Αλέξανδρος Γιαλάογλου: Επικίνδυνη οδήγηση – Άγνοια του νόμου ή έξαρση νομοθετικού λαϊκισμού;

οδήγηση

Στον απόηχο του θανάτου του διανομέα κατόπιν της σύγκρουσης με όχημα, ο οδηγός του οποίου φέρεται να οδηγούσε κατά επικίνδυνο τρόπο, ο υπουργός Δικαιοσύνης προανήγγειλε πριν λίγες μέρες σε τηλεοπτικό μέσο την επικείμενη ψήφιση αυστηρότερης τιμώρησης για την επικίνδυνη οδήγηση (συνεπεία της οποίας μπορεί να προκληθεί τροχαίο) και αναρωτιέμαι αν μπορεί να τιμωρηθεί αυστηρότερα από αυτήν που προβλέπεται ήδη στο άρθρο 290Α ΠΚ με την ψήφιση του νΠΚ ή αν αυτή ως διάταξη αγνοείται και τελικά για άλλη μια φορά επιβεβαιώνεται ότι η τοποθέτηση ενός μικροβιολόγου στο χαρτοφυλάκιο του Δικαιοσύνης αποδεικνύεται σε κάθε ευκαιρία ατόπημα για τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση επιλέγει να χαράξει την πολιτική της σε ένα τόσο νευραλγικό υπουργείο. Με την προτεινόμενη αυστηροποίηση του νΠΚ, όπως αυτή κατατέθηκε στη Βουλή, προωθείται η αντικατάσταση της απαίτησης για πρόκληση συγκεκριμένου κινδύνου για πράγματα ή άνθρωπο με τη δυνατότητα να προκληθεί κίνδυνος, γεγονός που μετατοπίζει χρονικά την ποινική διερεύνηση ένα στάδιο πριν. Η τροποποίηση μιας διάταξης που ακόμα δεν έχει εφαρμοστεί στην πράξη ευρέως, προκειμένου να διαπιστώσουμε την αποτελεσματικότητα της δεν συνιστά αυστηροποίηση αλλά προσπάθεια πρόδηλου λαικισμού και δημιουργίας εντυπώσεων.

Είναι δεδομένο ότι τα τροχαία ατυχήματα ως απόρροια της κινδυνώδους συμπεριφοράς ασυνείδητων οδηγών αποτελούν έναν χώρο διαχρονικής σύγκρουσης του κράτους δικαίου με το λαϊκό περί δικαίου αίσθημα. Η περιπτωσιολογία ήταν σπουδαία και πλούσια με υποθέσεις που συγκλόνισαν την ελληνική κοινή γνώμη λόγω του πολύνεκρου χαρακτήρα τους αλλά και λόγω της ιδιαίτερα εχθρικής στάσης ορισμένων οδηγών απέναντι στο έννομο αγαθό της ζωής και της υγείας των μελών της κοινωνίας (βλ. Τέμπη, Πέταλο του Μαλιακού κ.α.). Η ελληνική δικαιοσύνη υπέκυψε στην υποκινούμενη λαϊκή αγανάκτηση και απώλεσε την ιδιότητα της ως ανεξάρτητο όργανο διαφύλαξης της κοινωνικής ειρήνης και εξασφάλισης μιας αμερόληπτης προστασίας των εννόμων αγαθών, επιχειρώντας αντί να προλαμβάνει και να καθοδηγεί, να κινητοποιείται κατόπιν εορτής και να ικανοποιεί το θυμικό του πολίτη στο πλευρό των, διαχρονικά πρόθυμων να το πράξουν, ΜΜΕ.

