Στο φως τα απολογητικά υπομνήματα που παρέδωσαν ενώπιον της ανακρίτριας
Του ΒΑΓΓΕΛΗ ΤΡΙΑΝΤΗ
Την οποιαδήποτε εμπλοκή τους στον εμπρησμό του υποκαταστήματος της Τράπεζας Marfin τον Μάιο του 2010, που οδήγησε στον θάνατο τρεις εργαζομένους, αρνήθηκαν κατά τις απολογίες τους ενώπιον των ανακριτικών αρχών οι δύο 42χρονοι που κρίθηκαν προσωρινά κρατούμενοι. Η «ΜΠΑΜ στο Ρεπορτάζ» δημοσιεύει τους ισχυρισμούς των δύο προφυλακισθέντων που περιλαμβάνονταν στα απολογητικά υπομνήματα τα οποίαπαρέδωσαν ενώπιον της ανακρίτριας.
Στον πρώτο κατηγορούμενο με τα αρχικά Σ.Κ. αποδίδεται ο ρόλος του ατόμου «που με τη χρήση σφυριού ή βαριοπούλας προχωρά στη θραύση του υαλοπίνακα της πρόσοψης του υποκαταστήματος της τράπεζας». Ο ίδιος ωστόσο στο απολογητικό του υπόμνημα αρνήθηκε κάθε εμπλοκή στην επίθεση στη Marfin.
«Πήγα σπίτι μου»
«Το 2010 ήμουν φοιτητής στη σχολή Τεχνολογίας Γραφικών Τεχνών στο ΤΕΙ Αθήνας, στο Αιγάλεω. Στις 5.5.2010 κατέβηκα στην πορεία που είχε προγραμματιστεί μόνος μου. Υπήρχε ένα ραντεβού κοντά στα McDonald’s στην Πλατεία Συντάγματος με συμφοιτητές μου από τη σχολή, τόσο με ανένταχτους συμφοιτητές μου, όσο και ενταγμένους στο Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι του ΤΕΙ Αθήνας», ανέφερε αρχικά στο απολογητικό υπόμνημά του.
Στη συνέχεια υποστήριξε πως τη στιγμή που ξέσπασαν τα επεισόδια, ο ίδιος αποχώρησε από την πορεία και πήγε στο σπίτι του. «Κάποια στιγμή αντιλήφθηκα μια οχλαγωγία από την πλευρά των διαδηλωτών, μπροστά από τη Βουλή και συγκεκριμένα άκουσα θορύβους, υποθέτω που κάνουν οι κροτίδες κρότου – λάμψης και μύρισα δακρυγόνα. Ο κόσμος άρχισε να υποχωρεί και αναγκαστικά και εγώ, ακολουθώντας τη ροή του κόσμου, κινήθηκα στην Ερμού με κατεύθυνση προς Μοναστηράκι και από κει προς το σπίτι μου, όπου εκεί ανοίγοντας την τηλεόραση και βλέποντας τις ειδήσεις πληροφορήθηκα το τραγικό γεγονός του θανάτου των τριών εργαζομένων στη Marfin», υποστήριξε επίσης.
Επίσης ο Σ.Κ. υποστήριξε πως από το 2014 έχει αποστασιοποιηθεί από τις οργανωμένες διαδικασίες του αναρχικού χώρου, ενώ ζήτησε να διερευνηθεί ο αποστολέας του ανώνυμου email στην ΕΛ.ΑΣ. που τον κατονόμαζε ως έναν εκ των δραστών της φονικής επίθεσης.
«Τέλος, επειδή ενημερώθηκα ότι η υπόθεση ξεκίνησε από μια ανώνυμη καταγγελία, που εστάλη ως email στην Αστυνομία, αιτούμαι να διερευνηθεί ο αποστολέας του μηνύματος αυτού, σε επικοινωνία με την πλατφόρμα PROTON MAIL από την οποία φαίνεται να έχει σταλεί σε συνεργασία με τη Διεύθυνση Ηλεκτρονικού Εγκλήματος», επισήμανε ακόμη.
«Δεν ήμουν στο σημείο»
Στο επίμαχο email στάθηκε αρχικά κατά την απολογία του και ο δεύτερος κατηγορούμενος με τα αρχικά Α.Ε., στον οποίο αποδίδεται ρόλος «συντονιστή ή επιχειρησιακού καθοδηγητή της ομάδας» που επιτέθηκε στη Marfin.
