Ζαχαρίας Κεσσές για υποκλοπές: «Πραγματικά πιστεύω ότι υπάρχει ένα κομμάτι ευθείας παρέμβασης στο δικαστικό σύστημα»

Ζαχαρίας Κεσσές για υποκλοπές: «Πραγματικά πιστεύω ότι υπάρχει ένα κομμάτι ευθείας παρέμβασης στο δικαστικό σύστημα»

Στο σκάνδαλο των υποκλοπών, στις εκκρεμότητες της δικαστικής διερεύνησης και στα κρίσιμα ερωτήματα που εξακολουθούν να συνοδεύουν την υπόθεση ήταν αφιερωμένο το νέο επεισόδιο του podcast «Συναντήσεις στο Σύνταγμα», με τον καθηγητή Δημοσίου Δικαίου και Δικαίου Κοινωνικής Διοίκησης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και πρόεδρο του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, Ξενοφώντα Κοντιάδη.

Καλεσμένος της εκπομπής ήταν ο δικηγόρος Ζαχαρίας Κεσσές, ο οποίος εκπροσωπεί αρκετά από τα πρόσωπα που υπήρξαν στόχοι παρακολουθήσεων με το λογισμικό Predator. Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκαν ο τρόπος με τον οποίο διερευνήθηκε δικαστικά η υπόθεση, η λειτουργία της ΕΥΠ, τα όρια της δικαστικής και εισαγγελικής εποπτείας, αλλά και οι επόμενες νομικές μάχες που αναμένονται τόσο στο Συμβούλιο της Επικρατείας όσο και ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Η συζήτηση ακολούθησε ουσιαστικά ολόκληρη τη διαδρομή της υπόθεσης: από το αποκαλούμενο «πόρισμα Ζήση» και τους χειρισμούς της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου έως τις εξελίξεις που ακολούθησαν την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην επιλογή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου να μην προχωρήσει σε ανάσυρση της υπόθεσης από το αρχείο, καθώς και στις νέες δικαστικές κινήσεις που βρίσκονται πλέον σε εξέλιξη σε ποινικό επίπεδο.

Πολιτική παρέμβαση και ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης

Ιδιαίτερα αιχμηρός ως προς τους εισαγγελικούς χειρισμούς της υπόθεσης εμφανίστηκε ο Ζαχαρίας Κεσσές, διατυπώνοντας σοβαρές ενστάσεις για την έκταση και το βάθος της έρευνας που πραγματοποιήθηκε. «Έχω αναγκαστεί να τοποθετηθώ με μεγάλη ένταση σε όλο αυτό που έχουμε βιώσει. Συνολικά θα πω ότι οι εισαγγελικές αρχές δεν έχουν σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Και αυτό είναι ένα μοτίβο που έχει επαναληφθεί από τη στιγμή που πήρε στα χέρια της τη δικογραφία η τότε Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, η κυρία Αδειλίνη – τη χειρίστηκε μαζί με τον Εισαγγελέα τότε, τον κ. Ζήση – και όπως εξελίχθηκε η υπόθεση στα χέρια του κ. Τζαβέλλα και του κ. Μπακέλα. Και το λέω διότι η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου δεν έχει κάνει αυτό που θα έπρεπε να κάνει, δηλαδή την πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης και την άσκηση ποινικών διώξεων», ανέφερε.

Ο ίδιος συνέδεσε τη μη άσκηση ποινικών διώξεων με ένα ευρύτερο ζήτημα που αφορά την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης απέναντι στην εκτελεστική εξουσία. Όπως υποστήριξε, η αποφυγή άσκησης δίωξης μπορεί να αποτελέσει μια λιγότερο εμφανή μορφή πολιτικής παρέμβασης στη λειτουργία του δικαστικού συστήματος, επικαλούμενος σχετικές επισημάνσεις ευρωπαϊκών θεσμών ήδη από το 2010.

«Πραγματικά πιστεύω ότι υπάρχει ένα κομμάτι ευθείας παρέμβασης στο δικαστικό σύστημα και ταυτόχρονα υπάρχει ένα κομμάτι που έχει να κάνει με την οικειοθελή, εκούσια συμμόρφωση στην εικαζόμενη βούληση της εκτελεστικής εξουσίας. Και θα πρέπει να θυμόμαστε ότι, όταν μιλάμε για ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, γενικότερα η ανεξαρτησία κρίνεται με βάση την ανεξαρτησία απέναντι στην εκτελεστική εξουσία», σημείωσε.

