Για «σπασμωδική αντίδραση» και «ανακρίβειες στα όρια της συκοφαντίας» κάνει λόγο ο πρόεδρος του Παρατηρητηρίου Δικαιοσύνης – Η απάντηση στις αιχμές της Ένωσης και η πρόσκληση στον Χριστόφορο Σεβαστίδη
“Σκληρή” απάντηση στην Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων (ΕνΔΕ) δίνει ο πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Παρατηρητηρίου Δικαιοσύνης (Justice Watch), Παναγιώτης Περάκης, με αφορμή τη σφοδρή ανακοίνωση που εξέδωσε η Ένωση κατά του φορέα και της προγραμματισμένης εκδήλωσής του στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών.
Ο Παναγιώτης Περάκης, με ανάρτησή του στο Facebook το απόγευμα της Τετάρτης 14 Οκτωβρίου, χαρακτηρίζει την παρέμβαση της ΕνΔΕ «απρόκλητη σφοδρή επίθεση», υποστηρίζοντας ότι αποτελεί «ασφαλές δείγμα ότι η πολιτική της οξύτητας φτάνει στα όριά της», ενώ αποδίδει την αντίδραση της Ένωσης στο διαφορετικό μήνυμα που επιχειρεί να εκπέμψει η εκδήλωση της 20ής Οκτωβρίου, με επίκεντρο τη συνεργασία δικαστών και δικηγόρων.
«Είναι φανερό ότι η πραγματοποίηση και μόνο της εκδήλωσης αυτής, στην οποία συμμετέχουν ως ομιλητές αντιπροσωπευτικοί κορυφαίοι εκπρόσωποι τόσο των δικαστών όσο και των δικηγόρων, εκπέμπει ένα εντελώς διαφορετικό μήνυμα από αυτό της οξύτητας στο οποίο αδιέξοδα επιμένει η ΕνΔΕ, εξ ου και η αντίδρασή της», σημειώνει χαρακτηριστικά.
«Ανακρίβειες στα όρια της συκοφαντίας»
Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίζεται ο πρόεδρος του Justice Watch απέναντι στις αναφορές της ΕνΔΕ για παλαιότερες δημόσιες παρεμβάσεις και καταγγελλόμενες επιθέσεις σε βάρος δικαστικών λειτουργών.
Ο Παναγιώτης Περάκης επισημαίνει ότι η ανακοίνωση αποδίδει στο Παρατηρητήριο ενέργειες που φέρονται να πραγματοποιήθηκαν το 2022, παρότι ο συγκεκριμένος φορέας ιδρύθηκε και άρχισε να λειτουργεί, όπως τονίζει, στα τέλη του 2024.
«Αντιπαρέρχομαι τις ανακρίβειες που περιλαμβάνει η ανακοίνωση, η οποία μάλιστα φτάνει να μας κατηγορεί ότι προβήκαμε το 2022 σε δημόσια διαπόμπευση δικαστών και ζητήσαμε τον πειθαρχικό τους έλεγχο, ενώ το Παρατηρητήριό μας ιδρύθηκε και άρχισε να λειτουργεί δύο χρόνια αργότερα», αναφέρει.
Παράλληλα, απορρίπτει κατηγορηματικά την αιτίαση ότι το Justice Watch έχει χαρακτηρίσει συλλήβδην τους Έλληνες δικαστές «ράθυμους».
Όπως υποστηρίζει, το Παρατηρητήριο ουδέποτε υιοθέτησε μια τέτοια γενικευτική τοποθέτηση, διαχωρίζοντας τις δημόσιες παρεμβάσεις του φορέα από ενδεχόμενες τοποθετήσεις τρίτων προσώπων που συμμετείχαν σε εκδηλώσεις του.
«Ποτέ δεν χαρακτηρίσαμε ράθυμους τους Έλληνες δικαστές, όπως, στα όρια της συκοφαντίας, αναφέρεται στην ανακοίνωση της ΕνΔΕ», τονίζει, αποδίδοντας στη διοίκηση της Ένωσης την πρόθεση να παρουσιάσει το Παρατηρητήριο ως αντίπαλο των δικαστικών λειτουργών.
