-
Καταγγελίες από την πρώην εργαζόμενη της Πλεύσης Ελευθερίας Άννας Καρακίτσου για εργασιακή ομηρία, εξευτελισμό και ψυχολογική βία!
-
Η Ζωή Κωνσταντοπούλου είχε αμφισβητήσει δημοσίως ακόμη και την ιδιότητα της Άννας Καρακίτσου ως εργαζομένης του κόμματος, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για μια «ανύπαρκτη» καταγγέλλουσα
Σήμερα η Άννα Καρακίτσου δηλώνει ότι βρίσκεται σε καθεστώς επίσχεσης εργασίας και ζητεί από τα δικαστήρια να δικαιώσουν τις οικονομικές και ηθικές αξιώσεις της
Του ΣΤΑΘΗ ΜΠΑΛΤΑ
Νέο γύρο δικαστικής αντιπαράθεσης ανοίγει η υπόθεση της Άννας Καρακίτσου, της πρώην εργαζομένης της Πλεύσης Ελευθερίας που κατήγγειλε ότι παρέμεινε απλήρωτη για περισσότερο από έναν χρόνο. Μετά τη μήνυση που κατέθεσε για μη καταβολή δεδουλευμένων, το dikastikoreportaz.gr αποκαλύπτει ότι η ίδια στρέφεται πλέον με αγωγή κατά του κόμματος και της Ζωής Κωνσταντοπούλου, διεκδικώντας συνολικά πάνω από 134.000 ευρώ. Το ποσό αυτό περιλαμβάνει δεδουλευμένες αποδοχές, μισθούς υπερημερίας, επιδόματα και δώρα ύψους άνω των 34.000 ευρώ, καθώς και 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που, σύμφωνα με όσα θέτει υπόψη της Δικαιοσύνης, υπέστη από τις συνθήκες εργασίας και τη συμπεριφορά που αντιμετώπισε κατά τη διάρκεια της απασχόλησής της στο κόμμα.
Την ίδια στιγμή, μέσα από την πολυσέλιδη αγωγή της περιγράφει περιστατικά που, κατά τους ισχυρισμούς της, ξεπερνούν τα όρια μιας συνηθισμένης εργασιακή διαφοράς, κάνοντας λόγο για συνθήκες εργασιακού εκφοβισμού, ψυχολογικής πίεσης και επαναλαμβανόμενων εξευτελιστικών συμπεριφορών.
Η «αντεπίθεση»
Η υπόθεση είχε προκαλέσει αίσθηση ήδη από το πρώτο στάδιό της, καθώς η Ζωή Κωνσταντοπούλου είχε αμφισβητήσει δημοσίως ακόμη και την ιδιότητα της Άννας Καρακίτσου ως εργαζομένης του κόμματος, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για μια «ανύπαρκτη» καταγγέλλουσα. Ωστόσο, η «Μ» μέσα από τη δημοσιογραφική της έρευνα αποκάλυψε ότι η καταγγέλλουσα όχι μόνο ήταν υπαρκτό πρόσωπο, αλλά εμφανιζόταν κανονικά ασφαλισμένη από την Πλεύση Ελευθερίας, με το κόμμα να καταβάλλει τις αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές. Πρόσθετο ενδιαφέρον σε αυτή τη διαμάχη δίνει και η συγγενική σχέση της Άννας Καρακίτσου με τη βουλευτή της Πλεύσης Ελευθερίας Τζώρτζια Κεφαλά, στοιχείο που είχε προκαλέσει συζητήσεις ήδη από τη δημοσιοποίηση των πρώτων καταγγελιών.
Στην πολυσέλιδη αγωγή που κατατέθηκε ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων από τη δικηγορική εταιρεία «Ε.Σ. Μάρκου και Συνεργάτες», η Άννα Καρακίτσου δομεί τις οικονομικές αξιώσεις της πάνω σε περιστατικά που συνθέτουν την εικόνα ενός ιδιαίτερα πιεστικού εργασιακού περιβάλλοντος. Από παρατηρήσεις για τη χρήση της τουαλέτας και ελέγχους προσωπικών αντικειμένων μέχρι πολύωρες παραμονές στα γραφεία χωρίς αντικείμενο εργασίας και αιφνίδιες απομακρύνσεις από τον χώρο εργασίας, η αγωγή περιλαμβάνει καταγγελίες που αναμένεται να βρεθούν στο επίκεντρο της δικαστικής διερεύνησης το επόμενο διάστημα.
