος νόμος εισάγει την πρακτική της πειθαρχικής συνδιαλλαγής[6] (plea bargaining), επιτρέποντας τη μείωση της ποινής έναντι ομολογίας ενοχής. Η διαδικασία αυτή εμφανίζει σοβαρά νομικά ελλείμματα. Ειδικότερα, πριν την παραπομπή στο Πειθαρχικό Συμβούλιο, ο Υπουργός αξιολογεί[7] τη «γενική συμπεριφορά» και προσωπικότητα του υπαλλήλου. Η ανάθεση τέτοιας κρίσης σε ένα κατ’ εξοχήν πολιτικό πρόσωπο εισάγει πολιτικά κριτήρια σε μια αυστηρώς υπηρεσιακή διαδικασία[8]. Ο Υπουργός ενεργεί ως εκπρόσωπος της κυβέρνησης και δεν διαθέτει τις εγγυήσεις αμεροληψίας ανεξάρτητου πειθαρχικού κριτή. Επιπλέον, η κρίση της «προσωπικότητας» αποτελεί αόριστη νομική έννοια, που επιτρέπει αυθαίρετη ερμηνεία και εφαρμογή. Για γίνουν τα ανωτέρω κατανοητά αρκεί η παράθεση συγκεκριμένων κινδύνων, που επιφυλάσσει αυτή τη διαδικασία, όπως όταν υπάλληλοι που έχουν ασκήσει κριτική σε προϊστάμενη αρχή –στο πλαίσιο της 360Ο αξιολόγησης– εκτίθενται σε αρνητική «αξιολόγηση προσωπικότητας» και δύναται αυτή να χρησιμοποιηθεί, ως μοχλός πίεσης με αποτρεπτικό αποτέλεσμα (chilling effect) για τη νόμιμη άσκηση δικαιωμάτων ελευθερίας έκφρασης και συνδικαλιστικής δράσης. Εν τέλει η παραπομπή ή μη στο Π.Σ. λαμβάνει χαρακτηριστικά διαπραγμάτευσης με πολιτικά κριτήρια.

Επιπλέον, η επέκταση της πειθαρχικής συνδιαλλαγής σε αδικήματα περί την υπηρεσία[9] είναι εγγενώς ανεπίτρεπτη. Τα αδικήματα περί την υπηρεσία αφορούν κατά κανόνα την ακεραιότητα της δημόσιας εξουσίας (δωροδοκία, κατάχρηση εξουσίας), και η «διευθέτησή» τους μέσω συνδιαλλαγής, αντί της πλήρους απόδειξης, υπονομεύει την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης στη Διοίκηση.

Στο ίδιο πλαίσιο κριτικής εντάσσεται και το ζήτημα της υποχρεωτικής μετακίνησης υπαλλήλου κατά τη διάρκεια εκκρεμούς Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης[10], που λειτουργεί ως προκαταβολική de facto ποινή και παραβιάζει προδήλως το τεκμήριο αθωότητας (άρθρο 6 ΕΣΔΑ, την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1Σ) και δεδομένου ότι η μετακίνηση αυτή επιβάλλεται πριν από οποιαδήποτε πειθαρχική καταδίκη και το δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας, καθώς δεν υφίσταται χρονική οριοθέτηση αποπεράτωσης της έρευνας, και χωρίς εγγύηση επαναφοράς στη θέση και το βαθμό –που είχε πριν την έναρξη πειθαρχικής διαδικασίας εις βάρος του– σε περίπτωση αθώωσης.[11]

IV. Πληθωρισμός Πειθαρχικών Αδικημάτων και η Αρχή της Αναλογικότητας

Είναι κρίσιμο να επισημανθεί, πως ο νέος νόμος υποπίπτει σε σοβαρό σφάλμα εξομοίωσης σε επίπεδο επαπειλούμενης ποινής (οριστική παύση) βαριά οικονομικά αδικήματα, όπως η απιστία περί την υπηρεσία, με παραπτώματα υπηρεσιακής συμπεριφοράς, όπως η άρνηση συμμετοχής στην αξιολόγηση[12]. Ενώ η απιστία απαιτεί για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης δόλο προσπορισμού παράνομου οφέλους –ήτοι προσβολή του δημοσίου συμφέροντος– η άρνηση αξιολόγησης αποτελεί συχνά μορφή συλλογικής/συνδικαλιστικής στάσης και διεκδίκησης. Η εξίσωση αυτή παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας των ποινών (nulla poena sine culpa). Μάλιστα, η αυστηρότητα αυτή καθίσταται ακόμη πιο αδικαιολόγητη, αν αναλογιστεί κανείς τις πλημμέλειες του ίδιου του συστήματος αξιολόγησης, όπως λχ όταν εκκινεί η διαδικασία αξιολόγησης, χωρίς να έχει προηγηθεί η ετήσια στοχοθεσία.

