Το «προσωρινό ασυμβίβαστο» Υπουργού και Βουλευτή ως πρόταση θεσμικής απορρύθμισης

Λυρίτσης

Η εξαγγελία του Πρωθυπουργού για ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας, με εφαρμογή μετά τις εκλογές του 2027, παρουσιάστηκε ως μέτρο κάθαρσης και θεσμικής αναβάθμισης.

Όμως, πίσω από τον επικοινωνιακό τίτλο, αναδύεται μια πρόταση με σοβαρές συνταγματικές, αντιπροσωπευτικές και λειτουργικές παρενέργειες για τους ακόλουθους λόγους:

  1. To πρώτο πρόβλημα είναι η ίδια η ασυνέπεια του εισηγητή της, καθότι μόλις στις 22 Οκτωβρίου 2025 ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης δήλωνε ότι «δεν υπάρχει κανένα κοινοβουλευτικό σύστημα το οποίο να έχει ασυμβίβαστο Υπουργού και βουλευτή», ότι τέτοιες λύσεις «παραπέμπουν σε προεδρικά συστήματα» και ότι, ακριβώς επειδή «ο πυρήνας του πολιτεύματός μας δεν μπορεί να αλλάξει», ο ίδιος διαφωνεί με το ασυμβίβαστο. Στις 7 Απριλίου 2026, το ίδιο μέτρο εμφανίζεται αιφνιδίως ως “μεταρρύθμιση”. Ένδειξη πολιτικής προχειρότητας και επικοινωνιακής διαχείρισης κρίσης. 
  2. Επόμενο και ουσιωδέστερο ζήτημα είναι ότι το ελληνικό Σύνταγμα δεν οργανώνει απλώς μια γενική διάκριση λειτουργιών, αλλά ένα συγκεκριμένο μοντέλο προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, στο οποίο η Κυβέρνηση οφείλει να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της Βουλής. Η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, η εκτελεστική από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση, ενώ η Κυβέρνηση οφείλει να έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής. Στο ίδιο αυτό σύστημα, οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το Έθνος και έχουν απεριόριστο δικαίωμα γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση. Άρα, οποιαδήποτε παρέμβαση στη σχέση βουλευτικής έδρας και κυβερνητικής θέσης δεν μπορεί να κρίνεται αφηρημένα αλλά σε συνάρτηση με τον πυρήνα του κοινοβουλευτικού συστήματος, ήτοι την αντιπροσώπευση, τη δεδηλωμένη και την ελευθερία της βουλευτικής ψήφου. 

Ακριβώς εδώ η προτεινόμενη ρύθμιση προσκρούει στη λειτουργική λογική του Συντάγματος. Εάν ο εκλεγμένος βουλευτής που υπουργοποιείται χάνει προσωρινά την έδρα του και αυτή καταλαμβάνεται από επιλαχόντα, ο οποίος αποχωρεί όταν ο πρώτος παύσει να είναι υπουργός, τότε η σύνθεση της Βουλής παύει να είναι σταθερό προϊόν της λαϊκής ετυμηγορίας και μετατρέπεται σε παράγωγο του ανασχηματισμού. Με κάθε «υπουργοποίηση» και «αποϋπουργοποίηση» δεν θα αλλάζει μόνο η Κυβέρνηση αλλά και η ίδια η κοινοβουλευτική σύνθεση. Έτσι, ο Πρωθυπουργός θα αποκτά στην πράξη ένα πρόσθετο εργαλείο διαμόρφωσης της Βουλής, δηλαδή μιας εξουσίας που κατά το Σύνταγμα ανήκει στο εκλογικό σώμα και όχι στον αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας. Σε ένα πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα με συχνούς ανασχηματισμούς, η βουλευτική έδρα καθίσταται ρευστή και ανακλητή de facto από την πρωθυπουργική βούληση. 

