Παναγιώτης Περάκης: «Δικαστές και δικηγόροι, να δούμε τους εαυτούς μας ως συνυπεύθυνους για το πρόβλημα της ταχύτητας απονομής Δικαιοσύνης και για τη λύση του»

Παναγιώτης Περάκης: «Δικαστές και δικηγόροι, να δούμε τους εαυτούς μας ως συνυπεύθυνους για το πρόβλημα της ταχύτητας απονομής Δικαιοσύνης και για τη λύση του»

Σε μια περίοδο κατά την οποία ζητήματα απονομής της ελληνικής Δικαιοσύνης βρίσκονται διαρκώς στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου, είτε λόγω θεσμικών μεταρρυθμίσεων είτε εξαιτίας υποθέσεων που προκαλούν έντονες κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις, η ανάγκη για ψύχραιμη, τεκμηριωμένη και ανεξάρτητη παρέμβαση καθίσταται περισσότερο επίκαιρη από ποτέ. 

Δύο χρόνια μετά την ίδρυση του Justice Watch, ο δικηγόρος Παναγιώτης Περάκης, πρώην πρόεδρος του Συμβουλίου των Δικηγορικών Συλλόγων της Ευρώπης (CCBE) και επικεφαλής του ανεξάρτητου παρατηρητηρίου για τη Δικαιοσύνη, ανοίγει τα χαρτιά του στο περιοδικό «Δικαστικό Ρεπορτάζ». Μεταξύ άλλων, μιλά για τις χρόνιες παθογένειες της ελληνικής Δικαιοσύνης, τις προκλήσεις της συνταγματικής αναθεώρησης, την ποιότητα του δημόσιου διαλόγου γύρω από τις δικαστικές αποφάσεις, αλλά και για τις παρεμβάσεις που θεωρεί αναγκαίες προκειμένου να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς.

Συνέντευξη στο ΣΤΑΘΗ ΜΠΑΛΤΑ**

– Το Justice Watch δημιουργήθηκε με στόχο να αποτελέσει έναν ανεξάρτητο θεσμό παρακολούθησης και τεκμηριωμένης παρέμβασης στα ζητήματα της Δικαιοσύνης. Δύο χρόνια μετά, ποιο θεωρείτε ότι είναι το σημαντικότερο αποτύπωμα που έχει αφήσει στη δημόσια ζωή και στον θεσμικό διάλογο;  

Παναγιώτης Περάκης: Παρόλο που είναι ακόμη νωρίς και που κι εγώ και όλοι μας θα θέλαμε να έχουμε κάνει ακόμη περισσότερα, νομίζω ότι αυτό που έχουμε ήδη καταφέρει με το Justice Watch είναι η εκφορά του λόγου μας να χαρακτηρίζεται πάντα από νηφαλιότητα και ουσία, μακριά από εύκολα λόγια και φτηνούς εντυπωσιασμούς, έχοντας ως αποκλειστική στόχευση την αντιμετώπιση των προβλημάτων που ταλανίζουν την ελληνική Δικαιοσύνη. Τίποτε άλλο. Καμιά υστεροβουλία, καμία διάθεση να εξυπηρετήσουμε τον οποιονδήποτε, καμιά συμμετοχή σε πολιτικά ή άλλα παιχνίδια. 

Οι άνθρωποι εντός του Justice Watch δεν ταυτιζόμαστε ως προς τις πολιτικές μας απόψεις, θεωρούμε μάλιστα αυτή την ποικιλομορφία ή και τις διαφωνίες μας ορισμένες φορές όχι πρόβλημα αλλά πλούτο. Αυτό που μας ενώνει είναι η κοινή διάθεση να συμβάλλουμε ώστε τα πράγματα να γίνουν καλύτερα. Θεωρώ πολύ μεγάλη επιτυχία ότι αυτό έχει γίνει κοινός τόπος για όσους μας παρακολουθούν, δηλαδή για όσους ασχολούνται με τα θέματα Δικαιοσύνης. Όλοι αναγνωρίζουν ότι ο λόγος του Justice Watch είναι λόγος τεκμηριωμένος και καλόπιστος, μακριά από κάθε είδους συμφέροντα, κάτι πολύ σπάνιο στη χώρα μας. Αυτό θέλουμε να είναι το αποτύπωμά μας στον δημόσιο διάλογο. Αν πρέπει να αναφέρω ένα παράδειγμα, νομίζω ότι η ανακοίνωση που εκδώσαμε με αφορμή  την υπόθεση των Τεμπών, επαναφέροντας την γλώσσα της λογικής και της σοβαρότητας, σε μια περίοδο που είχε χαθεί κάθε μέτρο, σχεδόν απ΄ όλους, αποτελεί ένα καλό παράδειγμα. 
 