Αναλυτικά όσα γράφει ο Παναγιώτης Περάκης:
Μια απρόκλητη σφοδρή επίθεση από την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, ασφαλές δείγμα ότι η πολιτική της οξύτητας φτάνει στα όριά της.
Πριν από λίγο πληροφορήθηκα με λύπη και κατάπληξη ότι το ΔΣ της ΕνΔΕ εξέδωσε σήμερα το πρωί (!) ανακοίνωση που στρέφεται αποκλειστικά κατά του Παρατηρητηρίου Δικαιοσύνης. Προφανώς η αιτία που η ΕνΔΕ μας έκανε την τιμή -το εννοώ- να ασχοληθεί μαζί μας είναι η εκδήλωση που διοργανώνουμε την ερχόμενη Τρίτη με θέμα «Η συνεργασία δικαστών και δικηγόρων προϋπόθεση για την εύρυθμη λειτουργία της Δικαιοσύνης». Είναι φανερό ότι η πραγματοποίηση και μόνο της εκδήλωσης αυτής, στην οποία συμμετέχουν ως ομιλητές αντιπροσωπευτικοί κορυφαίοι εκπρόσωποι τόσο των δικαστών όσο και των δικηγόρων, εκπέμπει ένα εντελώς διαφορετικό μήνυμα από αυτό της οξύτητας στο οποίο αδιέξοδα επιμένει η ΕνΔΕ, εξ ου και η αντίδρασή της.
Αντιπαρέρχομαι τις ανακρίβειες που περιλαμβάνει η ανακοίνωση, η οποία μάλιστα φτάνει να μας κατηγορεί ότι προβήκαμε το 2022 σε δημόσια διαπόμπευση δικαστών και ζητήσαμε τον πειθαρχικό τους έλεγχο, ενώ το Παρατηρητήριό μας ιδρύθηκε και άρχισε να λειτουργεί δύο χρόνια αργότερα, το τέλος του 2024… Είναι σκόπιμο όμως να θυμίσω σε όλους και ιδίως στην ΕνΔΕ ότι εμείς όχι μόνο δεν κατηγορήσαμε ποτέ την ελληνική Δικαιοσύνη και συλλήβδην τους Έλληνες δικαστές, αλλά είμασταν από τους ελάχιστους ή και οι μόνοι ίσως που δημόσια τους στηρίξαμε σε πολύ χαλεπές περιόδους, γενικού παραλογισμού (που και η στάση της ίδιας της ΕνΔΕ τότε ενθάρρυνε), με σύσσωμη την κοινή γνώμη να έχει στραφεί, εντελώς άδικα, κατά της ελληνικής Δικαιοσύνης.
Όποιος έχει διαβάσει τις ανακοινώσεις μας και έχει παρακολουθήσει τις εκδηλώσεις μας (μπορεί και τώρα να το κάνει, όλες είναι αναρτημένες) γνωρίζει πολύ καλά ότι ποτέ δεν χαρακτηρίσαμε ράθυμους τους Έλληνες δικαστές, όπως, στα όρια της συκοφαντίας, αναφέρεται στην ανακοίνωση της ΕνΔΕ, προφανώς για να μας παρουσιάσει ως εχθρούς των δικαστών και να ενεργοποιήσει τα αντανακλαστικά των μελών της. Άλλο φυσικά αν σε κάποια εκδήλωσή μας κάποιος που πήρε τον λόγο να αναφέρθηκε στην σχετική μικρή μειονότητα, η οποία βεβαίως και είναι υπαρκτή, αδικεί τη συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων δικαστών και ελέγχεται -καλώς- από τα αρμόδια δικαστικά όργανα, που τα τελευταία χρόνια σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν επιβάλει και την ποινή της απόλυσης.
