Δολοφονία στην Κυψέλη: Η ψυχολογία πίσω από την «ψυχρή» συμπεριφορά του δράστη – Όταν η ιδεολογία γίνεται εργαλείο ελέγχου

Δολοφονία στην Κυψέλη: Η ψυχολογία πίσω από την «ψυχρή» συμπεριφορά του δράστη – Όταν η ιδεολογία γίνεται εργαλείο ελέγχου

Η “μάσκα” του φυσιολογικού ανθρώπου και το “σκοτάδι” πίσω από τη βαλίτσα: Τι αποκαλύπτει η εγκληματολογική ψυχολογία 

Η υπόθεση της 38χρονης Βρετανίδας Ελίζαμπεθ Τζέιν Ρος επαναφέρει κρίσιμα ερωτήματα για την ψυχρότητα μετά το έγκλημα, τη χειραγώγηση, την εργαλειοποίηση της θρησκείας και τη διερεύνηση πιθανών ιδεολογικών κινήτρων.

Από την εξαφάνιση στην αποκάλυψη της αλήθειας

Η υπόθεση άρχισε να ξετυλίγεται στα μέσα Ιουλίου, όταν η 38χρονη Ελίζαμπεθ Τζέιν Ρος, με καταγωγή από το Εδιμβούργο και συχνή παρουσία στην Αθήνα, σταμάτησε να δίνει σημεία ζωής. Η τελευταία επιβεβαιωμένη επικοινωνία με το περιβάλλον της αποτέλεσε την αφετηρία των ερευνών για τον εντοπισμό της.

Στις 18 Ιουλίου, η υπόθεση πήρε δραματική τροπή, όταν η σορός της γυναίκας εντοπίστηκε μέσα σε βαλίτσα σε εγκαταλελειμμένο κτιριακό συγκρότημα στην Κυψέλη. Η κατάσταση στην οποία βρέθηκε το θύμα οδήγησε τις Αρχές σε εκτεταμένη έρευνα για την ταυτοποίησή του και τη διακρίβωση των συνθηκών θανάτου.

Κατά την αστυνομική έρευνα, οι Αρχές εντόπισαν, σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, κινήσεις που προκάλεσαν ερωτήματα. Μεταξύ αυτών ήταν η απόκτηση νέας τηλεφωνικής σύνδεσης από τον 26χρονο ύποπτο και η αποστολή μηνυμάτων προς το περιβάλλον της γυναίκας, ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι εκείνη εξακολουθούσε να βρίσκεται στη ζωή.

Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της υπόθεσης φέρεται να διαδραμάτισε και υλικό από κάμερες ασφαλείας, το οποίο, σύμφωνα με τις Αρχές, κατέγραψε τον 26χρονο να μεταφέρει τη βαλίτσα στους δρόμους της Κυψέλης. Η εικόνα αυτή αποτέλεσε ένα από τα βασικά στοιχεία που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της έρευνας. Μετά την ολοκλήρωση της έρευνας από το Τμήμα Ανθρωποκτονιών, ο 26χρονος εντοπίστηκε και συνελήφθη στις αρχές Αυγούστου. Η υπόθεση βρίσκεται πλέον στο στάδιο της δικαστικής διερεύνησης.

Η ψυχοπαθολογία πίσω από την εικόνα του «φυσιολογικού» ανθρώπου

Η εξιχνίαση της δολοφονίας της 38χρονης Βρετανίδας Ελίζαμπεθ Τζέιν Ρος στην Κυψέλη επανέφερε στο προσκήνιο ένα από τα δυσκολότερα ερωτήματα της εγκληματολογικής ψυχολογίας: πώς ένας άνθρωπος που προς τα έξω εμφανίζεται κοινωνικά λειτουργικός μπορεί να συνδέεται με μια ακραία εγκληματική πράξη; Η εικόνα ενός αθλητή, με κοινωνικές επαφές και δημόσια παρουσία, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την κατηγορία για μια βίαιη πράξη. Αυτή ακριβώς η αντίφαση αποτελεί αντικείμενο μελέτης της δικαστικής ψυχολογίας, καθώς η εξωτερική κοινωνική προσαρμογή δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη απουσίας επικίνδυνων χαρακτηριστικών προσωπικότητας.

Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία της εγκληματολογικής ψυχολογίας, ορισμένα άτομα με αντικοινωνικά χαρακτηριστικά μπορεί να εμφανίζουν υψηλή ικανότητα κοινωνικής προσαρμογής, διαμορφώνοντας μια εικόνα που δεν αποκαλύπτει απαραίτητα τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν στις προσωπικές τους σχέσεις.

Ο ψυχίατρος Robert Hare, δημιουργός της κλίμακας PCL-R για την αξιολόγηση ψυχοπαθητικών χαρακτηριστικών, έχει περιγράψει το φαινόμενο της «επιφανειακής γοητείας»: την ικανότητα ορισμένων δραστών να προβάλλουν μια κοινωνικά αποδεκτή εικόνα, ενώ παράλληλα εμφανίζουν έλλειψη ενσυναίσθησης και συναισθηματικής σύνδεσης.

Σε κάθε περίπτωση, μόνο μια πλήρης ψυχιατρική και δικαστική αξιολόγηση μπορεί να καθορίσει εάν συντρέχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά προσωπικότητας ή ψυχιατρικές διαταραχές.

Συναισθηματική αποστασιοποίηση

Ένα από τα στοιχεία που προκαλούν τις εντονότερες κοινωνικές αντιδράσεις είναι η εικόνα του δράστη να μεταφέρει τη βαλίτσα με τη σορό του θύματος.