“Όλοι δείχνουν τις ευθύνες των άλλων, της κυβέρνησης, του τύπου, των διαδίκων, αφήνοντας στην άκρη τις δικές τους”

–  «Όσον αφορά το ζήτημα της ταχύτητας απονομής της Δικαιοσύνης, δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τις συνέπειες των τελευταίων αλλαγών, αλλά έχω την αίσθηση ότι συνεχίζουμε να βρισκόμαστε στις τελευταίες θέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση».  Αυτή την φράση την είχατε διατυπώσει σε ημερίδα του Justice Watch τον Ιανουάριο του 2026. Λίγους μήνες αργότερα, τα στοιχεία της CEPEJ φαίνεται να επιβεβαιώνουν την εκτίμησή σας. Πού αποδίδετε αυτή τη διαχρονική υστέρηση της ελληνικής Δικαιοσύνης και ποιες αλλαγές θεωρείτε απολύτως αναγκαίες για να αναστραφεί η κατάσταση;

Η αλήθεια είναι πως οι συνέπειες των πιο πρόσφατων νομοθετικών αλλαγών, όπως η κατάργηση των Ειρηνοδικείων στην οποία αναφερόμουν, δεν έχουν ακόμη πλήρως μετρηθεί. Από τα πρώτα όμως στοιχεία προκύπτει πως, παρότι κινούνται προς μια θετική μάλλον κατεύθυνση, δεν φαίνεται δυστυχώς να μπορούν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά το μεγάλο πρόβλημα των καθυστερήσεων, στο οποίο, συμφωνώ, έγκειται η μεγάλη διαχρονική υστέρηση της ελληνικής Δικαιοσύνης. Οι αιτίες γι αυτό είναι πάρα πολλές. Από την απαράδεκτη τυπολατρία που χαρακτηρίζει την απονομή της Δικαιοσύνης στην Ελλάδα και που πολύ συχνά είναι η αιτία κάποιος που έχει ολοφάνερα δίκιο να μη μπορεί να το βρει στα δικαστήρια, μέχρι την έλλειψη δικαστικών υπαλλήλων, τη μη αξιοποίηση της νέας τεχνολογίας, τη μη ουσιαστική αξιολόγηση των δικαστών κλπ. Το κυριότερο όμως πρόβλημα θεωρώ ότι είναι πως κανείς από τους άμεσα εμπλεκομένους, δηλαδή κυρίως τους δικαστές και τους δικηγόρους, δεν αντιλαμβάνεται ως δικό του πρόβλημα το πρόβλημα των καθυστερήσεων και, γενικότερα, της αποτελεσματικότητας στην απονομή της Δικαιοσύνης. Όλοι δείχνουν τις ευθύνες των άλλων, της κυβέρνησης, του τύπου, των διαδίκων, αφήνοντας στην άκρη τις δικές τους. 

Απαντώντας λοιπόν στο ερώτημά σας, αυτό θεωρώ ως την πιο αναγκαία αλλαγή για να αντιστραφεί η κατάσταση. Όλοι μας, και κυρίως οι δικαστές και οι δικηγόροι, να δούμε τους εαυτούς μας ως συνυπεύθυνους για το πρόβλημα και για τη λύση του, για την οποία μάλιστα οφείλουμε να δουλέψουμε μαζί, σε σχέση συνεργασίας και όχι αντιπαλότητας, όπως συμβαίνει εδώ και αρκετό καιρό. Δηλαδή, να επικρατήσει επιτέλους κι εδώ αυτό που αποτελεί την αυτονόητη πραγματικότητα για τις περισσότερες χώρες του ανεπτυγμένου κόσμου, ενώ για την χώρα μας ακούγεται σχεδόν εξωπραγματικό, η αναγκαία συνεργασία δικαστών και δικηγόρων ως συλλειτουργών της Δικαιοσύνης.