Η νομολογιακή αντιμετώπιση των επικίνδυνων συμπεριφορών οδήγησης τις προηγούμενες δεκαετίες ήταν μια διελκυστίνδα ανάμεσα στους δύο πυλώνες της νομικής σκέψης (θεωρία και νομολογία) με την επιλογή της εκάστοτε ποινικής διάταξης να επικεντρώνεται κυρίως στο εγκληματικό αποτέλεσμα των ανωτέρω συμπεριφορών, ως έγκλημα σωματικής βλάβης από αμέλεια και ανθρωποκτονίας από αμέλεια (ακόμα και ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως) και ελάχιστα στο έγκλημα διακινδύνευσης της διατάραξης των συγκοινωνιών και της επικίνδυνης σωματικής βλάβης αλλά και στους ειδικούς ποινικούς νόμους, το άρθρο 42 του ΚΟΚ (οδήγηση υπό την επήρεια μέθης) και του 25 του ν. 4139/2013 (οδήγηση υπό την επήρεια τοξικών ουσιών- Ναρκωτικά). Επρόκειτο περί μιας παραδοξότητας κατά την ποινική διερεύνηση της επικίνδυνης θανατηφόρας οδηγικής συμπεριφοράς και των προκληθεισών σωματικών βλαβών στα τροχαία ατυχήματα καθώς στο πλαίσιο της αξιολόγησης των πραγματικών περιστατικών της διακινδύνευσης των ανωτέρω εννόμων αγαθών δεν τηρούνταν πρωτίστως η ιστορική- χρονική προτεραιότητα. Ο συλλογιστικός μηχανισμός τοποθετούσε και ασχολούταν πρώτα (ή και μόνο) με την ανθρωποκτονία από αμέλεια ή τη σωματική βλάβη από αμέλεια και σε δεύτερο χρόνο, με την οδήγηση υπό την επήρεια μέθης και την διατάραξη της ασφάλειας των συγκοινωνιών, η οποία διατάραξη των συγκοινωνιών πολλές φορές δεν λαμβανόταν υπόψη, δημιουργώντας έναν χρονικό και ποιοτικό παραλογισμό, αποτελώντας κατά αυτόν τον τρόπο το κύριο διαχρονικό πρόβλημα που ερχόταν σε σύγκρουση με την λαϊκή απαίτηση για αυστηρότερη τιμώρηση. Είναι σύνηθες στην πράξη να ασκείται δίωξη αποκλειστικά και μόνο για τα αδικήματα που συνέχονται με τη βλάβη που προκάλεσε με τη συμπεριφορά του ο απερίσκεπτος οδηγός και αποποινικοποιήθηκε de facto η προηγηθείσα επικίνδυνη συμπεριφορά, μετατοπίζοντας κατά αυτόν τον τρόπο την ποινική διερεύνηση εξ αρχής στο δεύτερο στάδιο του ιστορικού γεγονότος, ήτοι του προκληθέντος αποτελέσματος, την ίδια ώρα που η διερεύνηση της επικινδυνότητας εξαντλούνταν επιδερμικά στο πλαίσιο του εκάστοτε ειδικού ποινικού νόμου (ΚΟΚ και ναρκωτικά 4139/2013).

Η πάγια τακτική, ωστόσο, της εκμετάλλευσης του ΠΚ χάριν λαϊκισμού και ικανοποίησης του λαϊκού περί δικαίου αισθήματος από ένα κράτος δικαίου που συνηθίζει να απεμπολεί τον χαρακτήρα του ουδέτερου παρατηρητή που νομοθετεί προληπτικά και παραδειγματικά και όχι εκδικητικά και ευκαιριακά, κατήργησε στην πράξη την ουσία της τιμώρησης του ΠΚ επιλέγοντας να ικανοποιεί μόνο την ανάγκη του κόσμου για εξοντωτικές φωτογραφικές τιμωρίες. Η αντιμετώπιση, λοιπόν, σε όλες τις περιπτώσεις που θεωρούσε η κοινή γνώμη ότι ταίριαζε στον οδηγό που εξ αμελείας αφαίρεσε τη ζωή θυμάτων με όπλο τις επικίνδυνες οδηγικές του συμπεριφορές, θα έπρεπε να είναι προδήλως εξοντωτική. Η ανόμοια και επιλεκτική εφαρμογή του νόμου ανάλογα με την ένταση που προκαλούσε το εγκληματικό αποτέλεσμα και η κακότεχνη και σπασμωδική τυποποίηση ή τροποποίηση αδικημάτων, αποτέλεσε την κραυγαλέα ομολογία της αποτυχίας της ελληνικής κοινωνίας, που ζητούσε απεγνωσμένα να ξεφύγει από την ανάγκη να ενηλικιωθεί πνευματικά και κοινωνικά, επιλέγοντας να νομοθετεί πρόχειρα, βιαστικά και παρορμητικά πιστεύοντας ότι έτσι θα πετύχει αποτελεσματική προστασία από επικίνδυνες συμπεριφορές εν γένει.

