Δίκη υποκλοπών: Οι νομικοί και πολιτικοί άξονες της ιστορικής εισαγγελικής πρότασης Παυλίδη

δίκη υποκλοπών, εισαγγελική πρόταση, Citizen Lab
Στη δικάσιμο νούμερο 34 της υπόθεσης των υποκλοπών στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, ο εισαγγελέας Δημήτρης Παυλίδης πρότεινε την ενοχή και των τεσσάρων ιδιωτών για το σύνολο των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν. Μέσα σε ένα “καθαρό” διάστημα τριών ωρών, ο εισαγγελέας ανέπτυξε την πρότασή του, η οποία περιλαμβάνει ορισμένες αξιομνημόνευτες παρατηρήσεις για την ίδια την υπόθεση, αλλά και ορισμένα επιμελώς ειρημένα για την εμπλοκή του κρατικού και πολιτικού παράγοντα σε αυτή.


Ρεπορτάζ: Στάθης Μπαλτάς

«Η υπόθεση αυτή δεν ήταν για Μονομελές Δικαστήριο. Το καταλάβατε από τον όγκο των έγγράφων, το πλήθος των μαρτύρων και των πολύωρων καταθέσεων», επεσήμανε στο ακροατήριο κατά τα πρώτα λεπτά της αγόρευσής του, κάνοντας εξαρχής ξεκάθαρη την προσέγγισή του τόσο απέναντι στο νομικό, όσο και στο ευρύτερο σκέλος της υπόθεσης. Με αυστηρό προσανατολισμό στα γεγονότα εκείνα που αποδεδειγμένα αποτέλεσαν το νήμα με το οποίο υφάνθηκε ο πυκνός ιστός των υποκλοπών, ο εισαγγελέας προσέγγισε διακριτικά αλλά με σαφήνεια και την πολιτική – κοινωνική διάσταση της υπόθεσης, καθώς και ζητήματα που άπτονται της ίδιας της λειτουργίας της Δημοκρατίας.

Predator: Βάναυση παραβίαση της ιδιωτικής ζωής και απειλή για τη Δημοκρατία 

Αναλύοντας τα τεχνικά χαρακτηριστικά του Predator, καθώς και των λογισμικών που αποτέλεσαν τη συνέχεια ή το rebranding αυτού (γι’ αυτό και στο κείμενο της εισαγγελικής πρότασης, το Predator και οι μετεξελίξεις του αναγράφονται ως το «ερευνώμενο παράνομο λογισμικό»), ο Δημήτρης Παυλίδης απεφάνθη ότι η χρήση του «παραβιάζει τους νόμους και το Σύνταγμα» και «παραβιάζει βάναυσα το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και απειλεί τον πυρήνα του δημοκρατικού πολιτεύματος, διότι δίνει εξουσίες σε άτομα που δεν θα έπρεπε να τις έχουν». Πρόσθεσε δε ότι «τυχόν χρήση από κρατικές υπηρεσίες θα πρέπει να αποτελέσει σημείο αφύπνισης». Κατόπιν, παρέπεμψε στο σχετικό ψήφισμα του ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, με το οποίο ζητήθηκε η άρση της άδειας εξαγωγής του λογισμικού.

Όσον αφορά το κομμάτι της παραβίασης του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, ο εισαγγελέας θεμελίωσε τα συμπεράσματά του αυτά επί του γεγονότος ότι η τεχνολογία έχει εξελιχθεί ραγδαία, με τα smartphones να καθίστανται μέσα επικοινωνίας, εντός των οποίων αποθηκεύονται πολλές πληροφορίες της ιδιωτικής ζωής. Επιπροσθέτως, επεσήμανε ότι η ολική πρόσβαση στα κινητά τηλέφωνα των στόχων σημαίνει ουσιαστικά πρόσβαση σε δεδομένα τα οποία δεν αποτελούν αποκλειστικά δεδομένα επικοινωνίας. Στο πλαίσιο αυτό, σχολίασε ότι «διαγνώστηκε μια ανάγκη να υπάρχει πρόσβαση στα δεδομένα ορισμένων ανθρώπων, οι οποίοι όσο πιο ψηλά ιστάμενοι, τόσο πιο πολύτιμες ήταν οι πληροφορίες που κατείχαν». Όσον αφορά τα υψηλά ιστάμενα πρόσωπα, ο εισαγγελέας δεν παρέλειψε να τονίσει την απροθυμία πολλών εξ αυτών να παραδώσουν το κινητό τους τηλέφωνο για εξέταση ή να ορίσουν συνήγορο για την υπόθεση.