“Η καταδίκη υπουργού για πράξη που τέλεσε κατά την άσκηση των καθηκόντων του πρέπει να αποτελεί κώλυμα για την επανεκλογή ή τον επαναδιορισμό του”


–  Πριν από λίγες ημέρες, με δημόσια παρέμβασή σας για την αναθεώρηση του άρθρου 86Σ, εστιάσατε στις έννομες συνέπειες που θα πρέπει να συνεπάγεται η καταδίκη ενός υπουργού για αξιόποινη πράξη που τελέστηκε κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Πώς υποδέχθηκε ο νομικός κόσμος την πρότασή σας; Θεωρείτε ότι υπάρχουν σήμερα οι προϋποθέσεις για μια ευρύτερη θεσμική συναίνεση γύρω από αυτήν;

Θεωρώ ότι υπάρχουν. Η αναθεώρηση του άρθρου 86 είναι το μόνο ίσως σημείο που όλοι συμφωνούν ότι πρέπει να αναθεωρηθεί, ακόμη κι αυτοί που ασκούν κριτική ως προς την σκοπιμότητα αναθεώρησης του Συντάγματος στην παρούσα συγκυρία. Εγώ επισήμανα κάτι για το άρθρο 86 που έχει διαφύγει της προσοχής, στο οποίο πιστεύω ότι δύσκολα μπορεί να διαφωνήσει κανείς. Ότι δηλαδή ενώ όλοι λέμε πως το άρθρο 86 πρέπει ν΄αλλάξει και οι πολιτικοί πρέπει να δικάζονται όταν παρανομούν, και μάλιστα παραδειγματικά, χωρίς να μπορούν να αποφεύγουν την κρίση της Δικαιοσύνης επωφελούμενοι από τους εκάστοτε συσχετισμούς στη Βουλή, έχουμε ξεχάσει να ορίσουμε τις συνέπειες μιας τέτοιας καταδίκης. Διότι είναι πραγματικά εξευτελιστικό και για την πολιτική ζωή, αλλά και, κυρίως, για τη Δικαιοσύνη, να καταδικάζεται κάποιος αμετάκλητα ότι παρανόμησε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως υπουργός, να αποδεικνύεται δηλαδή με τον πιο επίσημο τρόπο ανάξιος γι αυτά, και, παρόλη την καταδίκη του, να μπορεί να συνεχίζει ανενόχλητα να αναλαμβάνει δημόσια αξιώματα, να κατεβαίνει στις εκλογές και να εκλέγεται βουλευτής ή ακόμη και να ξαναδιορίζεται υπουργός. Αυτό ισχύει σήμερα!

Μου φαίνεται λοιπόν αυτονόητο ότι πρέπει η όποια αλλαγή του άρθρου 86 να συμπληρωθεί και με τη ρητή πρόβλεψη πως οποιαδήποτε τέτοια καταδίκη αποτελεί κώλυμα για να είναι κάποιος υποψήφιος βουλευτής και για ν’ αναλάβει υπουργός. Θεωρώ ότι αν θέλουμε πραγματικά την αναβάθμιση της πολιτικής ζωής, αλλά και του ρόλου της Δικαιοσύνης, θα υπάρξει η θεσμική συναίνεση να προχωρήσουμε σ΄ αυτήν την αναγκαία συμπλήρωση. Η τρέχουσα διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης δίνει την δυνατότητα να το κάνουμε άμεσα.