Η αντίληψη της κοινής γνώμης αλλά και συνακόλουθα των εφαρμοστών της δικαιοσύνης ήταν ότι οι ασυνείδητοι θύτες που αφαιρούσαν πολυάριθμες ανθρώπινες ζωές δεν τύγχαναν δυσμενή ποινική μεταχείριση ανάλογη της απαξίας της πράξης τους. Έτσι, λοιπόν, τα προηγούμενα χρόνια στην ελληνική νομολογία κυριάρχησε η σκοπιμότητα. Στις περιπτώσεις των πολύνεκρων τροχαίων ατυχημάτων τα δικαστήρια αδυνατούσαν να επιβάλουν μια ικανοποιητική και επαρκή για τα δεδομένα του όχλου αυστηρή ποινή καθώς δεν ήταν σε θέση να ξεφύγουν από τα στενά όρια κυρώσεων που τους επέβαλε ακόμα και το βαρύτερο εξ αμελείας έγκλημα και έδιναν την εντύπωση της ατιμωρησίας του θύτη. Μάλιστα, ακόμα και στο στάδιο της προδικασίας εντεινόταν η πεποίθηση της ευμενούς μεταχείρισης, καθότι δεν μπορούσε να διαταχθεί προσωρινή κράτηση του υπαιτίου, δεδομένου ότι επρόκειτο περί δίωξης πλημμελήματος. Μνημείο φωτογραφικής- περιπτωσιολογικής νομοθέτησης αποτέλεσαν η τροποποίηση των φερόμενων ευνοικών διατάξεων για τους ανωτέρω δράστες με τις τροποποιήσεις α) του α. 94 παρ. 2 παλαιού ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο το δικαστήριο ειδικά για την περίπτωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή που τελέστηκε με μια πράξη, μπορούσε σε εξαιρετικές περιπτώσεις να επιβάλλει συνολική ποινή σύμφωνα με το α. 94 παρ. 1 ΠΚ, ήτοι της αληθινής πραγματικής συρροής και β) του α. 282 παρ. 3 παλαιού ΚΠΔ, κατά το οποίο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (μεγάλος αριθμός παθόντων) μπορούσε να επιβληθεί προσωρινή κράτηση και για το πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, εφόσον από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης προέκυπτε κίνδυνος τέλεσης νέων αξιοποίνων πράξεων.

Η νομολογιακή αυτή πορεία δεν είναι απόλυτη καθώς, υπήρχαν και περιπτώσεις κατά τις οποίες αναδείχθηκε το α. 290 ΠΚ και η σημαντικότητα της διακινδύνευσης των ατομικών εννόμων αγαθών, υπήρχε δε, έκδηλη η ανάγκη να ποινικοποιηθούν ορισμένες συμπεριφορές περιπτωσιολογικά που θα έδινε τέλος στην ανάπτυξη θεσμικών και νομικών εκτροπών κατά την ποινική διερεύνηση του ιστορικού γεγονότος ενός τροχαίου ατυχήματος.

Κατόπιν τούτων, εν έτη 2019, ο Έλληνας νομοθέτης έκρινε ότι οι ανωτέρω προβληματισμοί θα επιλύονταν με την αυτοτελή τυποποίηση εγκληματικών συμπεριφορών αντλώντας έμπνευση από την πλούσια περιπτωσιολογία που απασχόλησε την ελληνική έννομη τάξη, αποκαθιστώντας τις ανωτέρω παραδοξότητες και κρίνοντας ότι η επώδυνη για τους πολίτες ενεργοποίηση του ποινικού κατασταλτικού μηχανισμού όταν προκαλείται κοινός κίνδυνος ή βλάβη για πράγματα και ανθρώπο θα έπρεπε να είναι αυστηρότερη.