Για την κοινή γνώμη, μια τέτοια συμπεριφορά μοιάζει αδιανόητη. Στην εγκληματολογική ψυχολογία, ωστόσο, εξετάζεται μέσα από το πρίσμα της συναισθηματικής αποστασιοποίησης. Ορισμένοι δράστες εγκλημάτων ακραίας βίας εκδηλώνουν μειωμένη συναισθηματική αντίδραση απέναντι στις επιπτώσεις των ενεργειών τους. Αυτό ενδέχεται να συνδέεται με γνωρίσματα όπως η χαμηλή ενσυναίσθηση, η απουσία ενοχής ή η εργαλειακή αντιμετώπιση του θύματος. Η φαινομενική ηρεμία μετά την τέλεση μιας εγκληματικής πράξης δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη συγκεκριμένης ψυχικής διαταραχής. Μπορεί, ωστόσο, να συνεκτιμηθεί στο συνολικό προφίλ συμπεριφοράς ενός υπόπτου.

Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο που εξετάζεται σε τέτοιες υποθέσεις είναι η προσπάθεια παραπλάνησης του περιβάλλοντος του θύματος. Η χρήση προσωπικών αντικειμένων του θύματος ή η δημιουργία της ψευδούς εντύπωσης ότι εξακολουθεί να βρίσκεται στη ζωή συνιστούν μια μορφή μεταθανάτιας διαχείρισης της εικόνας του εγκλήματος. Στην εγκληματολογική ανάλυση, μια τέτοια συμπεριφορά μπορεί να συνδέεται με την έννοια της εργαλειακής επιθετικότητας: η βία δεν αποτελεί μια στιγμιαία έκρηξη συναισθήματος, αλλά εντάσσεται σε μια ακολουθία ενεργειών που αποσκοπούν στην αποφυγή του εντοπισμού ή των συνεπειών.

Η θρησκεία ως εργαλείο ελέγχου

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει ο ισχυρισμός ότι το κίνητρο συνδέθηκε με τη θρησκεία και με απόπειρα αλλαγής των πεποιθήσεων του θύματος.

Σε εγκληματολογικό επίπεδο, όταν ένα πρόσωπο επικαλείται θρησκευτικές, ιδεολογικές ή πολιτισμικές αντιλήψεις για να δικαιολογήσει τη βία σε βάρος ενός άλλου ανθρώπου, οι ειδικοί εξετάζουν εάν συντρέχει στοιχείο ιδεολογικής νομιμοποίησης της πράξης. Η θρησκεία από μόνη της δεν αποτελεί αιτία εγκληματικής συμπεριφοράς. Η διαστρεβλωμένη χρήση οποιασδήποτε ιδεολογίας, όμως, μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός νομιμοποίησης της βίας στη σκέψη του δράστη.

Σε τέτοιες περιπτώσεις εξετάζεται και η έννοια της αποανθρωποποίησης: η διαδικασία κατά την οποία το θύμα παύει να αντιμετωπίζεται ως ισότιμο πρόσωπο και μετατρέπεται σε «σύμβολο» μιας ιδέας ή αντίληψης που ο δράστης θεωρεί απειλητική.

Ρατσιστικό κίνητρο ή προσωπική σύγκρουση;

Το κατά πόσο μια πράξη φέρει χαρακτηριστικά εγκλήματος με ρατσιστικό ή θρησκευτικό κίνητρο δεν μπορεί να κριθεί μόνο βάσει δηλώσεων ή υποθέσεων. Απαιτείται η διερεύνηση του συνόλου των στοιχείων της υπόθεσης. Στο πλαίσιο της ελληνικής ποινικής νομοθεσίας, τα ρατσιστικά χαρακτηριστικά μπορούν να συνιστούν επιβαρυντική περίσταση, όταν αποδεικνύεται ότι η πράξη συνδέεται με τη θρησκεία, την καταγωγή ή άλλα στοιχεία της ταυτότητας του θύματος.

Το δικαστήριο καλείται, επομένως, να εξετάσει όχι μόνο το αποτέλεσμα της πράξης, αλλά και το κίνητρο που βρίσκεται πίσω από αυτήν. Πολλές φορές, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο «τι έκανε ένας άνθρωπος», αλλά και «πώς κατάφερε να πείσει τον εαυτό του ότι είχε δικαίωμα να το κάνει».

Η δολοφονία στην Κυψέλη αναδεικνύει ένα σύνθετο πεδίο, στο οποίο συναντώνται η εγκληματολογία, η ψυχολογία και η Δικαιοσύνη.

Η δημόσια εικόνα ενός κοινωνικά ενταγμένου ανθρώπου, ο οποίος κατηγορείται για μια ακραία πράξη, καταδεικνύει ότι το έγκλημα δεν έχει πάντοτε ένα εμφανές πρόσωπο. Η εγκληματολογική ψυχολογία δεν αντιμετωπίζει τους δράστες ως απλές προσωποποιήσεις του κακού. Επιχειρεί να κατανοήσει τους μηχανισμούς σκέψης, τις διαστρεβλωμένες πεποιθήσεις και τις συμπεριφορές που μπορούν να οδηγήσουν έναν άνθρωπο στην άσκηση ακραίας βίας.

ΜΠΑΡΑΚΑ ΑΝΝΑ
BSc (Hons) Psychology – MSc (Hons) Criminal Psychology
Ιδιωτική Ερευνήτρια

Γίνετε συνδρομητές στο «Δικαστικό Ρεπορτάζ», το κορυφαίο μηνιαίο περιοδικό για τη Δικαιοσύνη. Για περισσότερες πληροφορίες πατήστε εδώ.

Ακολουθήστε μας στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι για όλες τις ειδήσεις

Καμία δημοσίευση για προβολή