Νωρίτερα, ο εισαγγελέας είχε προβεί σε μια τεχνική ανάλυση της λειτουργίας των ερευνώμενων λογισμικών, εστιάζοντας κυρίως στο Predator και τις διαφορές του με το Pegasus, προβαίνοντας ταυτόχρονα σε διάκριση της νόμιμης παρακολούθησης από την παρακολούθηση με τα λογισμικά πυρήνα. Επίσης, ξεκαθάρισε ότι κατά την εξεταζόμενη από το δικαστήριο περίοδο, το ερευνώμενο λογισμικό λειτουργούσε ως one – click attack (απαιτείτο δηλαδή ενέργεια του χρήστη – στόχου για την επιτυχημένη επιμόλυνση). Χαρακτήρισε δε τα λογισμικά παρακολούθησης μέσω των οποίων επιτυγχάνεται η επιμόλυνση με zero – click (δηλαδή επιμόλυνση χωρίς να γίνει κάποια ενέργεια από το χρήστη – στόχο) ως «το Άγιο Δισκοπότηρο κάθε hacker», αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι η απόκτησή τους έχει ιδιαίτερα υψηλό κόστος.

Σχετικά με την ιχνηλάτηση της προέλευσης και της διαδρομής των μολυσμένων links, περιέγραψε ότι «τα μηνύματα SMS που εξετάστηκαν είχαν μια ιδιαίτερη αλυσίδα μεταβίβασης. Στις περισσότερες περιπτώσεις έχουν εντοπιστεί τουλάχιστον τέσσερα βήματα με διαμεσολαβητές. Η διαδικασία της ανίχνευσης είναι πιο πολύπλοκη στα διεθνή μηνύματα , όπως ας πούμε στην περίπτωση της επιμόλυνσης του Χρήστου Σπίρτζη. Ήταν δύσκολη η ανίχνευση της προέλευσης του μηνύματος».

Σημειωτέον, αναφορικά με το νομικό σκέλος της υπόθεσης, ο εισαγγελέας ανέδειξε τη διαφορά του ρόλου του θύματος σε σχέση με την οργανωμένη και μεθοδική στρατηγική για την επιτυχημένη επιμόλυνσή του. «Αυτό που χρειάζεται να κάνει το θύμα για να συνεργαστεί (σ.σ.: εννοεί το κλικ στο μολυσμένο link) είναι ανεπαίσθητο σε σχέση με όλο αυτό που έχει στηθεί», ανέφερε συγκεκριμένα. Μάλιστα, παρομοίασε τη συγκεκριμένη δυσαναλογία ισχύος με αυτή των περιπτώσεων απάτης.

Το συμπέρασμα για την αξιοπιστία του Citizen Lab και την επιμόλυνση Κουκάκη

«Θανάση γνωρίζεις για το θέμα;». Το περιβόητο μήνυμα που έλαβε ο δημοσιογράφος το μεσημέρι της 12ης Ιουλίου του 2021 αναγνωρίστηκε από τον εισαγγελέα ως το μήνυμα μέσω του οποίου ξεκίνησε η παρακολούθηση Κουκάκη με το Predator. Είχε προηγηθεί αναφορά του εισαγγελέα σε παλαιότερη διερεύνηση από τον οικονομικό συντάκτη πτυχών της δραστηριότητας της Τράπεζας Πειραιώς. Εν τούτοις, τέθηκαν στο περιθώριο οι ισχυρισμοί της υπεράσπισης σχετικά με «φερόμενη παρακολούθηση Κουκάκη».
Στο ίδιο μήκος κύματος, o εισαγγελέας, αφού προσδιόρισε το ζήτημα της αξιοπιστίας του Citizen Lab ως «κομβικό σημείο της δίκης» – με δεδομένο ότι η υπεράσπιση το χαρακτήρισε αναξιόπιστο – εξήρε την επιστημονική βαρύτητα του καναδικού εργαστηρίου, χαρακτηρίζοντάς το «ο,τι καλύτερο κυκλοφορεί σε ακαδημαϊκό επίπεδο, μαζί με το Amnesty Tech», ενώ δεν παρέλειψε να επισημάνει και το γεγονός ότι το συγκεκριμένο εργαστήριο συνέβαλε στην αποκάλυψη σημαντικών πτυχών της λειτουργίας του Pegasus.

