Η δημόσια συζήτηση γύρω από τη γυναικοκτονία συχνά εγκλωβίζεται σε μία αντιπαράθεση συμβολισμών, ενώ το ουσιώδες νομικό ζήτημα εντοπίζεται αλλού. Η ποινική επιστήμη καλείται να απαντήσει εάν ορισμένες μορφές ανθρωποκτονίας εμφανίζουν τέτοια ποιοτικά και εγκληματολογικά χαρακτηριστικά ώστε να δικαιολογούν ειδική αξιολόγηση από τον νομοθέτη. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό προκύπτει μέσα από την ίδια τη δομή του ποινικού δικαίου και από τις αρχές που διέπουν τη διαβάθμιση της ποινικής απαξίας.
Το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση του άρθρου 299 ΠΚ προστατεύει το υπέρτατο έννομο αγαθό της ανθρώπινης ζωής. Η βαρύτητα του αποτελέσματος παραμένει ίδια σε κάθε περίπτωση, διότι κάθε ανθρώπινη ζωή διαθέτει την ίδια συνταγματική και νομική αξία. Ωστόσο, η ποινική αξιολόγηση, δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο αποτέλεσμα.
Η θεωρία και η νομολογία εξετάζουν διαχρονικά το κίνητρο, τη σχέση δράστη και θύματος, τον τρόπο τέλεσης, τις περιστάσεις της πράξης και τον βαθμό κοινωνικής απαξίας που συνοδεύει κάθε εγκληματική συμπεριφορά.
Αναντίρρητα η ανθρωποκτονία που τελείται σε βάρος συζύγου, πρώην συζύγου, συντρόφου ή πρώην συντρόφου εμφανίζει συγκεκριμένα και επαναλαμβανόμενα χαρακτηριστικά, η οποία κατά τη νομική μου άποψη, εντάσσεται σε μία προϋπάρχουσα κατάσταση ελέγχου, χειραγώγησης, ψυχολογικής βίας, οικονομικής εξάρτησης ή/και σωματικής κακοποίησης και κατά κανόνα, το καταληκτικό στάδιο μίας μακράς διαδικασίας κλιμακούμενης βίας καταλήγει στην ανθρωποκτονία.Ο δράστης επιδιώκει να διατηρήσει ή να επανακτήσει τον έλεγχο επί του θύματος, ενώ η απόφαση του θύματος να τερματίσει τη σχέση ή να αποδεσμευθεί από το καθεστώς κυριαρχίας λειτουργεί ως καταλύτης της εγκληματικής του συμπεριφοράς.
Η ιδιαιτερότητα αυτή προσδίδει αυξημένη ποινική απαξία στην πράξη, διότι ο δράστης δεν στρέφεται απλώς κατά της ζωής ενός τρίτου προσώπου, αλλά καταλύει μία σχέση εμπιστοσύνης, παραβιάζει μία ιδιαίτερη υποχρέωση σεβασμού και μετατρέπει τον οικείο χώρο, ο οποίος οφείλει να αποτελεί πεδίο ασφάλειας και προστασίας, σε πεδίο θανατηφόρας βίας. Η κατάχρηση της οικειότητας και της συναισθηματικής εγγύτητας προσδίδει στο έγκλημα μία πρόσθετη διάσταση απαξίας, την οποία ο κοινός τύπος της ανθρωποκτονίας αδυνατεί να αποτυπώσει με πληρότητα.
Η ποινικοδογματική αυτή διαπίστωση οδηγεί σε ένα σαφές συμπέρασμα. Η εισαγωγή ειδικής επιβαρυντικής περίστασης στο άρθρο 299 ΠΚ για την ανθρωποκτονία που τελείται σε βάρος συζύγου ή συντρόφου, εναρμονίζεται πλήρως με τις αρχές του ποινικού δικαίου και ο λόγος είναι ότι ο νομοθέτης, ήδη διαθέτει τη δυνατότητα να διαφοροποιεί την ποινική μεταχείριση ορισμένων εγκλημάτων, όταν συγκεκριμένα πραγματικά δεδομένα καταδεικνύουν αυξημένη απαξία της πράξης, χωρίς αυτή η επιλογή να μεταβάλλει το προστατευόμενο έννομο αγαθό της ανθρώπινης ζωής, απλώς η νομοθετική αυτή επιλογή θα αποτυπώνει με μεγαλύτερη ακρίβεια τον ιδιαίτερο τρόπο προσβολής του.