Παράλληλα, η ενάγουσα επαναφέρει τον βασικό πυρήνα των καταγγελιών που είχε διατυπώσει και στη μήνυσή της, υποστηρίζοντας ότι από τον Μάρτιο του 2025 σταμάτησε να λαμβάνει τις αποδοχές της, χωρίς ωστόσο να τερματιστεί η εργασιακή σχέση της με το κόμμα. Όπως υποστηρίζει, παρέμενε κανονικά δηλωμένη ως εργαζόμενη στο σύστημα «Εργάνη», με την Πλεύση Ελευθερίας να καταβάλλει τις προβλεπόμενε ασφαλιστικές εισφορές, όχι όμως και τους μισθούς που – κατά τους ισχυρισμούς της- δικαιούτο.
Ανεπιθύμητη
Στην αγωγή της η Άννα Καρακίτσου περιγράφει ένα εργασιακό περιβάλλον το οποίο σταδιακά την οδήγησε, όπως περιγράφει χαρακτηριστικά, σε ψυχική και σωματική εξουθένωση. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπέμεινε τις εν λόγω συμπεριφορές προκειμένου να διατηρήσει μια θέση εργασίας απαραίτητη για τη στήριξη της ίδιας και της οικογένειάς της.

«Εξαναγκάστηκα να υπομένω κατ’ επανάληψη και συστηματικά προσβλητικές έως και εξευτελιστικές για το πρόσωπό μου συμπεριφορές, συνιστάμενες σε εκφοβισμό, παρενόχληση, λεκτική και ψυχολογική βία, υποτίμηση, ειρωνεία, αδικαιολόγητους περιορισμούς της προσωπικής και επαγγελματικής μου ελευθερίας, ακόμη και απαγόρευση ομιλίας και επισκέψεων στην τουαλέτα για την ικανοποίηση βιοτικών αναγκών μου,
συνθήκες που συνιστούν κατάφωρη παραβίαση θεμελιωδών εργασιακών και προσωπικών μου δικαιωμάτων», αναφέρει στην αγωγή της.
Μάλιστα υποστηρίζει ότι τα εν λόγω περιστατικά συνέθεσαν μια ιδιαίτερα πιεστική εργασιακή καθημερινότητα, η οποία της δημιουργούσε «τεράστιο ψυχολογικό βάρος», σε σημείο που αναγκάστηκε να αναζητήσει τη βοήθεια ψυχολόγου για να μπορέσει να διαχειριστεί την καθημερινότητά της ως εργαζόμενη, μητέρα και σύζυγος. Η Άννα Καρακίτσου υποστηρίζει ακόμη ότι βρισκόταν συχνά στο επίκεντρο επικρίσεων για την εργασία της, οι οποίες, όπως αναφέρει, διατυπώνονταν ενώπιον συναδέλφων και τρίτων προσώπων. Σύμφωνα με την αγωγή, δεχόταν «προσβλητικές, μειωτικές και απαξιωτικές παρατηρήσεις» για τον τρόπο και την ποιότητα της εργασίας της, με αποτέλεσμα να τίθενται διαρκώς υπό αμφισβήτηση «η εργατικότητα, η συνέπεια και η εν γένει επαγγελματική μου επάρκεια».
Η πρώην εργαζόμενη υποστηρίζει επίσης ότι η Ζωή Κωνσταντοπούλου επανερχόταν συχνά στο ζήτημα της πρόσληψής της, λέγοντάς της ότι «δεν επιθυμούσε την πρόσληψή μου», αλλά προχώρησε σε αυτήν «χάριν συγγενικού μου προσώπου». Παράλληλα ισχυρίζεται ότι την κατηγορούσε πως «εκμεταλλεύομαι την πρόσληψή μου» στο κόμμα προκειμένου να «πληρώνομαι χωρίς να εργάζομαι». Η ίδια απορρίπτει τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς ως «παντελώς ψευδείς και ανυπόστατους», υποστηρίζοντας ότι εκτελούσε κανονικά τα καθήκοντά της και ότι σε αρκετές περιπτώσεις της ζητήθηκε να καλύψει κενά άλλων εργαζομένων, ουσιαστικά «βάζοντας πλάτη» για την εύρυθμη λειτουργία του κόμματος.
