Η ανωνυμία στο διαδίκτυο και τα όρια της ελευθερίας – Η αναγκαιότητα νομοθετικής παρέμβασης

Σταματία Μάρκου

Σε μια εποχή όπου ο δημόσιος λόγος μεταφέρεται όλο και περισσότερο στο διαδίκτυο, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν εξελιχθεί σε βασικό πεδίο διαμόρφωσης απόψεων και επιρροής.

Τα ίδια αυτά μέσα κοινωνικής δικτύωσης και μάλιστα σε πολύ έντονο βαθμό κατά το τρέχον χρονικό διάστημα, έχουν μετατραπεί σε «μέσα τέλεσης ποινικών αδικημάτων» λόγω της κατάχρησης εκ μέρους των χρηστών της δυνατότητας διάδρασης αυτών στα μέσα αυτά με ανωνυμοποιημένα προφίλ ή με τη χρήση ψευδωνύμου.

Έτσι, σε περιόδους έντονης πολιτικής ή κοινωνικής δραστηριότητας, ως εν προκειμένω, παρατηρείται η συνεχής τέλεση ποινικών αδικημάτων ακόμη και αυτεπαγγέλτως διωκόμενων αλλά και ποινικών αδικημάτων διωκόμενων κατ΄έγκληση από μεγάλη μερίδα χρηστών των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, οι οποίοι, εκμεταλλευόμενοι κατά τρόπο καταχρηστικό τη δυνατότητα που τους
παρέχεται από τα μέσα αυτά να δημιουργούν προφίλ με τη χρήση ψευδωνύμων, επιδίδονται σε αναρτήσεις με ψευδή και συκοφαντικό περιεχόμενο ώστε έτσι να «ικανοποιήσουν» τα συναισθήματα «αντεκδίκησης» που τους κυριεύει ή και «εξόντωσης» των αντιπάλων τους, ανταγωνιστών τους ή και απλώς «δυσάρεστων» – για όποιο προσωπικό λόγο αφορά τους ιδίους – τρίτων προσώπων.

  • Πράγματι, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης επιβοηθούν και ενισχύουν την ελευθερία της έκφρασης και του λόγου για κάθε πολίτη, αυτό είναι αδιαμφισβήτητο.
  • Ωστόσο, η ελευθερία που προσφέρουν συνοδεύεται από ένα κρίσιμο ερώτημα: μπορεί να υπάρξει υπεύθυνος και γόνιμος δημόσιος διάλογος όταν οι συμμετέχοντες παραμένουν ανώνυμοι;
  • Αποτελεί «ελευθερία έκφρασης» η συκοφαντική δυσφήμιση τρίτων χρηστών;
  • Αποτελεί «ελευθερία έκφρασης» η δημόσια υποκίνηση σε βία, η εκτόξευση απειλών, η διαδικτυακή βία;
  • Υπερισχύει η ελευθερία της έκφρασης έναντι της προστασίας της προσωπικότητας των θυμάτων που βλάπτονται από τις έκνομες δράσεις των «ανώνυμων» χρηστών;

Είναι πασίδηλο το γεγονός, ότι, η δυνατότητα δημιουργίας ανώνυμων ή ψευδών προφίλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχει ενισχύσει εντόνως φαινόμενα όπως ο διαδικτυακός εκφοβισμός, η εκτόξευση απειλών, η λεκτική και ψυχολογική βία, η παραπληροφόρηση και η στοχευμένη σπίλωση προσώπων. Η έλλειψη λογοδοσίας ενισχύει τις έκνομες δράσεις των «ανώνυμων»
χρηστών του διαδικτύου και συχνά οδηγεί σε συμπεριφορές που δύσκολα θα εκδηλώνονταν στον φυσικό κόσμο, υπονομεύοντας την ποιότητα της δημόσιας
συζήτησης.

