Στο αρχείο παραμένει ο φάκελος των υποκλοπών, με τη “σφραγίδα” του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Μπακέλα – Ξεχωριστοί οι νομικοί λόγοι που επικαλείται για κάθε αίτημα
Μετά τα τέσσερα διαφορετικά αιτήματα για την πλήρη διερεύνση της υπόθεσης που πλήττει το Κράτος Δικαίου, ο Άρειος Πάγος επιμένει στην αρχειοθέτηση της υπόθεσης των υποκλοπών.
Για ακόμη μια φορά αποφασίζεται ότι δεν πρέπει να διενεργηθεί έρευνα για κατασκοπεία, παρά την πληθώρα νέων στοιχείων που έχουν προκύψει μετά τη δίκη στο Μομονελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, την αγωγή Ντίλιαν καθώς και τις μηνύσεις που κατατέθηκαν από τον Αντώνη Σαμαρά και το Χρήστο Σπίρτζη.
Ο Εισαγγελέας του ανωτάτου δικαστηρίου με χωριστές πράξεις αποφάνθηκε για καθένα από τα τέσσερα αιτήματα, καθώς το καθένα κρίθηκε με ειδική αιτιολογία.
Η αιτιολογία
Σε ό,τι αφορά το αίτημα του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, με το οποίο ζητούσε «την πλήρη διαλεύκανση της παγίδευσής του», ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έκρινε ότι δεν προσκομίστηκαν νέα στοιχεία, πέραν εκείνων που είχαν ήδη ερευνηθεί τόσο από τον επίτιμο πλέον αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχ. Ζήση όσο και από τον πρώην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κων. Τζαβέλα.
Σχετικά με το αίτημα του πρώην υπουργού επί ΣΥΡΙΖΑ Χρήστου Σπίρτζη για εκ νέου έρευνα των υποκλοπών, με την προσκόμιση μηνυμάτων (emails) από το κινητό του, εκ των οποίων ένα έφερε τον χαρακτηρισμό «απόρρητο», στην ειδική πράξη μη ανάσυρσης της υπόθεσης ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου σημειώνει ότι δεν προσκομίστηκε κάτι καινούργιο σε σχέση με όσα εξετάστηκαν στην πολύμηνη δίκη των τεσσάρων ιδιωτών. Η διαδικασία αυτή κατέληξε σε βαριές καταδίκες για τους τέσσερις επιχειρηματίες, οι οποίοι αναμένουν πλέον την κρίση της ελληνικής Δικαιοσύνης σε δεύτερο βαθμό.
Σε ό,τι αφορά τα αιτήματα που κατατέθηκαν από τον δικηγόρο Ζαχαρία Κεσσέ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, με χωριστές πράξεις, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι για νομικούς λόγους δεν μπορεί να ανοίξει εκ νέου η έρευνα.
Σύμφωνα με την πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, οι νομικοί αυτοί λόγοι συνίστανται, μεταξύ άλλων, στο ότι ο Ταλ Ντίλιαν, ο οποίος έχει δηλώσει δημόσια ότι εμπορεύθηκε το Predator σε κρατικές οντότητες και υπηρεσίες, θεωρείται εμπλεκόμενος στην υπόθεση των υποκλοπών και δεν μπορεί να εξεταστεί ως μάρτυρας, καθώς η μαρτυρία του θα τεθεί αμέσως εκτός δικογραφίας, σύμφωνα με τον ποινικό νόμο. Αντίστοιχη επισήμανση γίνεται και για τους άλλους τρεις που καταδικάστηκαν σε βαριές ποινές από το δικαστήριο.
Για τους ίδιους νομικούς λόγους κρίνεται ότι δεν μπορούν να εξεταστούν ως μάρτυρες και άλλα εννέα πρόσωπα, ο ρόλος των οποίων αναδείχθηκε κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης και κατά των οποίων έχει στραφεί δικαστικά ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης.
Αξίζει να σημειωθεί ότι και οι τέσσερις πράξεις του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι, προς το παρόν, δεν μπορεί να υπάρξει νέα έρευνα, για τους νομικούς λόγους που αναπτύσσονται σε αυτές. Την ίδια ώρα, η δίκη των τεσσάρων σε δεύτερο βαθμό, ενώπιον του Εφετείου, έχει προσδιοριστεί για τον προσεχή Δεκέμβριο.
Πάντως, σύμφωνα με νομικές πηγές, η διάταξη του εισαγγελέα δεν συνιστά αμετάκλητο κλείσιμο της δικογραφίας. Εάν στο μέλλον κάποιο από τα θύματα των υποκλοπών εισφέρει νέο στοιχείο, αυτό θα πρέπει να αξιολογηθεί αυτοτελώς και να κριθεί εάν μπορεί να οδηγήσει, ακόμη και τότε, σε ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο.
Σε κάθε περίπτωση, με ενδιαφέρον αναμένονται οι εξελίξεις τόσο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο όσο και κατά τη συζήτηση των αγωγών που έχουν καταθέσει θύματα των υποκλοπών κατά των πρωτοδίκως καταδικασθέντων επιχειρηματιών.
Η δήλωση του Ζαχαρία Κεσσέ
«Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κ. Μπακέλας έχει προ πολλού αποδείξει ότι αποτελεί μέρος του προβλήματος και έχει επιλέξει πρόθυμα να υπηρετήσει τη σκυταλοδρομία συγκάλυψης στην υπόθεση των υποκλοπών. Χρειάστηκε τρεις μήνες για να παραδώσει τα διαπιστευτήριά του και να αποφασίσει ότι δεν θα διενεργηθεί καμία περαιτέρω ουσιαστική έρευνα.
Επικαλείται νομικούς ισχυρισμούς που δεν αποτελούν πειστική εφαρμογή του δικαίου, αλλά κατασκευές χωρίς επαρκές έρεισμα στο ισχύον νομικό πλαίσιο. Αντί να ερμηνεύσει τον νόμο υπό το πρίσμα της ανάγκης πλήρους διερεύνησης μιας υπόθεσης μείζονος θεσμικής σημασίας, επινοεί συλλογισμούς που λειτουργούν ως διαδικαστικά αναχώματα απέναντι στην αποκάλυψη της αλήθειας. Πρόκειται για ερμηνευτικές ακροβασίες που απομακρύνονται από τον σκοπό του νόμου και χρησιμοποιούνται ως πρόσχημα για να αποφευχθεί κάθε ουσιαστικός έλεγχος των νέων αποδεικτικών στοιχείων.
Η απόφαση δεν απαντά στην ουσία των κρίσιμων ζητημάτων που αναδείχθηκαν. Αντιθέτως, οικοδομεί ένα τεχνητό νομικό κατασκεύασμα, μέσω του οποίου η διαδικασία μετατρέπεται σε μηχανισμό αποφυγής της έρευνας αντί σε μέσο απονομής δικαιοσύνης. Η νομική επιχειρηματολογία του παύει να υπηρετεί την αναζήτηση της αλήθειας και στοχεύει στο να αποκλείσει την ίδια την έρευνα.
Για άλλη μία φορά, ο επικεφαλής της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου επιλέγει να συντηρήσει μια θεσμική πληγή και να υποβαθμίσει περαιτέρω την εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη»













