Κατά τον ίδιο, οι χειρισμοί της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου δείχνουν ότι δεν διερευνήθηκαν στον βαθμό που, κατά την άποψή του, απαιτούσαν τα δεδομένα της υπόθεσης πρόσωπα που είχαν κατονομαστεί σε μηνύσεις και καταγγελίες.

«Είναι γεγονός ότι έχει προσπαθήσει πάρα πολύ η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου να μη φέρει σε δύσκολη θέση την εκτελεστική εξουσία. Η μη άσκηση διώξεων, η μη εξέταση ως υπόπτων προσώπων τα οποία καταμηνύθηκαν ευθέως ως έχοντα σημαντικό ρόλο στην υπόθεση, όπως ο πρώην γενικός γραμματέας ή ο επικεφαλής της ΕΥΠ, είναι πρακτικές οι οποίες αποδεικνύουν ότι δεν έχουν γίνει τυχαία κάποια πράγματα και οι παραλείψεις δεν οφείλονται σε κάποια τυχαιότητα», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Στη συνέχεια, η συζήτηση στράφηκε στα επιμέρους στοιχεία που έχουν αναδειχθεί κατά την πολύχρονη έρευνα γύρω από τις υποκλοπές και τα οποία, σύμφωνα με τον Ζαχαρία Κεσσέ, θα έπρεπε να έχουν οδηγήσει σε ευρύτερη διερεύνηση της υπόθεσης, ακόμη και υπό το πρίσμα του αδικήματος της κατασκοπείας. Μεταξύ αυτών, τέθηκαν στο τραπέζι τα ψηφιακά ίχνη που φέρεται να συνδέονται με την Intellexa και έχουν εντοπιστεί σε απόρρητα έγγραφα της ΕΥΠ, αλλά και το γεγονός ότι στο σύνολο των προσώπων που έχουν αναφερθεί ως στόχοι παρακολουθήσεων περιλαμβάνονται υπουργοί και ανώτατα στελέχη του κρατικού μηχανισμού.

Ζητούνται αντισώματα

Από την πλευρά του, ο κος Κοντιάδης τόνισε ότι η συζήτηση γύρω από την υπόθεση των υποκλοπών αφορά την ίδια τη Δημοκρατία, το Κράτος Δικαίου και «τον τρόπο που ένα βαθύ κράτος αυτή τη στιγμή λειτουργεί», τονίζοντας ότι η έλλειψη διαφάνειας σημαίνει έλλειμμα για τη Δημοκρατία. «Αυτό που καλείται η ελληνική Πολιτεία, η ελληνιή κοινωνία και η ελληνική Δικαιοσύνη να αποδείξει είναι αν υπάρχουν αντισώματα. Αν υπάρχουν κοινοβουλευτικά αντισώματα, αν υπάρχουν αντισώματα στο δικαστικό σύστημα, στις δικαστικές και ανεξάρτητες αρχές, στους πολίτες. Η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ήταν μια ρωγμή, αλλά ήταν στο πλαίσιο άσκησης του δικαιοδοτικού έργου. Όπου αφέθηκε η Δικαιοσύνη να ασκήσει το δικαιοδοτικό της έργο το έκανε πολύ σωστά, με ακρίβεια και με επιμέλεια. Δικαιοδοτικό έργο δεν είναι η εισαγγελική λειτουργία. Οι εισαγγελείς δεν μετέχουν στο δικαιοδοτικό έργο, παρά μόνο είναι υπεύθυνοι για την άσκηση ποινικών διώξεων. Το λέω διότι υπάρχει μια στρέβλωση που είναι η ιεραρχική εξάρτηση των εισαγγελέων, η οποία πραγματικά μας κάνει να πιστεύουμε ότι ίσως δεν υπάρχει εξωτερική και εσωτερική αντικειμεικότητα και αμεροληψία», επεσήμανε ο Ζ. Κεσσές στο κλείσιμο της συζήτησης.

Ακούστε ολόκλήρη τη συζήτηση παρακάτω: 

Γίνετε συνδρομητές στο «Δικαστικό Ρεπορτάζ», το κορυφαίο μηνιαίο περιοδικό για τη Δικαιοσύνη. Για περισσότερες πληροφορίες πατήστε εδώ.

Ακολουθήστε μας στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι για όλες τις ειδήσεις

Καμία δημοσίευση για προβολή