Υπάρχουν πρόσωπα που δεν εμφανίζονται συχνά στα πρωτοσέλιδα. Δεν είναι πολιτικοί, ούτε ασκούν δημόσια εξουσία. Κι όμως, πολλές φορές η υπογραφή τους αποδεικνύεται πιο καθοριστική από μία κατάθεση ή ένα αποδεικτικό στοιχείο.
Γράφει η Τζένη Μάρκου
Μία ιατροδικαστική έκθεση ή ένα τοξικολογικό πόρισμα μπορεί να καθορίσει την τύχη ενός ανθρώπου, να οδηγήσει σε μία καταδίκη, να στηρίξει μία αθώωση ή να αλλάξει ολόκληρη την πορεία μιας ποινικής έρευνας. Γι’ αυτό και οι τελευταίες εξελίξεις με τις ποινικές διώξεις σε βάρος του ιατροδικαστή Σταμάτη Μπελιβάνη και του καθηγητή Τοξικολογίας Αριστείδη Τσατσάκη δεν αποτελούν μία ακόμη δικαστική είδηση. Αγγίζουν τον πυρήνα της εμπιστοσύνης των πολιτών στη Δικαιοσύνη.
«Τα έργα και οι ημέρες» του Τσατσάκη
Ο Αριστείδης Τσατσάκης δεν ήταν ένας άγνωστος επιστήμονας. Αντιθέτως, είχε πρωταγωνιστικό ρόλο ως τεχνικός σύμβουλος της υπεράσπισης στη δίκη της Ρούλας Πισπιρίγκου, μία από τις πλέον πολύκροτες ποινικές υποθέσεις των τελευταίων ετών.
Κατά την κατάθεση του είχε δηλώσει ότι είναι «ο πιο γνωστός τοξικολόγος στον κόσμο στο πεδίο του», ενώ υπερασπιζόμενος τις θέσεις του αμφισβήτησε την τοξικολογική έκθεση για την κεταμίνη, λέγοντας χαρακτηριστικά πως «και δεκαπλάσια ποσότητα κεταμίνης να βρίσκαμε, θα ήταν ασφαλής για χρήση». Οι τοποθετήσεις του προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις μέσα και έξω από τη δικαστική αίθουσα, καθώς επιχειρούσαν να ανατρέψουν μία από τις βασικές επιστημονικές παραδοχές της υπόθεσης.
Η επιστήμη, όμως, δεν κρίνεται από τους τίτλους που αποδίδει κανείς στον εαυτό του ούτε από τις δημόσιες εμφανίσεις. Κρίνεται από την αξιοπιστία της. Και όταν ένας επιστήμονας, που παρουσιάστηκε ενώπιον της Δικαιοσύνης ως κορυφαία αυθεντία, βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπος με κατηγορίες που αφορούν το ίδιο το αντικείμενο της επιστημονικής του ιδιότητας, είναι αναπόφευκτο να γεννώνται ερωτήματα.
Δεν ήταν, όμως, η μοναδική φορά που το όνομα του βρέθηκε στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου. Το eReportaz είχε αφιερώσει σειρά δημοσιευμάτων για το εργαστήριο Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, του οποίου ήταν διευθυντής, παρουσιάζοντας στοιχεία από διεργαστηριακούς ελέγχους που, σύμφωνα με το δημοσίευμα, εμφάνιζαν λανθασμένα αποτελέσματα στον εντοπισμό ουσιών όπως η μορφίνη, οι μεταβολίτες της φλουνιτραζεπάμης και η κανναβιδιόλη.
Στην ίδια έρευνα γινόταν ακόμη αναφορά σε υποθέσεις, όπου είχαν τεθεί ζητήματα σχετικά με εργαστηριακές αναλύσεις αλκοόλης, αλλά και σε υποθέσεις από την Ίο και τη Λαμία, στις οποίες αμφισβητήθηκαν τοξικολογικά πορίσματα που είχαν συνταχθεί από το συγκεκριμένο εργαστήριο.
Συγκεκριμένα, το 2021 ένα 19χρονο κορίτσι χάνει τη ζωή του κατά τη διάρκεια διακοπών στην Ίο. Ο τοξικολογικός έλεγχος δίδεται και πάλι στο εργαστήριο Αριστείδη Τσατσάκη, ο οποίος αδυνατεί να προσδιορίσει τους μεταβολίτες μεταμφεταμινών. Το αποτέλεσμα ήταν ο θάνατος της νεαρής κοπέλας να αποδοθεί σε ανακοπή, για να αποδειχθεί στη συνέχεια ότι είχε καταναλώσει ecstasy και άλλες ουσίες…
Οι εκθέσεις του Μπελιβάνη
Το ίδιο ισχύει και για τον ιατροδικαστή Σταμάτη Μπελιβάνη. Το όνομα του είχε ήδη απασχολήσει την επικαιρότητα πολύ πριν από τις τελευταίες εξελίξεις. Η υπόθεση του θανάτου του 58χρονου Κώστα Μανιουδάκη στα Χανιά είχε αναδείξει αντιφάσεις που δεν μπορούσαν να περάσουν απαρατήρητες. Η εκπομπή «Open Τώρα» με τον Πέτρο Κουσουλό είχαν φέρει στο φως την υπόθεση, παρουσιάζοντας στοιχεία, μαρτυρίες και έγγραφα που γεννούσαν σοβαρά ερωτήματα για τις συνθήκες θανάτου του.