Η δε διασύνδεση της αξιολόγησης με την άρση μονιμότητας και του καθεστώτος εργασιακής ασφάλειας στο Δημόσιο και μάλιστα με συνταγματικό μανδύα, κατά την κυβερνητική πρόταση, συνιστά –κατά την άποψη σημαντικής μερίδας συνταγματολόγων– έκφραση συνταγματικού λαϊκισμού και κοινωνικού αυτοματισμού, δεδομένου ότι η συνταγματικά κατοχυρωμένη μονιμότητα ουδέποτε εμπόδισε την απόλυση επίορκων ή ανεπαρκών υπαλλήλων, συνεπεία πειθαρχικής καταδίκης ή άλλης διαδικασίας, ούτε τη λήψη μέτρων εκσυγχρονισμού και προσαρμογής του διοικητικού συστήματος[13]. Εξάλλου, η λειτουργική ανταπόκριση της δημόσιας διοίκησης στις προδιαγραφές, που χαράσσει το Σύνταγμα, εξαρτάται από την πρακτική εφαρμογή και κυρίως τη θεσμική νοοτροπία, που υιοθετεί η εκάστοτε Κυβέρνηση[14].

Εξαιρετικά ανησυχητική είναι επίσης η διεύρυνση των πειθαρχικών παραπτωμάτων και ποινών[15] με τροποποίηση στον Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ., με την οποία τυποποιείται ως η δημόσια κριτική ως πειθαρχικό αδίκημα «απλής απείθειας» και «κακόβουλη άσκηση κριτική στη Διοίκηση»[16]. Η χρήση τόσο αορίστων εννοιών παραβιάζει την συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία της έκφρασης (άρθρα 14 Σ και 10 ΕΣΔΑ) και αναμένεται να οδηγήσει σε καθεστώς αυτολογοκρισίας (chillingeffect), απονεκρώνοντας κάθε εσωτερικό μηχανισμό ανάδειξης δυσλειτουργιών (whistleblowing).

Τέλος, ο νόμος εισάγει μορφή αντικειμενικής ευθύνης, παραγνωρίζοντας την πάγια θέση του ελληνικού διοικητικού δικαίου ότι η διαβάθμιση των κυρώσεων πρέπει να τελεί σε άμεση συνάρτηση με τον βαθμό υπαιτιότητας (δόλος ή βαριά αμέλεια) του υπαλλήλου.

O Ποινικός Λαϊκισμός ως Μηχανισμός Συμμόρφωσης

Τούτων δοθέντων,γίνεται κατανοητό πωςη εισαγωγή των ρυθμίσεων του νέου πειθαρχικού δικαίου αντανακλά τη μεταφορά του φαινομένου του «ποινικού λαϊκισμού» (punitive populism) από το πεδίο του κοινού ποινικού δικαίου, στον πυρήνα του υπαλληλικού δικαίου. Η νομοθετική αυτή τάση επιλέγει συνειδητά την επικοινωνιακή εργαλειοποίηση της καταστολής, θυσιάζοντας τις δικαιοκρατικές εγγυήσεις στον βωμό ικανοποίησης του κοινού αισθήματος περί «κάθαρσης» του δημόσιου τομέα. Η μετατροπή του Πειθαρχικού Συμβουλίου σε ένα μονολιθικό, ελεγχόμενο από τη Διοίκηση όργανο, αποκαλύπτουν μια βαθύτερη ιδεολογική μεταστροφή, σύμφωνα με την οποία, το πειθαρχικό δίκαιο παύει να λειτουργεί ως εσωτερικός μηχανισμός διασφάλισης της χρηστής διοίκησης και της επαγγελματικής δεοντολογίας, και μεταβάλλεται σε μηχανισμό παραγωγής παραδειγματικών ποινών και επιβολής αυστηρής ιεραρχικής συμμόρφωσης. Αυτή η «ποινικοποίηση» της υπηρεσιακής ζωής υποκαθιστά τη θεσμική λογοδοσία με μια κουλτούρα φόβου, η οποία τελικά αποδιοργανώνει τη Δημόσια Διοίκηση. Αντί να επιλύει τις δομικές αβελτηρίες της γραφειοκρατίας, ο διοικητικός ποινικός λαϊκισμός εγκλωβίζει το σύστημα σε έναν φαύλο κύκλο αδιαφάνειας και αυθαιρεσίας, απομακρύνοντας την ελληνική έννομη τάξη από το ευρωπαϊκό κεκτημένο της «διαδικαστικής δικαιοσύνης» και της συνταγματικά κατοχυρωμένης υπαλληλικής ουδετερότητας,