Η δυνατότητα χρήσης ψευδών ή ανώνυμων προφίλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, έχει σήμερα μετατραπεί σε «τρόπο» τέλεσης ποινικών αδικημάτων που δεν τιμωρούνται ή είναι αδύνατον να οδηγηθούν στο ακροατήριο ποινικού ή αστικού δικαστηρίου αφού, προϋπόθεση αποτελεί η ταυτοποίηση του δράστη. Η ταυτοποίηση αυτή, πράγματι προβλέπεται από το δικονομικό μας
σύστημα σε συγκεκριμένα μόνο αδικήματα και περιπτώσεις, πλην όμως, η διαδικασία ταυτοποίησης είναι και χρονοβόρα και πολύπλοκη, με αποτέλεσμα, η ταυτοποίηση του «δράστη» να επέλθει μετά από πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο, ο ίδιος «δράστης» θα συνεχίζει ανενόχλητος την ίδια παράνομη δράση του.

Η πρόταση για υποχρεωτική ταυτοποίηση των χρηστών των μέσων κοινωνικής δικτύωσης αναδεικνύεται ως μια πιθανή απάντηση. Στο πλαίσιο αυτό, οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης θα μπορούσαν να υποχρεωθούν, με νομοθετική προς τούτο παρέμβαση, να επαληθεύουν την πραγματική ταυτότητα των χρηστών τους, χωρίς απαραίτητα να την καθιστούν δημόσια. Έτσι, διατηρείται ένα επίπεδο ιδιωτικότητας, ενώ ταυτόχρονα διασφαλίζεται η δυνατότητα παρέμβασης σε περιπτώσεις παρανομίας.

Η επαλήθευση της πραγματικής ταυτότητας των χρηστών, από μόνη της, θα οδηγήσει σε σημαντική συρρίκνωση του φαινομένου που παρατηρείται σήμερα σε πολύ έντονο βαθμό, αφού, ο κάθε χρήστης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης θα αναλογιστεί τις έννομες συνέπειες που θα επέλθουν σε βάρος του από τις αναρτήσεις με ψευδή ή συκοφαντικό περιεχόμενο του ιδίου, όταν γνωρίζει εκ των προτέρων ότι η ταυτότητα του θα αποκαλυφθεί. Ιδιαίτερη σημασία έχει η εφαρμογή τέτοιων μέτρων (νομοθετική παρέμβαση ώστε οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύσωης να επαληθεύουν την
πραγματική ταυτότητα των χρηστών τους) σε πλατφόρμες υψηλής επιρροής, όπως το X (πρώην Twitter). Η ταχύτητα διάδοσης πληροφοριών και η ευκολία δημιουργίας λογαριασμών καθιστούν αναγκαία την ύπαρξη μηχανισμών επαλήθευσης, παρόμοιων με εκείνους που χρησιμοποιούνται σε άλλους κρίσιμους τομείς, όπως οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες.

Παράλληλα, κάθε νομοθετική παρέμβαση οφείλει να συνοδεύεται από αυστηρές εγγυήσεις προστασίας προσωπικών δεδομένων. Η συγκέντρωση ευαίσθητων πληροφοριών από ιδιωτικές εταιρείες δημιουργεί εύλογες ανησυχίες, οι οποίες μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο μέσω διαφάνειας, ανεξάρτητου ελέγχου και σαφών περιορισμών στη χρήση των δεδομένων.Η πρόκληση, επομένως, δεν είναι απλώς τεχνική αλλά βαθιά πολιτική και κοινωνική: πώς θα επιτευχθεί η ισορροπία ανάμεσα στην ελευθερία έκφρασης και την ευθύνη. Η πλήρης ανωνυμία δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμο καταφύγιο ατιμωρησίας, αλλά ούτε και η ταυτοποίηση πρέπει να μετατραπεί σε εργαλείο ελέγχου. Σε τελική ανάλυση, η ενίσχυση της λογοδοσίας στον ψηφιακό χώρο δεν είναι περιορισμός της ελευθερίας, αλλά προϋπόθεση για την ουσιαστική άσκησή της.

Ένας δημόσιος διάλογος με υπευθυνότητα και διαφάνεια είναι προς όφελος τόσο των πολιτών όσο και της ίδιας της δημοκρατίας.

Σταματία Μάρκου,

Δικηγόρος Παρ΄Αρείω Πάγω – Ποινικολόγος

ESM LAW FIRM

Γίνετε συνδρομητές στο «Δικαστικό Ρεπορτάζ», το κορυφαίο μηνιαίο περιοδικό για τη Δικαιοσύνη. Για περισσότερες πληροφορίες πατήστε εδώ.

Ακολουθήστε μας στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι για όλες τις ειδήσεις