  1. Από το σημείο αυτό ανακύπτει και ένα ακόμη βαρύτερο θεσμικό πρόβλημα, η ομηρία των επιλαχόντων-προσωρινών βουλευτών. Ο βουλευτής που δεν κατέχει την έδρα του για ολόκληρη τη βουλευτική περίοδο, αλλά υπό την αίρεση διατήρησης ενός υπουργού στη θέση του, δεν είναι πραγματικά ανεξάρτητος. Τυπικά, το άρθρο 60 του Συντάγματος κατοχυρώνει ψήφο κατά συνείδηση. Ουσιαστικά όμως, αν η κοινοβουλευτική του ιδιότητα εξαρτάται από το αν ο Πρωθυπουργός θα επαναφέρει τον υπουργό-κάτοχο της έδρας, τότε δημιουργείται μια δομική σχέση πολιτικού εξαναγκασμού. Με άλλα λόγια, η προτεινόμενη ρύθμιση δεν θεραπεύει τον κυβερνητικό έλεγχο επί της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας αλλά τον ενισχύει.
  2. Η υπεράσπιση της πρότασης με επίκληση της “διάκρισης των εξουσιών” είναι εσφαλμένη. Στα κοινοβουλευτικά συστήματα, η σχέση Βουλής και Κυβέρνησης δεν είναι σχέση πλήρους οργανικής απομόνωσης αλλά σχέση πολιτικής ευθύνης και λογοδοσίας. Η Κυβέρνηση δεν είναι ανεξάρτητη από τη Βουλή, αντλεί από αυτήν τη νομιμοποίησή της, αφού πρέπει να απολαμβάνει την εμπιστοσύνη της. Γι’ αυτό και η μηχανική μεταφορά λύσεων που μπορεί να λειτουργούν σε διαφορετικά συνταγματικά περιβάλλοντα είναι εσφαλμένη. Το άρθρο 110 του Συντάγματος μάλιστα θέτει ρητά όριο – δεν υπόκεινται σε αναθεώρηση οι διατάξεις που καθορίζουν τη βάση και τη μορφή του πολιτεύματος ως προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, ούτε το άρθρο 26 για τη διάκριση των εξουσιών. Άρα οποιαδήποτε σχετική συζήτηση οφείλει να κινείται μέσα στα όρια της κοινοβουλευτικής αρχής, όχι εναντίον της.
  3. Ιδίως προβληματική είναι και η επίκληση του γαλλικού παραδείγματος. Πράγματι, το γαλλικό Σύνταγμα προβλέπει ότι η συμμετοχή στην κυβέρνηση είναι ασυμβίβαστη με κοινοβουλευτικό αξίωμα, ενώ ο τρόπος αναπλήρωσης καθορίζεται με οργανικό νόμο και η αντικατάσταση των βουλευτών συνδέεται με το άρθρο 25 του Συντάγματος. Όμως στη Γαλλία ο αναπληρωτής εκλέγεται ταυτόχροναμε τον βουλευτή σε μονοεδρικές εκλογικές περιφέρειες, είναι γνωστός εκ των προτέρων στο εκλογικό σώμα και ενσωματώνεται εξαρχής στη λαϊκή εντολή. Επιπλέον, η Γαλλική Πέμπτη Δημοκρατία έχει εντελώς διαφορετική θεσμική αρχιτεκτονική, με άμεσα εκλεγόμενο Πρόεδρο της Δημοκρατίας και διαφορετική ισορροπία μεταξύ εκτελεστικής και νομοθετικής λειτουργίας. Συνεπώς, η επίκληση της Γαλλίας χωρίς τη γαλλική θεσμική προϋπόθεση του προδηλωμένου αναπληρωτή και χωρίς το γαλλικό ημιπροεδρικό περιβάλλον είναι επιλεκτική και παραπλανητική.
  4. Υπάρχει, άλλωστε, και ένα απλό αντεπιχείρημα που απογυμνώνει την πρόταση από τον υποτιθέμενο μεταρρυθμιστικό της χαρακτήρα, το ισχύον Σύνταγμα ήδη επιτρέπει να διορίζονται υπουργοί πρόσωπα που δεν είναι βουλευτές, αρκεί να συγκεντρώνουν τα προσόντα του άρθρου 55. Αυτό σημαίνει ότι ο Πρωθυπουργός, εφόσον πράγματι επιθυμεί να περιορίσει τη σύγχυση κομματικής, βουλευτικής και κυβερνητικής ιδιότητας, μπορεί ήδη σήμερα να επιλέξει εξωκοινοβουλευτικούς υπουργούς. Το είχε αναγνωρίσει και ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης στην περσινή του συνέντευξη. Επομένως, η επίμαχη εξαγγελία δεν απαντά σε υπαρκτό συνταγματικό κενό. Αντιθέτως, χρησιμοποιεί μια υποτιθέμενη θεσμική καινοτομία για να συγκαλύψει ότι τα εργαλεία υπάρχουν ήδη και δεν αξιοποιούνται επαρκώς.
  5. Σε επίπεδο συνταγματικής αρχιτεκτονικής, η πρόταση είναι επίσης νομικά προβληματική. Αν ο Πρωθυπουργός εννοούσε ένα απλό ασυμβίβαστο χωρίς δικαίωμα επανόδου στη Βουλή, τότε θα επρόκειτο για διαφορετική ρύθμιση από εκείνη που άφησε να εννοηθεί στη δημόσια συζήτηση. Αν, όμως, εννοεί το γαλλικού τύπου προσωρινό ασυμβίβαστο με επάνοδο του υπουργοποιηθέντος βουλευτή στην έδρα του μετά την αποχώρησή του από την Κυβέρνηση, τότε εγείρεται ζήτημα βαθιάς αναδιάταξης της συνταγματικής σχέσης μεταξύ αντιπροσώπευσης και κυβερνητικού σχηματισμού, το οποίο δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν απλή θεσμική παρέμβαση. Και πάντως, κάθε τέτοια συζήτηση προσκρούει στη διαδικασία και στα όρια της συνταγματικής αναθεώρησης του άρθρου 110, για την οποία ο Πρωθυπουργός δεν έχει δώσει καμία συγκεκριμένη εξήγηση.
  6. Ούτε πείθει το επιχείρημα ότι έτσι θα περιοριστούν η διαφθορά και το ρουσφέτι. Η διαφθορά δεν είναι συνάρτηση της ταυτόχρονης κατοχής υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας, αλλά της ποιότητας των μηχανισμών ελέγχου, της διαφάνειας, της λογοδοσίας και της πολιτικής κουλτούρας της εξουσίας. Η γαλλική εμπειρία, στην οποία γίνεται συνεχώς αναφορά, καταγράφεται από τις επίσημες πηγές ως κανόνας θεσμικής οργάνωσης του συστήματος, όχι ως θαυματουργό εργαλείο καταπολέμησης της διαφθοράς. Η μεταφορά, λοιπόν, ενός αποσπασμένου θεσμικού εργαλείου, χωρίς τις αντίστοιχες εγγυήσεις και χωρίς επαρκή τεκμηρίωση του σκοπού του συνιστά πρόταση νομοθέτησης με όρους επικοινωνιακής αλλαγής ατζέντας και όχι μεταρρύθμιση.