V. Συγκριτική Επισκόπηση: Το Γαλλικό Υπόδειγμα

Το ελληνικό διοικητικό δίκαιο, ως παραδοσιακός αποδέκτης του γαλλικού μοντέλου και ιδίως στη θεωρία των δικαιωμάτων της άμυνας (Droits de la défense), με τις παρούσες ρυθμίσεις αποκλίνει πλέον ριζικά από αυτό. Εν προκειμένω, το γαλλικό σύστημα πειθαρχικού δικαίου δημοσίων υπαλλήλων διαφέρει ριζικά από το ελληνικό μοντέλο που εισήγαγε ο ν. 5225/2025, καθώς προάγει την ισορροπημένη σύνθεση των συμβουλίωντα πειθαρχικά συμβούλια αποτελούνται από ίσο αριθμό εκπροσώπων της Διοίκησης και εκλεγμένων εκπροσώπων του προσωπικού (parité numérique[17]), εξασφαλίζοντας πραγματική ισορροπία εξουσίας. Αμεροληψία ως προς την κρίση: οι αιρετοί εκπρόσωποι δεν υπάγονται στην ιεραρχία της Διοίκησης, εξασφαλίζοντας ουσιαστική ανεξαρτησία. Η απόφαση πρέπει να αιτιολογείται πλήρως και ο υπάλληλος δικαιούται να λάβει γνώση του πλήρους φακέλου και να υποβάλει αντιρρήσεις με ποινή δικαστικής ακύρωσης της δυσμενούς απόφασης. Στο γαλλικό πειθαρχικό δίκαιο δεν υφίσταται ο θεσμός της πειθαρχικής συνδιαλλαγής. Αντιθέτως, προβλέπεται ιεραρχημένη κλίμακα κυρώσεων με ορισμένα κριτήρια και μάλιστα η έλλειψη προηγούμενης ακρόασης του ελεγχόμενου συνιστά τυπική παρανομία (vice de procedure)[18], καθώς και χρονικά ορισμένες προθεσμίες για κάθε στάδιο. Επιπλέον, υπάρχει πρόβλεψη για άμεση επαναφορά στην αρχική θέση σε περίπτωση δικαστικής δικαίωσης του υπαλλήλου. Το γαλλικό υπόδειγμα καταδεικνύει ότι η αποτελεσματική πειθαρχική διαδικασία[19], όπως παγίως έχει προσδιοριστεί από το ΔΕΕ, δεν προϋποθέτει την υποχώρηση των θεσμικών εγγυήσεων υπέρ των υπαλλήλων, αντίθετα, η εκπροσώπησή τους, η ισορροπημένη σύνθεση και η ρητή αιτιολόγηση ενισχύουν την αξιοπιστία και η διαφάνεια της διαδικασίας, το κύρος και τη νομιμοποιητική βάση των αποφάσεων.

VI. Αποτίμηση της εφαρμογής του νέου πλαισίου (μεταβατικό στάδιο)

Πέντε μήνες από την έναρξη ισχύος του ν. 5225/2025 (1.1.2026), η αξιολόγηση ως προς την επίσπευση των διαδικασιών[20] και την πρακτική λειτουργία του νέου πειθαρχικού δικαίου παραμένει αναπόδεικτη, καθώς δεν έχουν δημοσιευθεί επίσημα ανοιχτά δεδομένα για το έργο του νέου οργάνου. Το μέγεθος των εκκρεμοτήτων, που κληρονομήθηκαν, καθιστά κάθε αισιοδοξία αστήρικτη: την 1.1.2026 καταγράφονταν 3.360 εκκρεμείς ΕΔΕ και πάνω από 5.900 υπάλληλοι με εκκρεμείς πειθαρχικές υποθέσεις στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας. Η προσδοκία ότι ένα κεντρικό σώμα πενήντα Συμβούλων, με έδρα την Αθήνα, μπορεί να διεκπεραιώσει αυτόν τον όγκο υποθέσεων –ενώ παράλληλα τα παλαιά συμβούλια εξακολουθούν να λειτουργούν ως μεταβατικά– στερείται ρεαλιστικής βάσης. Η αποτελεσματικότητα πρέπει να αποδεικνύεται με μετρήσιμα στοιχεία (μέσος χρόνος εκδίκασης, ποσοστό αποφάσεων) και η απουσία τους ενισχύει την κριτική, ότι η μεταρρύθμιση εξυπηρετεί επικοινωνιακές και όχι διοικητικές σκοπιμότητες.