Βεβαίως, υπάρχουν πράγματι ζητήματα που αναδείξαμε τα οποία ενδέχεται να ενοχλούν όσους δεν θέλουν να αλλάξουν τα κακώς κείμενα της ελληνικής Δικαιοσύνης. Όπως το ζήτημα της προκλητικής βραδύτητας στην απονομή της (βραδύτητα που ουσιαστικά ακυρώνει το δικαίωμα πρόσβασης στη Δικαιοσύνη των λιγότερο προνομιούχων, οι οποίοι στερούνται της δυνατότητας μακροχρόνιων και πολυέξοδων δικαστικών αγώνων για να βρουν το δίκιο τους, εν αντιθέσει με τους ισχυρούς όταν αδικούν) ή της τυπολατρίας (που έχει στιγματισθεί και από τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ, ζήτημα που επίσης φαλκιδεύει το δικαίωμα πρόσβασης στη Δικαιοσύνη, το οποίο εμπεριστατωμένα αναδείξαμε, με προτάσεις για την αντιμετώπισή του) ή της αξιολόγησης, η οποία είναι γνωστό ότι ουσιαστικά δεν υπάρχει στην ελληνική Δικαιοσύνη, κάτι εντελώς άδικο γι αυτούς που πασχίζουν περισσότερο.
Οποιοσδήποτε νοιάζεται για την Δικαιοσύνη στη χώρα μας, είτε είναι δικαστής είτε δικηγόρος είτε δημοσιογράφος είτε απλός πολίτης, δικαιούται προφανώς να θέτει αυτά τα ζητήματα στον δημόσιο διάλογο και να ενθαρρύνει την διατύπωση προτάσεων εις όφελος της κοινωνίας και του δικαίου, χωρίς να ζητά την προηγούμενη έγκριση της σημερινής διοίκησης της ΕνΔΕ, η οποία ακριβώς στα θέματα αυτά θα μπορούσε να ζητήσει την εμπειρία των συναδέλφων της στην υπόλοιπη Ευρώπη, την οποία οψίμως ανακάλυψε. Θα μπορούσε επίσης να ενημερωθεί από τους συναδέλφους της πόσο υστερούμε στα ζητήματα αυτά. Κυρίως όμως θα μπορούσε να πληροφορηθεί ότι στον ευρωπαϊκό νομικό πολιτισμό θεσμικός συνομιλητής είναι πάντοτε και η κοινωνία των πολιτών, και μάλιστα κορυφαίος, χάριν δε αυτής υπάρχει η απαίτηση διαφάνειας και λογοδοσίας, αντίθετα με ο,τι συμβαίνει σε καθεστώτα όπως λ.χ. της Βενεζουέλας ή της Κούβας, στα οποία η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, όπως και η ελευθερία της έκφρασης και, γενικότερα, τα δικαιώματα, ο διάλογος και η δημοκρατία δεν έχουν και πολλή πέραση.
Για το ποιοι απαρτίζουν το νόμιμα αναγνωρισμένο σωματείο μας είμαστε υπερήφανοι. Δεν χρειάζεται να αναφέρω ονόματα, όποιος ανατρέξει στην ιστοσελίδα μας ή στις εκδηλώσεις μας μπορεί εύκολα να αναγνωρίσει πολλούς απ΄ αυτούς, όλοι διακεκριμένοι δικηγόροι, δημοσιογράφοι, πρώην δικαστικοί λειτουργοί κλπ, απ΄ όλο ανεξαιρέτως το πολιτικό φάσμα, με μόνη κοινή έγνοια το πώς θα κάνουμε τα πράγματα καλύτερα στην πολύπαθη ελληνική Δικαιοσύνη, πώς θα την κάνουμε πιο αποτελεσματική, πιο δίκαιη και πιο ανεξάρτητη, στηρίζοντάς την πάντοτε στις δύσκολες στιγμές.
Αυτή είναι η δική μας «συγκεκριμένη στόχευση» και αυτό κάνουμε, πιστεύοντας και ενθαρρύνοντας τον διάλογο και την συνεργασία όλων των εμπλεκομένων, όπως ακριβώς συμβαίνει και με την εκδήλωσή μας της ερχόμενης Τρίτης, στην οποία έχουμε προσκαλέσει κορυφαίους ομιλητές και από τις δύο πλευρές, κάτι που δεν συνηθίζει η ΕνΔΕ, όπως φάνηκε κι από την τελευταία εκδήλωσή της με τίτλο τις ακραίες συμπεριφορές των δικηγόρων.