δίκη υποκλοπών, Θανάσης Κουκάκης
Το μολυσμένο SMS που έλαβε ο Κουκάκης, Πηγή: Inside Story

 

Ο Δημήτρης Παυλίδης στάθηκε επίσης στο πόρισμα της έκθεσης του πραγματογνώμονα Γιώργου Καραθανάση (του μοναδικού μάρτυρα που κατέθεσε από την πλευρά της υπεράσπισης), μέσω του οποίου αμφισβητήθηκε η επιστημονική εγκυρότητα του Citizen Lab, με άξονα τη μη παράθεση από το καναδικό εργαστήριο της μεθοδολογίας που χρησιμοποιεί για την ανάλυση των ψηφιακών πειστηρίων παρακολούθησης. «Υπάρχουν ιδιωτικές μεθόδοι για την αποκάλυψη των συγκεκριμένων λογισμικών που είναι μυστικές και δεν μπορεί να γίνουν γνωστές. Το λέω επειδή η υπεράσπιση ήθελε να αμφισβητήσει την μεθοδολογία του Citizen Lab. Τα αποτελέσματα του εργαστηρίου δεν έχουν αμφισβητηθεί από καμία εταιρεία και κανέναν ερευνητή» επεσήμανε ο εισαγγελέας, για να προσθέσει στη συνέχεια κατηγορηματικά: «Είναι αστεία τα περί μη αξιοπιστίας του Citizen Lab, για όποιον μπορεί να ανοίξει το Internet και να ψάξει». Στο σημείο αυτό, ο πραγματογνώμονας, ο οποίος στεκόταν κοντά στην πόρτα και παρακολουθούσε την διαδικασία, αποχώρησε από την αίθουσα.

Η έρευνα για το πλέγμα των εταιρειών των κατηγορουμένων

Ανοίγοντας το κεφάλαιο του απέραντου «γαλαξία» των εταιρειών που σχετίζονταν με τη διαχείριση, την ανάπτυξη και την εμπορία του ερευνώμενου λογισμικού, ο εισαγγελέας επεσήμανε τη δυσκολία της “πλοήγησης” σε αυτόν. «Η πυκνότητα και η πολυπλοκότητα των εταιρειών, καθώς και οι μεταβιβάσεις και οι μετοχικές συνθέσεις είναι στοιχεία που δυσχεραίνουν τόσο την έρευνα, όσο και την αποσαφήνιση των προσώπων που βρίσκονται πίσω από αυτές», ανέφερε συγκεκριμένα.  Ο εισαγγελέας στάθηκε στις καταθέσεις των δημοσιογράφων Θανάση Κουκάκη, Τάσου Τέλλογλου και Κώστα Βαξεβάνη ως παράγοντες απλοποίησης της συγκεκριμένης εξίσωσης, λόγω των πληροφοριών που εισέφεραν τόσο ως μάρτυρες στο δικαστήριο, όσο και στα προγενέστερα ρεπορτάζ τους.
Εξίσου διαφωτιστική χαρακτήρισε και την κατάθεση του Παναγιώτη Κούτσιου, επί χρόνια υπαλλήλου της Intelexa.

«Η Intelexa εμφανίζει ορισμένες ιδιαιτερότητες. Είναι καταχωρημένη στο ΓΕΜΗ, έχει συμβάσεις, διαφημίσεις, λογιστή, δικηγόρο κλπ. Εν πρώτοις, δεν φαίνεται να έχει κάποια μυστική λειτουργία. Όμως από τις καταθέσεις Ντάλα, Κατσούδα και Κούτσιου φαίνεται να έχει στεγανά. Υπάρχουν ρήτρες εμπιστευτικότητας για συναντήσεις, ζητήματα απορρήτου κλπ. Προσωπικά θεωρώ ότι η κατάθεση Κούτσιου είναι αληθής ως προς αυτά που είπε, χωρίς να αποκαλύπτει όμως το πλήρες εύρος των δραστηριοτήτων της εταιρείας», κατέληξε.

Ο απέραντος “γαλαξίας” της Intelexa – Πηγή: Reporters United

 

Στο ίδιο πλαίσιο, ο εισαγγελέας στάθηκε στον τρόπο που η ίδια η εταιρεία περιέγραφε τον σκοπό της επιχείρησης στην “ταυτότητά” της, χαρακτηρίζοντας την περιγραφή των δραστηριοτήτων της «γενικόλογη», η οποία, «μπορεί να περικλειει το Predator». Κατόπιν, συνέχισε την αγόρευσή του, περιγράφοντας τo ρόλο και τη μετοχική σύνθεση των υπόλοιπων εταιρειών του οικοσυστήματος του ερευνώμενου λογισμικού  (Santinomo, Feroveno Ltd, Thalestris κλπ), προσδιορίζοντας παράλληλα τη σχέση των τεσσάρων κατηγορουμένων με αυτές.

«Δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία ότι δεν διαχωρίζονται τα συμφέροντα των Intellexa σε Κύπρο, Ελλάδα ή Ιρλανδία. Δεν είναι άσχετες η μία από την άλλη, είναι στο πλέγμα εταιρειών των ίδιων προσώπων και από τον οικονομικό έλεγχο με την ελληνική Intellexa προέκυψε η σχέση και οι συναλλαγές μεταξύ τους», ανέφερε σε άλλο σημείο της αγόρευσής του.

Ο ρόλος των κατηγορουμένων 

Μέσα από τα κομμάτια της ανάλυσης του εισαγγελέα, σκιαγραφήθηκε και το “πόρισμά” του αναφορικά με το ρόλο των κατηγορουμένων:

  • Γιάννης Λαβράνος: De facto διαχειριστής της εταιρείας Krikel, έχοντας ρόλο στην επιλογή του στόχου και του υλικού των παρακολουθήσεων. Η εταιρεία είχε υπογράψει σειρά συμβάσεων με το ελληνικό δημόσιο. Έκανε ο ίδιος τις διαπραγματεύσεις με την ΕΛ.ΑΣ. για τις  συμβάσεις, ενώ ο Σταμάτης Τρίμπαλης τις υπέγραφε. Ο εισαγγελέας μνημόνευσε και το σχετικό πόρισμα του Αρείου Πάγου για την πολυπαραγοντική εξίσωση Krikel – Λαβράνου – Μπίτζιου – Τρίμπαλη. «Από την κατάθεση Ντάλλα δόθηκε η εντύπωση ότι ο Λαβράνος μάλλον ήταν και το αφεντικό του Μπίτζιου», ανέφερε χαρακτηριστικά στη συνέχεια.
  • Φέλιξ Μπίτζιος:  Μάλλον υφιστάμενος του Γιάννη Λαβράνου. Διατέλεσε νόμιμος αντιπρόσωπος της Intelexa το 2020-2021, καθώς και διαχειριστής της Krikel.  Μεταβίβασε την εταιρεία Santinomo Limited στη Thalestris της Σάρας Χάμου, πράξη που αναρτήθηκε με καθυστέρηση 18 μηνών. «Ο Φέλιξ Μπίτζιος εξακολουθεί να είναι ο πραγματικός μέτοχος της εταιρείας», σημείωσε ο εισαγγελέας.
  • Ταλ Ντίλιαν: Αγοραστής της Cytrox, με τις υποδομές και το προσωπικό της να μεταβιβάζονται στην εταιρεία Intelexa, της οποίας υπήρξε βασικός διαχειριστής. Πρώην διοικητής της μονάδας 81 του ισραηλινού στρατού, «γεγονός που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί», όπως ανέφερε ο εισαγγελέας. Ενεπλάκη σε υπόθεση παραβίασης του απορρήτου των επικοινωνιών το 2019 στην Κύπρο και ήταν το βασικό πρόσωπο πίσω από την εγκατάσταση των σχετιζόμενων με το ερευνώμενο λογισμικό εταιρειών στην Ελλάδα με τη γυναίκα του, Σάρα Χάμου.
  • Σάρα Χάμου: Επικεφαλής της “μαμάς” εταιρείας Thalestris, δικηγόρος και γυναίκα του Ταλ Ντίλιαν. Υπογράφει συστάσεις εταιρειών και έχει σαφή γνώση των δραστηριοτήτων τους. Είναι ο βασικός παράγοντας πίσω από την πολυπλοκότητα του πλέγματος των εμπλεκόμενων εταιρειών, κατά τον εισαγγελέα. «Ο ρόλος της Χάμου αποδεικνύεται από πλήθος εγγράφων. Οι εξηγήσεις της αναφέρουν έλλειψη συμβάσεων με κρατικές υπηρεσίες, αλλά αυτό σε πρώτη φάση δεν απασχολεί, καθώς θα μπορούσε η σύμβαση να είναι κρυμμένη σε άλλες συμβάσεις», σημείωσε ο εισαγγελέας.