VII. Συμπεράσματα και Προτάσεις

Σύμφωνα με όσα ανωτέρω αναλύθηκαν, καθίσταται σαφές πως ο ν. 5225/2025 εμφανίζει σοβαρά συνταγματικά και οργανωτικά ελλείμματα. Περαιτέρω, η συγκέντρωση των πειθαρχικών διαδικασιών σε ένα ενιαίο κεντρικό όργανο εγείρει ζητήματα παραβίασης των αρχών αποκέντρωσης και επικουρικότητας. Επιπλέον, η αποκλειστική υπαγωγή της πειθαρχικής αρμοδιότητας στο Υπουργείο Εσωτερικών παρέχει υπερεξουσία έμμεσης παρέμβασης έναντι των λοιπών Υπουργείων, στρεβλώνοντας τη διοικητική ισορροπία.

Προκειμένου το Πειθαρχικό Δίκαιο των Δημοσίων Υπαλλήλων να επιστρέψει στο πλαίσιο της συνταγματικής νομιμότητας και του ευρωπαϊκού νομικού κεκτημένου, προτείνονται ενδεικτικά:

Επαναφορά αιρετών: Επανένταξη αιρετών εκπροσώπων των εργαζομένων στη σύνθεση του Πειθαρχικού Συμβουλίου, σε συμμόρφωση με το άρθρο 103 παρ. 4 Σ., και ανάθεση της προεδρίας σε ανεξάρτητο δικαστικό λειτουργό.

Αναδιαμόρφωση συνδιαλλαγής: Κατάργηση ή ριζική αναδιαμόρφωση της πειθαρχικής συνδιαλλαγής, με ρητό αποκλεισμό των αδικημάτων περί την υπηρεσία και εξάλειψη της πολιτικής εμπλοκής Υπουργού.

Εγγυήσεις κατά τη διάρκεια ΕΔΕ: Θέσπιση αυστηρών χρονικών ορίων στις ΕΔΕ και ρητή κατοχύρωση της άμεσης αποκατάστασης και επαναφοράς του υπαλλήλου στην οργανική του θέση, σε περίπτωση απαλλαγής ή δικαστικής δικαίωσης.

Ορθολογισμός αδικημάτων: Αναθεώρηση της τυπολογίας των πειθαρχικών αδικημάτων, βάσει της αρχής αναλογικότητας, ώστε να μην εξομοιώνονται συνδικαλιστικές μορφές διαμαρτυρίας με αδικήματα κοινής οικονομικής εγκληματικότητας.

Προστασία ελευθερίας έκφρασης: Κατοχύρωση της ελευθερίας έκφρασης των υπαλλήλων και προστασία εσωτερικών καταγγελιών (whistleblowing), με κατάργηση των αόριστων αδικημάτων, όπως «απλή απείθεια», «κακόβουλη κριτική» κ.ά.

Αρχή υπαιτιότητας: Ρητή κατοχύρωση του βαθμού υπαιτιότητας (δόλος ή βαριά αμέλεια) ως αναγκαίας προϋπόθεσης για την επιβολή ανώτατων πειθαρχικών κυρώσεων.

Μυρτώ Λέτσου, Δικηγόρος


[1] Ν 5225/2025 (ΦΕΚ Α΄ 45/2025). Για το προϊσχύσαν καθεστώς βλ. Ν 3528/2007 (Υπαλληλικός Κώδικας), ΦΕΚ Α΄ 26/2007

[2] Άρθρο 20 ν. ό.π.

[3] Ε ΣπηλιωτόπουλοςΕγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου (14η εκδ., Σάκκουλας 2021) § 60, αποστολή ΝΣΚ ως νομικού συνδρόμου Διοίκησης

[4] ΣτΕ 866/1934 (Ολομ.), ΣτΕ 1115/1954 (Ολομ.)· ΣτΕ 3087/2011

[5] Βλ. άρθρο 27 υπό εξέταση νόμου

[6] Βλ. αναλογικά, για τα όρια της συνδιαλλαγής υπό το πρίσμα του άρθρου 6 § 1, ΕΔΔΑ, Deweer v. Belgium (App no 6903/75, 27.02 1980) παρ. 49-54

[7] Βλ. άρθρο 28 υπό εξέταση νόμου

[8] ΣτΕ 3087/2011, πολιτικά κριτήρια σε πειθαρχική κρίση αντίκεινται στην αρχή αμεροληψίας. Βλ. επίσης ΕΔΔΑ Baka v Hungary (App 20261/12, 23.06 2016) παρ 170-172.