Νομίζω ειλικρινά ότι η σημερινή ανακοίνωση της ΕνΔΕ την αδικεί. Είναι μια σπασμωδική αντίδραση σε κάτι που αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να αποφύγει, δηλαδή τη μετάβαση σε μια διαφορετική συναντίληψη στις σχέσεις των δύο συλλειτουργών της Δικαιοσύνης, η οποία είναι αυτονόητη σ΄ ολόκληρη την υπόλοιπη Ευρώπη, ενώ εδώ ακόμη ζητούμενη. Όμως η οξύτητα, όσο κι αν μπορεί πρόσκαιρα να εξυπηρετεί και ν’ αποφέρει κάποια κέρδη σε όσους την χρησιμοποιούν, τελικά πάντοτε αποδεικνύεται αδιέξοδη και παντελώς ατελέσφορη ως προς την ουσία. Χωρίς να θεωρώ ότι έχουμε το ανάστημα να δίνουμε συμβουλές σε κανέναν και μάλιστα σ΄ έναν φορέα όπως η ΕνΔΕ, προς τον οποίο είναι δεδομένος ο θεσμικός σεβασμός μας, πιστεύω ειλικρινά πως είναι καιρός πια η σημερινή διοίκησή της ν΄αφήσει πίσω της αυτή την αδιέξοδη, βλαβερή για όλους στάση και να πρωτοστατήσει στη δημιουργία μιας νέας σχέσης με τους δικηγόρους, αλληλοσεβασμού και συνεργασίας. Εμείς θα συνεχίσουμε να προσπαθούμε προς αυτήν την κατεύθυνση. Γι αυτό, αντί άλλης απάντησης, έχουμε προσκαλέσει στην εκδήλωσή μας τον κ. Σεβαστίδη, τον οποίο με χαρά θα καλωσορίσουμε και θα του ζητήσουμε να συμμετάσχει αν θέλει, και μάλιστα κατά προτεραιότητα, στον διάλογο που θ΄ ακολουθήσει τις αρχικές τοποθετήσεις, στην αξία του οποίου εμείς πάντοτε πιστεύουμε.
Τέλος, αν και ίσως δεν θάπρεπε, θέλω να κλείσω με κάτι προσωπικό. Εδώ και πολλά χρόνια, από την αρχή της ενασχόλησής μου με τα κοινά των δικηγόρων και με τα θέματα Δικαιοσύνης, είτε ως ένα απλό μέλος του ΔΣ του ΔΣΑ είτε ως Πρόεδρος του CCBE εκπροσωπώντας 1,1 εκ. Ευρωπαίους δικηγόρους, τάχθηκα πάντοτε κατά των συγκρουσιακών λογικών και υπέρ της συνεργασίας με τους δικαστές, χωρίς να σταματήσω ποτέ να υπενθυμίζω τις δικές μας ευθύνες, των δικηγόρων. Πολλές φορές μάλιστα δέχτηκα σκληρή κριτική από τους συναδέλφους μου γιατί συχνά (όπως λχ πριν από λίγες ημέρες, σε εκδήλωση για τον νέο Κώδικα Δικηγόρων) εγκαλώ τους Ελληνικούς Δικηγορικούς Συλλόγους για την υπερβολική κατά τη γνώμη μου υστέρηση στις πειθαρχικές μας διαδικασίες και στον έλεγχο τήρησης της δεοντολογίας. Σε σχέση δε με τις απαράδεκτες συμπεριφορές γνωστών δικηγόρων σε πρόσφατες υποθέσεις μπορεί κανείς να ανατρέξει στις αναρτήσεις μου -που είναι όλες δημόσιες- και να δει πόσο τις στηλίτευσα, με ονόματα και διευθύνσεις, ζητώντας την τιμωρία τους εκεί που έπρεπε. Όπως και πόσο υποστήριξα τους Έλληνες δικαστές, όταν και η Ένωσή τους τους είχε εγκαταλείψει.
Αυτά, για να ξέρουν σε ποιόν απευθύνονται.
Τα λέμε την Τρίτη!












