–  Η αποφυλάκιση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και δημόσιες παρεμβάσεις, ακόμη και από παράγοντες εκτός Ελλάδας. Τι σας λέει αυτή η συζήτηση για τη σχέση της ελληνικής κοινωνίας με τη Δικαιοσύνη και για την ποιότητα του δημόσιου λόγου που αναπτύσσεται γύρω από τις δικαστικές αποφάσεις;

Δυστυχώς, συχνά δύσκολες νομικά συζητήσεις για εκκρεμείς νομικές υποθέσεις γίνονται στη χώρα μας με όρους μη σοβαρούς ή, αλλιώς, με όρους πολιτικούς και όχι νομικούς, κι αυτό συντελεί σημαντικά στην διαρκώς διογκούμενη φθορά της εμπιστοσύνης της ελληνικής κοινωνίας προς τη Δικαιοσύνη. Υπάρχει μεγάλη ευθύνη και του τύπου γι αυτό, κυρίως του ηλεκτρονικού, χωρίς βέβαια να φταίει μόνο ο τύπος αλλά και πολλοί άλλοι, όπως οι πολιτικοί, οι δικηγόροι, ενίοτε και οι ίδιοι οι δικαστές. 

Όπως όμως συνηθίζω να αναφέρομαι στις ευθύνες τις δικές μας, των δικηγόρων, εκείνων δηλαδή οι οποίοι, αποτελώντας  μια μικρή αλλά θορυβώθη μειονότητα, δεν τηρούν τους στοιχειώδεις κανόνες δεοντολογίας που διέπουν τη δικηγορία, έτσι δεν μπορώ να μην αναφερθώ και στις αντίστοιχες ευθύνες των άλλων, δηλαδή εν προκειμένω κυρίως του τύπου. Λυπάμαι, αλλά παρά τα απίστευτα που λέγονται δημοσίως κάθε τόσο στις διάφορες τηλεδίκες, με περισσή ευκολία και κατά βάναυση παραβίαση βασικών κανόνων δημοσιογραφικής δεοντολογίας, για σημαντικές υποθέσεις που ευλόγως απασχολούν την κοινή γνώμη, δεν είδα καθόλου να απασχολούν τα αρμόδια όργανα των δημοσιογραφικών ενώσεων, ενώ το μόνο που πετυχαίνουν είναι να καθιστούν την απονομή της Δικαιοσύνης ακόμη πιο δύσκολη και να τραυματίζουν ακόμη περισσότερο και συνήθως άδικα τη σχέση του απλού πολίτη μαζί της. Νομίζω ότι ο δημόσιος διάλογος στην Ελλάδα γίνεται ολοένα και δυσκολότερος, σχεδόν αγοραίος θα έλεγα, ιδίως για θέματα που απαιτούν νηφαλιότητα, σοβαρότητα και γνώσεις, όπως είναι τα θέματα Δικαιοσύνης. Τα social media και η νέα τεχνολογία θα κάνουν τα πράγματα ακόμη χειρότερα αν τ΄ αφήσουμε να εξελίσσονται απλά παρακολουθώντας τα. Άρα νομίζω ότι χρειάζεται άμεσα μια κοινή προσπάθεια όλων των εμπλεκόμενων θεσμικών φορέων, δηλαδή των δικηγόρων, των δικαστών και των δημοσιογράφων, για να ξαναθυμηθούμε και να προσπαθήσουμε να επαναφέρουμε τους βασικούς κανόνες που τείνουμε να ξεχάσουμε στην χώρα μας. 


–  Δύο χρόνια μετά την ίδρυσή του, σε ποια κατεύθυνση εξελίσσεται το Justice Watch; Ποιες είναι οι προτεραιότητες που έχετε θέσει για την επόμενη περίοδο;