Εν κατακλείδι, το προτεινόμενο “προσωρινό ασυμβίβαστο” δεν αποδυναμώνει τον πρωθυπουργοκεντρισμό του πολιτεύματος αλλά τον οξύνει. Δεν ενισχύει τη Βουλή αλλά την καθιστά περισσότερο εξαρτημένη από τον ανασχηματισμό. Δεν θωρακίζει την αντιπροσώπευση αλλά την καθιστά ρευστή. Δεν υπηρετεί τη διάκριση των εξουσιών αλλά επιτρέπει στην εκτελεστική εξουσία να παρεμβαίνει εμμέσως στη σύνθεση της νομοθετικής. Και τελικά δεν συνιστά θεσμική τομή αλλά θεσμική ελαφρότητα. Τελικά αποτελεί μια «απορρυθμιστική» πρόταση ένεκα της πολιτικής συγκυρίας, χωρίς θεωρητική συνοχή, χωρίς συνταγματική επεξεργασία και χωρίς σεβασμό στη βαρύτητα των κανόνων που συγκροτούν την κοινοβουλευτική δημοκρατία. 

Δημήτριος Λυρίτσης

Δικηγόρος

Σύμβουλος ΔΣΑ

Γίνετε συνδρομητές στο «Δικαστικό Ρεπορτάζ», το κορυφαίο μηνιαίο περιοδικό για τη Δικαιοσύνη. Για περισσότερες πληροφορίες πατήστε εδώ.

Ακολουθήστε μας στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι για όλες τις ειδήσεις