«Από το υλικό της σε βάρος μου σχηματισθείσας δικογραφίας προκύπτει ότι δεν έγινε ουδεμία ενέργεια προκειμένου να εντοπιστεί ο φερόμενος αποστολέας του ψευδούς και ανυπόστατου email, προκειμένου να κληθεί και να καταθέσει ένορκα, ώστε να δύναται να ελεγχθεί η βασιμότητα ή μη των ισχυρισμών του, αλλά αντίστοιχα και ο ίδιος να έχω την ουσιαστική δυνατότητα να ασκήσω αποτελεσματικά τα υπερασπιστικά μου δικαιώματα. Επαναλαμβάνω πως η εκκίνηση μιας τόσο σοβαρής διαδικασίας σε βάρος μου, βασισμένης σε μια ανώνυμη, ανυπόστατη και προφανώς κακόβουλη καταγγελία πλήττει βάναυσα το θεμελιώδες δικαίωμά μου να αντιμετωπίσω την σε βάρος μου κατηγορία, να ελέγξω τα κίνητρα του φερόμενου ως καταγγέλλοντος και να αμυνθώ αποτελεσματικά, γεγονός που παραβιάζει την αρχή της δίκαιης δίκης», υπογράμμισε αρχικά στο απολογητικό υπόμνημάτουο Α.Ε.
Ο 42χρονος υποστήριξε επίσης πως την ημέρα της εμπρηστικής επίθεσης δεν βρισκόταν στο σημείο, αλλά στο σπίτι του.
«Την 5η Μαΐου 2010 ο ίδιος κινήθηκα από την οικία όπου διέμενα στα Πετράλωνα μέσω της οδού Ερμού και κατευθύνθηκα στο Σύνταγμα, όπου είχα κανονίσει να συναντηθώ με συμφοιτητές μου από τη σχολή. Καθώς όμως δεν κατόρθωσα να συναντηθώ με τους συμφοιτητές μου, επέστρεψα μέσω της ίδιας διαδρομής στην οικία όπου διέμενα στα Πετράλωνα με την τότε σύντροφό μου. Την τραγική είδηση την πληροφορηθήκαμε μαζί από τις ειδήσεις. Ως εκ τούτου, όσον αφορά το φωτογραφικό υλικό αρνούμαι εμφατικά ότι εικονίζομαι εγώ με καλυμμένα τα χαρακτηριστικά μου και βέβαια αρνούμαι κατηγορηματικά κάθε συμμετοχή ή εμπλοκή μου στην εμπρηστική επίθεση», ανέφερε.
«Δεν υπάρχει ταυτοποίηση των προσώπων»
Μία ημέρα πριν από την απολογία των δύο κατηγορουμένων ενώπιων των ανακριτικών αρχών, οι συνήγοροι υπεράσπισής τους, Άννυ Παπαρρούσου και Θανάσης Καμπαγιάννης, παρέθεσαν συνέντευξη Τύπου, όπου λίγο – πολύ υποστήριξαν πως τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στη δικογραφία είναι ισχνά.
Ειδικότερα, η κ.Παπαρρούσου υποστήριξε ότι «βασικά στοιχεία της δικογραφίας είναι το email και μια έκθεση εγκληματολογικών ερευνών που λέει ότι οι φερόμενοι ως δράστες δεν ταυτοποιούνται», ενώ σημείωσε πως το «ζήτημα της Marfin χρησιμοποιείται από την κυβέρνηση για άλλους σκοπούς».
«Δεν είναι καθόλου δεμένη η υπόθεση. Πρέπει ο δικαστικός μηχανισμός να αντισταθεί σε αυτή την πίεση»,τόνισε ακόμη. Από την πλευρά του ο Θανάσης Καμπαγιάννης υπογράμμισε ότι «πολλά από τα πράγματα που λέγονται και γράφονται από διαρροές της ΕΛ.ΑΣ. και πρόθυμους υποστηρικτές είναι ψέματα. «Δεν υπάρχει ταυτοποίηση των προσώπων». «Επειδή η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών έκανε την προσομοίωση, ακολούθησε το αμερικανικό πρωτόκολλο συγκρίνοντας τα πρόσωπα με τις φωτογραφίες. το οποίο δεν καταλήγει καν σε ικανοποιητική διαβάθμιση ‘‘ισχυρής ταυτοποίησης προσώπων’’, αλλά βρίσκεται πολύ κάτω, στη μέση της κλίμακας, που αφορά μια μέτρια, μη ασφαλή ταυτοποίηση», σημείωσε ακόμη.
*Όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΜΠΑΜ στο Ρεπορτάζ της Κυριακής 19 Ιουλίου











