Για παράδειγμα, κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί και να επικαλεστεί την αρχή της ισότητας του άρθρου 4 του Συντάγματος ως επιχείρημα, ωστόσο, η ισότητα επιβάλλει ίση μεταχείριση όμοιων καταστάσεων και διαφορετική μεταχείριση ανόμοιων καταστάσεων όταν συντρέχουν αντικειμενικά κριτήρια διαφοροποίησης. Η συνταγματική τάξη ουδέποτε αντιμετώπισε την ισότητα ως απαγόρευση κάθε νομοθετικής διάκρισης αλλά ως ισότητα, ως εγγύηση ορθολογικής και αντικειμενικής διαφοροποίησης.
Η ίδια συλλογιστική αποτυπώνεται ήδη στο ισχύον ποινικό δίκαιο. Ο Έλληνας νομοθέτης έχει ήδη αναγνωρίσει στον ελληνικό ποινικό μας κώδικα την επιβαρυντική περίσταση για εγκλήματα που τελούνται με ρατσιστικά χαρακτηριστικά. Η ρύθμιση αυτή, δεν στηρίζεται στην αντίληψη ότι η ζωή ή η σωματική ακεραιότητα ορισμένων ανθρώπων διαθέτει μεγαλύτερη αξία από την αντίστοιχη ζωή ή σωματική ακεραιότητα άλλων ανθρώπων. Η ρύθμιση αυτή, στηρίζεται στην παραδοχή ότι το ρατσιστικό κίνητρο προσδίδει αυξημένη κοινωνική και ποινική απαξία στην πράξη, διότι ο δράστης, δεν προσβάλλει μόνο το συγκεκριμένο θύμα, αλλά ταυτόχρονα, προσβάλλει μία ολόκληρη κοινωνική ομάδα, τις θεμελιώδεις αρχές ισότητας και ανθρώπινης αξίας που συγκροτούν το κράτος δικαίου.
Επομένως, η αποδοχή της άποψης ότι η αρχή της ισότητας απαγορεύει κάθε επιβαρυντική περίσταση που συνδέεται με ειδικά χαρακτηριστικά της πράξης, θα οδηγούσε αναπόφευκτα στην αμφισβήτηση και των ρυθμίσεων περί ρατσιστικού κινήτρου και τότε, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι πρέπει να καταργηθεί και η επιβαρυντική περίσταση των ρατσιστικών χαρακτηριστικών στο ποινικό δίκαιο. Φυσικά, μία τέτοια προσέγγιση θα αναιρούσε την επί δεκαετιών εξέλιξη της ποινικής θεωρίας και της ευρωπαϊκής έννομης τάξης, καθότι θα απέκλειε κάθε αξιολόγηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που προσδίδουν αυξημένη απαξία σε μία εγκληματική συμπεριφορά.
Άρα, πιστεύω ότι η νομοθετική πρόκληση δεν αφορά τη δημιουργία ενός νέου εγκλήματος με διαφορετικό προστατευόμενο έννομο αγαθό, απλώς θα πρέπει να εξετάσουμε το ενδεχόμενο της εισαγωγής μίας διακεκριμένης μορφής ανθρωποκτονίας ή μίας ειδικής επιβαρυντικής περίστασης στο άρθρο 299 ΠΚ για τις περιπτώσεις ανθρωποκτονίας συζύγου ή συντρόφου, διότι μία τέτοια απόφαση, θα επέτρεπε στον νομοθέτη να αποτυπώσει με ακρίβεια τη δογματική ιδιομορφία του συγκεκριμένου εγκλήματος, να αναγνωρίσει την ιδιαίτερη εγκληματολογική φυσιογνωμία του φαινομένου και να ανταποκριθεί αποτελεσματικότερα στις απαιτήσεις της σύγχρονης και συνεκτικής ποινικής πολιτικής.
Μαρία Παναγιώτου
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω
https://law-panagiotou.gr










