Θέλουμε να έχουμε κατεύθυνση προς το μέλλον. Κι έτσι καθορίζονται και οι προτεραιότητές μας. Ολοκληρώνουμε τώρα μια μεγάλη μελέτη, σε συνεργασία με τη διαΝΕΟσις, που μας τίμησε με την εμπιστοσύνη της, για την Τεχνητή Νοημοσύνη στη Δικαιοσύνη, μια που η Τεχνητή Νοημοσύνη, θέλοντας και μη, είναι το μέλλον και στη Δικαιοσύνη. Άλλωστε είναι ήδη παρούσα. Ολοκληρώνουμε επίσης αυτήν την περίοδο μια πανελλήνια έρευνα που πιστεύω ότι θα κάνει μεγάλη αίσθηση, καθώς αφορά στο κατά πόσο η ελληνική Δικαιοσύνη σέβεται στην πράξη κάποια συγκεκριμένα ανθρώπινα δικαιώματα, με καταλυτικά στοιχεία. Κατά τα λοιπά θα συνεχίσουμε να παρεμβαίνουμε όπου νομίζουμε ότι χρειάζεται, είτε με ανακοινώσεις είτε με διοργάνωση εκδηλώσεων και δημόσιο διάλογο, διατηρώντας ως κόρη οφθαλμού την σοβαρότητα και την ανεξαρτησία μας, που σημαίνει ότι δεν θέλουμε, δεν ζητάμε και δεν λαμβάνουμε χρηματοδοτήσεις από το κράτος. 


–  Πώς θα θέλατε να σας θυμούνται οι συνάδελφοί σας όταν κάποια στιγμή ολοκληρωθεί η ενεργός θεσμική σας διαδρομή;

Ως κάποιον που πορεύθηκε με αξιοπρέπεια και που πίστευε στη Δικαιοσύνη, θεωρώντας πάντα καθήκον να κάνει ο,τι μπορεί γι αυτήν, όπως και τιμή την δικηγορική του ιδιότητα. 

**Όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Δικαστικό Ρεπορτάζ, τεύχος 47

Γίνετε συνδρομητές στο «Δικαστικό Ρεπορτάζ», το κορυφαίο μηνιαίο περιοδικό για τη Δικαιοσύνη. Για περισσότερες πληροφορίες πατήστε εδώ.

Ακολουθήστε μας στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι για όλες τις ειδήσεις

Προηγούμενο άρθρο Διεθνές Νομικό Συνέδριο στη Νάπολη υπό την Ένωση Ποινικολόγων και Μαχόμενων Δικηγόρων και τον ΔΣΚ
Avatar photo
Ο Στάθης Μπαλτάς γεννήθηκε στον Άγιο Στέφανο το 1998. Σπούδασε στο Τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ στη συνέχεια απέκτησε το μεταπτυχιακό δίπλωμα «Ψηφιακά Μέσα Επικοινωνίας και Περιβάλλοντα Αλληλεπίδρασης» του ίδιου Τμήματος. Ξεκίνησε την πορεία του το 2016 από την τοπική δημοσιογραφία και τη μηνιαία εφημερίδα «Βόρεια Προάστια», στην οποία αρθρογραφούσε μέχρι το 2019. Παράλληλα, το 2018 έκανε πρακτική άσκηση στο Γραφείο Τύπου και Κοινοβουλευτικής Πληροφόρησης της Βουλής. Το 2020 έκανε τρίμηνη πρακτική άσκηση στη «Μηχανή του Χρόνου». Το καλοκαίρι του 2020 ξεκίνησε να εργάζεται στην ιστοσελίδα e-reportaz.gr και dikastikoreportaz.gr, καθώς και στην εφημερίδα «ΜΠΑΜ», αναλαμβάνοντας τη στήλη του ελεύθερου ρεπορτάζ, ενώ έκανε και τα πρώτα του βήματα στο δικαστικό ρεπορτάζ. Μετά από μια μικρή παύση από τη δημοσιογραφία, ο Στάθης Μπαλτάς επέστρεψε το 2025 στο e-reportaz.gr και dikastikoreportaz.gr, αναλαμβάνοντας παράλληλα και την αρχισυνταξία του μηνιαίου συνδρομητικού περιοδικού «Δικαστικό Ρεπορτάζ». Από το Σεπτέμβριο του 2025 είναι μέλος της δημοσιογραφικής ομάδας των εκπομπών «Αποκαλύψεις» και «Νύχτα Αποκαλυψεων» του ANT1.

Καμία δημοσίευση για προβολή