[9] Βλ. άρθρο 30 παρ. 4 υπό εξέταση νόμου πρβλ. με ΣτΕ 441/2024, αρχή nulla poena sine lege, αόριστος ορισμός αδικημάτων που αντίκειται στο Σύνταγμα. Ενδεικτικώς για το γαλλικό δίκαιο: Conseil constitutionnel, déc. n° 2017-637 QPC, 16 novembre 2017

[10] Βλ. άρθρο 54 υπό εξέταση νόμου πρβλ με ΣτΕ (Ολομ.) 2402/2014 και ΣτΕ 1450/2021 (διοικητικά μέτρα που προλαμβάνουν πειθαρχική απόφαση υπόκεινται σε αυστηρό έλεγχο αναλογικότητας)

[11] Venice Commission, Rule of Law Checklist (CDL-AD(2015)006, 2016, CH ΙΙ. Equality before the law and non-discrimination, παρ. 76

[12] Βλ. άρθρο 10, παρ. κ’ «Διεύρυνση των πειθαρχικών παραπτωμάτων – Τροποποίηση παρ. 1 και 3 άρθρου 107 Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ» συνδ ΣτΕ 1253/2019· ΣτΕ 2417/2021, περί αρχής αναλογικότητας κυρώσεων

[13] Βλ. ΣτΕ 3354/2013 περί προαπαιτούμενων μονιμότητας, βλ. και Ι. Συμεωνίδη, Γεν. Επιτρόπου Επικρατείας Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων «Συνταγματική Αναθεώρηση και Αρχή Μονιμότητας των Δημοσίων Υπαλλήλων» στο link και Ξ. Κοντιάδη «Άρση ποιας μονιμότητας και με ποιους όρους; Ένα δείγμα ποινικού λαϊκισμού» στο link

[14] Βλ. Σύνταγμα, Κατ’ άρθρο ερμηνεία, επιμ Σπ. Βλαχόπουλος, Ξ. Κοντιάδης, Γ. Τασόπουλος Φεβ. 2023, Απόστολος Παπακωνσταντίνου, άρθρο 103, παρ. 30 Διαθέσιμο στο link

[15] βλ. άρθρα 10,12 του υπό εξέταση νόμου

[16] Baka v Hungary (App no 20261/12), Gr. Chamber 2016) παρ.165–167 και Guja v Moldova (App 14277/04, Grand Chamber 2008) παρ. 72–78. για το whistleblowing των δημοσίων υπαλλήλων και τα 6 κριτήρια προστασίας ΣτΕ 1890/2023 (Γ Τμήμα) περί ορθής συγκρότησης και λειτουργίας των αρμόδιων Πειθαρχικών Συμβουλίων, τήρηση των αρχών της αναλογικότητας και της δίκαιης δίκης κατά την επιβολή κυρώσεων και επαρκούς αιτιολόγησης δυσμενών για την υπηρεσιακή κατάσταση δημοσίων υπαλλήλων

[17] Conseil d᾽État (France), avis contentieux, 23 octobre 2019, n° 432768.

[18] Βλ. απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Παρισιού (Cour administrative d’appel de Paris) της 26ης Ιανουαρίου 2021 (αρ. 20PA01432), που εξετάζει την εφαρμογή του Άρθρου 7 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας 158 (C158) της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ/ILO) του 1982, η οποία έχει αυξημένη τυπική ισχύ και τυγχάνει στο γαλλικό δίκαιο άμεσης εφαρμογής (effet direct)

[19] ΔΕΕ: C-619/18 Commission v Poland [2019], παρ. 73-74 C-791/19 Commission v Poland [2021] παρ. 106

[20] Βλ. Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης: Ταυτότητα της αξιολογούμενης ρύθμισης. Με τις αξιολογούμενες ρυθμίσεις του Μέρους Α’ επιχειρείται η αντιμετώπιση χρόνιων καθυστερήσεων που έχουν παρουσιαστεί κατά τη διαδικασία της πειθαρχικής διαδικασίας στον εν γένει δημόσιο τομέα. Διαθέσιμη στο link

Πηγή: SyntagmaWatch

Γίνετε συνδρομητές στο «Δικαστικό Ρεπορτάζ», το κορυφαίο μηνιαίο περιοδικό για τη Δικαιοσύνη. Για περισσότερες πληροφορίες πατήστε εδώ.

Ακολουθήστε μας στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι για όλες τις ειδήσεις