Η πρόταση ενοχής

 

Παρά το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της εισαγγελικής αγόρευσης αφιερώθηκε στο πυκνό δίκτυο των εταιρειών, ο Δημήτρης Παυλίδης είχε ξεκαθαρίσει από την αρχή της αγόρευσής του ότι «στο ελληνικό δίκαιο οι ποινές καταλήγουν σε πρόσωπα. Οι εταιρείες δεν υπάρχουν αυθύπαρκτα στον κόσμο». Συγχρόνως, φρόντισε να καταστεί ξεκάθαρο ότι «η παραπομπή των κατηγορουμένων δεν έχει να κάνει με το αν πάτησαν το κουμπί», αναφερόμενος στην εντολή αποστολής των μολυσμένων links.

«Το δικαστήριο ήθελε να προσέλθουν οι κατηγορούμενοι και κάνεις δεν παρουσιάστηκε. Δεν μπορεί να μη σημειωθεί η έλλειψη παράστασης απολογίας σε ένα δικαστήριο που έχει σχεδόν 40 συνεδριάσεις», δήλωσε ο εισαγγελέας, αμέσως πριν ανακοινώσει την πρόταση ενοχής των τεσσάρων κατηγορουμένων για όλες τις απαγγελθείσες κατηγορίες:

  •  επέμβαση σε συστήμα αρχειοθέτησης δεδομένων από κοινού κατά συρροή, κατ εξακολούθηση τετελεσμένη και σε απόπειρα (α)
  • παραβίαση του απορρήτου τηλεφωνικής επικοινωνίας και προφορικής συνομιλίας από κοινού, κατ’ εξακολούθηση τετελεσμένη και σε απόπειρα ( β – μόνο για τις περιπτώσεις που τα θύματα είχαν προβεί σε έγκληση – για τις περιπτώσεις της παρακολούθησης των θυμάτων που δεν είχαν προβεί οι ίδιοι σε έγκληση η ποινική δίωξη παύει)
  •  παράνομη πρόσβαση σε σύστημα πληροφοριών ή σε δεδομένα από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, τετελεσμένη και σε απόπειρα (γ)

Ο εισαγγελέας υιοθέτησε την πρόταση του συνηγόρου υπεράσπισης Ζαχαρία Κεσσέ για αναβάθμιση της κατηγορίας (α) σε από κοινού «κατά συρροή» αντί για από κοινού «κατ’ εξακολούθηση», πρόταση που έγινε δεκτή με συγκρατημένους πανηγυρισμούς από μεγάλη μερίδα του ακροατηρίου.

Η δίκη των υποκλοπών συνεχίζεται την Τρίτη 10 Φεβρουαρίου, με τις αγορεύσεις των συνηγόρων υποστήριξης της κατηγορίας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

Predator: Οι διαδικτυακές επιθέσεις στην αξιοπιστία του Citizen Lab και ο μάρτυρας που διέψευσε τον εαυτό του (ντοκουμέντα)

Δίκη υποκλοπών: Τα “αγκάθια” της Ελίζας Τριανταφύλλου για ΕΥΠ και Predator

Δίκη υποκλοπών: Η «διεκπεραιωτική» γραμματέας που έκαψε Λαβράνο – Μπίτζιο και έβαλε στο «κάδρο» την κυβέρνηση

Δίκη υποκλοπών: Το «δεξί χέρι» του Γιάννη Λαβράνου που “ζέστανε” την αίθουσα

Δίκη υποκλοπών: «Μόνο στην Ελλάδα δικάζονται οι προμηθευτές του λογισμικού και όχι οι χρήστες»

Δίκη υποκλοπών: Η αποκάλυψη Βαξεβάνη, οι δύο διαφορετικές εκδοχές του και η πικρή διαπίστωση του δικαστή

Δίκη υποκλοπών: Η επίδειξη του Predator από το Λαβράνο, η οθόνη του Φουρθιώτη σε “ζωντανή” μετάδοση και ο τηλεφωνικός αριθμός “φάντασμα”

Δίκη υποκλοπών: Οι νέες καταθέσεις και η υψηλόβαθμη της ΕΥΠ που «δεν γνώριζε»

Γίνετε συνδρομητές στο «Δικαστικό Ρεπορτάζ», το κορυφαίο μηνιαίο περιοδικό για τη Δικαιοσύνη. Για περισσότερες πληροφορίες πατήστε εδώ.

Ακολουθήστε μας στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι για όλες τις ειδήσεις