Αρχικά, στο πιστοποιητικό θανάτου γινόταν λόγος για παθολογικά αίτια και «απουσία κακώσεων». Λίγους μήνες αργότερα, όμως, η αναλυτική ιατροδικαστική πραγματογνωμοσύνη κατέγραφε πλήθος τραυμάτων, εκδορών και εκχυμώσεων στο κεφάλι και το σώμα του 58χρονου.

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό ήταν ότι, απαντώντας σε ερωτήματα των συνηγόρων της οικογένειας, ο ίδιος ο ιατροδικαστής ανέφερε πως οι κακώσεις «απορρίπτεται το ενδεχόμενο να είναι από πτώση εξ ιδίου ύψους», αποκλείοντας ουσιαστικά μία εκδοχή που αρχικά είχε προβληθεί. Η οικογένεια συνέχισε να ζητά επίμονα την πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης και οι αποκαλύψεις του «Open Τώρα» και των «Αποκαλύψεων» κράτησαν το θέμα στην επικαιρότητα, πολύ πριν οι σημερινές εξελίξεις φέρουν τον ίδιο στο επίκεντρο της ποινικής έρευνας.
Η υπόθεση της Έφης Τσιχλάκη -που δολοφονήθηκε το 2016- αποτέλεσε μία ακόμη υπόθεση που συνδέθηκε με το όνομα του Σταμάτη Μπελιβάνη. Σύμφωνα με όσα έχει δημόσια υποστηρίξει ο δικηγόρος της οικογένειας του θύματος, ο ιατροδικαστής, όταν βρέθηκε στον τόπο του συμβάντος, είχε εκφράσει την εκτίμηση ότι επρόκειτο για ανθρωποκτονία.
Ωστόσο, στη συνέχεια ακολούθησε διαφορετική ιατροδικαστική αξιολόγηση, η οποία βρέθηκε στο επίκεντρο έντονης δικαστικής και επιστημονικής αντιπαράθεσης, ενώ η υπόθεση κατέληξε τελικά σε καταδίκη του συζύγου της Έφης Τσιχλάκη για ανθρωποκτονία από πρόθεση.
Υπό κράτηση
Σήμερα, οι δύο επιστήμονες βρίσκονται αντιμέτωποι με ιδιαίτερα βαριές κατηγορίες. Σύμφωνα με τη δικογραφία, οι Αρχές τους αποδίδουν ότι, εκμεταλλευόμενοι την αυξημένη αποδεικτική βαρύτητα των ιατροδικαστικών και τοξικολογικών εκθέσεων, φέρονται να συνέτασσαν ή να επιχειρούσαν να συντάξουν επιστημονικά ατεκμηρίωτες ή ψευδείς γνωματεύσεις, με σκοπό την ευνοϊκή μεταβολή της δικονομικής θέσης τρίτων έναντι χρηματικών ανταλλαγμάτων.
Στη δικογραφία περιλαμβάνονται οκτώ διαφορετικές υποθέσεις – από θανατηφόρα τροχαία και αιφνίδιους θανάτους μέχρι υποθέσεις ναρκωτικών και βιασμού – οι οποίες, σύμφωνα με τις Αρχές, αποτέλεσαν τη βάση για την έκδοση των ενταλμάτων σύλληψης. Οι ίδιοι δεν έχουν ακόμη απολογηθεί και η κρίση για την ουσία των κατηγοριών ανήκει αποκλειστικά στη Δικαιοσύνη.
Ωστόσο, ανεξάρτητα από την έκβαση της υπόθεσης, ένα ζήτημα παραμένει. Όταν οι άνθρωποι που καλούνται να φωτίσουν την αλήθεια με την επιστημονική τους γνώση βρίσκονται οι ίδιοι στο επίκεντρο τόσο σοβαρών ερευνών, η εμπιστοσύνη των πολιτών δοκιμάζεται. Και μαζί της δοκιμάζεται και το κύρος των θεσμών.
Ίσως, τελικά, το μεγαλύτερο διακύβευμα αυτής της υπόθεσης να μην είναι μόνο αν θα υπάρξουν καταδίκες ή αθωώσεις. Είναι αν η Δικαιοσύνη θα μπορέσει να απαντήσει με σαφήνεια σε ένα ερώτημα που πλέον τίθεται επιτακτικά: υπάρχουν υποθέσεις του παρελθόντος που θα πρέπει να επανεξεταστούν; Υπάρχουν οικογένειες που περιμένουν ακόμη να μάθουν τι πραγματικά συνέβη; Υπάρχουν δικαστικές κρίσεις που στηρίχθηκαν σε γνωματεύσεις οι οποίες σήμερα βρίσκονται υπό αμφισβήτηση;
Η κοινωνία ζητά βεβαιότητα ότι οι επιστημονικές εκθέσεις πάνω στις οποίες στηρίζονται οι δικαστικές αποφάσεις είναι ανεξάρτητες, αντικειμενικές και αδιάβλητες. Γιατί όταν κλονίζεται η αξιοπιστία εκείνων που καλούνται να υπηρετήσουν την αλήθεια, δεν αμφισβητείται μόνο ένα πρόσωπο. Αμφισβητείται η ίδια η διαδικασία μέσα από την οποία απονέμεται δικαιοσύνη. Και αυτό είναι κάτι που αφορά όλους μας.













