Με τον νέο ΠΚ (ν. 4619/2019) και ειδικά με τις τροποποιήσεις που εισήγαγε ο ν. 4637/2019 παρατηρούμε την τυποποίηση του άρθρου 290Α ΠΚ δια του οποίου θεσπίζονται δύο άξιες ποινικού ενδιαφέροντος συμπεριφορές, ήτοι 1) η επικίνδυνη κατάσταση του οδηγού κατά την οδήγηση και 2) οι επικίνδυνες ενέργειες στην οδήγηση, αμφότερες ως αξιόποινες οδηγικές συμπεριφορές. Δεν πρόκειται για τυχαίες επικίνδυνες συμπεριφορές που συνιστούν απλώς τις γνωστές σε όλους μας παραβάσεις του ΚΟΚ αλλά είναι εκείνες, η εμφάνιση των οποίων προκαλεί έναν έντονα διαβαθμισμένο κίνδυνο για την υγεία, τη ζωή ή για ξένα πράγματα και παρουσιάστηκαν στο παρελθόν ως οι προσφορότερες συμπεριφορές να μετουσιώσουν τον εμπεριέχοντα κίνδυνο σε εγκληματικό αποτέλεσμα. Είναι εκείνες οι συμπεριφορές που κρίθηκαν, αρχικά, από τον εφαρμοστή του δικαίου, κατόπιν της μακράς ενασχόλησής του με το επίμαχο πεδίο και μετέπειτα από τον σύγχρονο νομοθέτη ως οι συμπεριφορές που περιέχουν στον πυρήνα τους τον κίνδυνο να προκαλέσουν βλάβη κατά πρωταρχικών ατομικών εννόμων αγαθών.

Το έγκλημα της επικίνδυνης οδήγησης τελείται κατ’ άρθρο 290Α ΠΚ α) με την υπό ευρεία έννοια οδήγηση του οχήματος παρότι δεν είναι σε θέση να το πράξει με ασφάλεια εξαιτίας της κατανάλωσης αλκοόλ ή χρήσης ναρκωτικών ουσιών ή πνευματικής κόπωσης και β) με την εν στενή έννοια επικίνδυνη οδήγηση υπό την έννοια της οδήγησης αντίστροφα στο ρεύμα της εκάστοτε κατεύθυνσης ή σε πεζόδρομους ή πεζοδρόμια ή πλατείες, ή οδηγεί όχημα που είναι τεχνικά ανασφαλές ή με ανασφαλή τρόπο φορτωμένο ή προβαίνει κατά την οδήγηση σε επικίνδυνους ελιγμούς ή μετέχει σε αυτοσχέδιους αγώνες.

Με τη νεοπαγή διάταξη επήλθε ειρήνευση και εξομάλυνση των προαναφερθείσων προβληματισμών που ανέκυψαν στο προισχύσαν καθεστώς, καθώς επαναφέρει το διαχωρισμό ανάμεσα στον ενδεχόμενο δόλο του δράστη για τη διακινδύνευση και τον ενδεχόμενο δόλο του για την τελικώς επελθούσα βλάβη, καθώς εν προκειμένω ο δόλος του δράστη καλύπτει τα πραγματικά περιστατικά εκείνα που καταδεικνύουν την πρόθεση του δράστη να οδηγήσει με επικίνδυνο τρόπο ή σε επικίνδυνη κατάσταση το όχημα του και να διακινδυνεύσει τα έννομα αγαθά της ιδιοκτησίας, της υγείας και της ζωής.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το κλιμακούμενο κυρωτικό τμήμα της διάταξης, καθότι επισύρει βαρύτερες στερητικές της ελευθερίας ποινές όταν παρουσιάζει πρόσθετης απαξίας περαιτέρω αποτέλεσμα. Έτσι, τιμωρείται αα) με φυλάκιση εώς τρία έτη ή χρηματική ποινή εάν από την πράξη προέκυψε κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα, ββ) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους αν από την πράξη προέκυψε κίνδυνος για άνθρωπο, ενώ τυποποιούνται και δύο εκ του αποτελέσματος διακρινόμενα εγκλήματα γγ) με κάθειρξη εως δέκα έτη αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα τη βαριά σωματική βλάβη άλλου ή προκάλεσε βλάβη σε κοινωφελείς εγκαταστάσεις και δδ) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών αν η πράξη είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο άλλου. Αν προκλήθηκε θάνατος πολυάριθμων ανθρώπων, το δικαστήριο μπορεί αν επιβάλει και ισόβια κάθειρξη.

Είναι σαφές ότι ο νομοθέτης αντλώντας υλικό από την πλούσια περιπτωσιολογία που απασχόλησε την επικαιρότητα και τη νομολογία, όλα αυτά τα χρόνια προέβη στην αποσπασματική αποτύπωση περιορισμένων ενδογενών ή εξωγενών συμπεριφορών που συνιστούν παράβαση του ΚΟΚ αλλά που από το σύνολο των παραβάσεων αυτές ειδικά ενέχουν υψηλή επικινδυνότητα για την τον άνθρωπο ή τα ξένα πράγματα.

Η επικίνδυνη οδήγηση ως αυτοτελώς τυποποιούμενο αδίκημα τιμωρεί αποσπασματικά μερικές από εκείνες τις συμπεριφορές που θέτουν σε κίνδυνο τον άνθρωπο, ξένα πράγματα ή κοινωφελείς εγκαταστάσεις, διακρίνοντας τις άξιες κολασμού επικίνδυνες διαταράξεις της συγκοινωνίας με το α. 290Α ΠΚ από εκείνες που αποτελούν παράβαση εξαντλούμενης απαξίας αποκλειστικά στον ΚΟΚ. Ο απερίσκεπτος οδηγός που προβαίνει σε επικίνδυνους ελιγμούς με υψηλές ταχύτητες ή μεταφέρει φορτίο πλημμελώς ασφαλισμένο ή ακόμα περισσότερο οδηγεί υπό την επήρεια μέθης και ψυχικής κούρασης παρουσιάζει μια αυξημένη εγκληματική υποτίμηση κοινωνικών και ατομικών εννόμων αγαθών τρίτων.

Το αν αρκεί αυτή η επικίνδυνη συμπεριφορά και η αποδοχή του κινδύνου της για να στοιχειοθετήσει αυστηρές ποινικές διατάξεις που πρωτίστως (θα έπρεπε να) απαιτούν την αποδοχή του μοιραίου αποτελέσματος, είναι ερευνητέο.

Σε αντίθεση, όμως, με τα όσα διατείνεται ο Υπουργός Δικαιοσύνης, η αυστηρή διάταξη της οποίας την τυποποίηση ή τροποποίηση προανήγγειλε για την επικίνδυνη οδήγηση, υπάρχει ήδη στον νέο Ποινικό Κώδικα, και φαίνεται ότι ουδεμία επέμβαση ή τροποποίηση απαιτεί, ικανοποιώντας απόλυτα το κοινό περί δικαίου αίσθημα και διασφαλίζοντας την ασφάλεια δικαίου μακριά από ενδεχόμενους κινδύνους καταχρήσεων και αοριστιών της. Το χειρότερο όλων είναι ότι μάλλον δεν υπονοήθηκε η τροποποίηση της αλλά η τυποποίησή της, γεγονός που αποδεικνύει ότι αγνοείται και αυτή ακόμη η ύπαρξη της ήδη ισχύουσας διάταξης του ΠΚ καθώς το μόνο που ενδιαφέρει είναι η ικανοποίηση ενός υποκινούμενου λαϊκού περί δικαίου αισθήματος και η κατά παραγγελία νομοθέτηση.

Αλέξανδρος Γιαλάογλου Δικηγόρος Μ.Δ.Ε. Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Θεσσαλονίκη: Προφυλακιστέοι ο δράστης και ο συνεργός της ληστείας μετά φόνου του ψιλικατζή

Ραγδαίες εξελίξεις: Ο Πέτρος Φιλιππίδης παραπέμπεται σε δίκη για τρία κακουργήματα

 

 

 

 

Γίνετε συνδρομητές στο «Δικαστικό Ρεπορτάζ», το κορυφαίο μηνιαίο περιοδικό για τη Δικαιοσύνη. Για περισσότερες πληροφορίες πατήστε εδώ.

Ακολουθήστε μας στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι για όλες τις ειδήσεις