Κλιμάκωση
Σύμφωνα με τα όσα καταγγέλλει η Άννα Καρακίτσου, η Ζωή Κωνσταντοπούλου ήταν ενοχλημένη ακόμη και από τη συχνότητα των επισκέψεων της υπαλλήλου της στην τουαλέτα! Όπως υποστηρίζει, η επικεφαλής της Πλεύσης Ελευθερίας σχολίαζε αρνητικά το πόσο συχνά πάει και το πόση ώρα κάνει και καθιστούσε σαφές προς όλους ότι αποτελούσαν δήθεν τρόπο αποφυγής της εργασίας. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η ενάγουσα, τασυγκεκριμένα σχόλια και υπονοούμενα της δημιούργησαν «τεράστιο ψυχολογικό βάρος», με αποτέλεσμα οι επισκέψεις στην τουαλέτα, οι οποίες, όπως επισημαίνει, σπανίως υπερέβαιναν τις δύο ημερησίως σε χρονικό διάστημα άνω των οκτώ ωρών εργασίας, να μετατραπούν σε «πραγματικό εφιάλτη».
Υποστηρίζει μάλιστα ότι έφτασε στο σημείο να περιορίζει την κατανάλωση υγρών και να αποφεύγει, όσο μπορούσε, τη χρήση των χώρων υγιεινής προκειμένου να μη βρεθεί ξανά αντιμέτωπη με «το αναιτιολόγητο επικριτικό ύφος και τα απαράδεκτα σχόλια και υπονοούμενα» που δεχόταν!
Τα καταγραφόμενα στην αγωγή περιστατικά φέρονται να κλιμακώνονται το επόμενο διάστημα. Στις 14 Φεβρουαρίου 2025 η Ζωή Κωνσταντοπούλου διαμαρτυρήθηκε έντονα προς την πρώην υπάλληλό της για την ποιότητα του καφέ της, ενώ λίγο αργότερα απαίτησε να ελέγξει το περιεχόμενο της προσωπικής τσάντας της! «Αρχικά αρνήθηκα την απαίτησή της, επισημαίνοντας μάλιστα ότι η εν λόγω απαίτησή της
είναι προσβλητική και παραβιάζει τα προσωπικά και εργασιακά μου δικαιώματα, όταν όμως μου κατέστησε σαφές ότι δεν θα μου επέτρεπε να αποχωρήσω δίχως να ελέγξει το περιεχόμενο της προσωπικής μου τσάντας, εξαναγκάστηκα, υπό καθεστώς έντονης πίεσης, να αφαιρέσω και να επιδείξω ένα προς ένα όλα τα προσωπικά μου αντικείμενα. Μετά το πέρας του εξαναγκαστικού ελέγχου, η ίδια απαίτησε να μη φέρω
στο εξής προσωπικά αντικείμενα στον χώρο εργασίας μου».
«Ποιος τόλμησε να φάει στο γραφείο;»
Στο ίδιο κλίμα, η Άννα Καρακίτσου κάνει λόγο για περιστατικό που φέρεται να σημειώθηκε το βράδυ της 22ας Νοεμβρίου 2024 στα γραφεία του κόμματος. Σύμφωνα με την Άννα Καρακίτσου, η Ζωή Κωνσταντοπούλου, μόλις έφτασε στον χώρο, αντιλήφθηκε μυρωδιά φαγητού και άρχισε να αναζητά «ποιος τόλμησε να φάει εντός του γραφείου της». Η πρώην εργαζόμενη αναφέρει ότι ανέλαβε η ίδια την ευθύνη προκειμένου να μην εκτεθούν συνάδελφοί της, εξηγώντας ότι είχε ζεστάνει φαγητό στην κουζίνα του γραφείου έπειτα από περισσότερες από 13 συνεχόμενες ώρες εργασίας χωρίς διάλειμμα. Όπως περιγράφει, η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας τη ρώτησε επανειλημμένως, μπροστά στους υπόλοιπους εργαζομένους, «αν είναι σωστό να υπάρχει μυρωδιά φαγητού στον χώρο», ενώ όταν εκείνη απάντησε ότι είχε ανάγκη να φάει για να συνεχίσει να εργάζεται, φέρεται να δέχθηκε την παρατήρηση ότι «δεν σέβεται την ίδια και το πολιτικό της κόμμα».
Η Άννα Καρακίτσου υποστηρίζει ότι στη συνέχεια της ζητήθηκε να αποχωρήσει από τα γραφεία. «Αμέσως μετά τη βίαιη αποχώρησή μου από τον χώρο εργασίας, κατέρρευσα συναισθηματικά και ξέσπασα σε έντονο κλάμα».
Εξώθηση σε παραίτηση
Η Άννα Καρακίτσου υποστηρίζει ακόμη ότι το καλοκαίρι του 2024 βρέθηκε αντιμέτωπη με μια κατάσταση που, κατά τους ισχυρισμούς της, στόχο είχε να την οδηγήσει σε παραίτηση. Όπως αναφέρει στην αγωγή της, στις 9 Αυγούστου 2024 της ζητήθηκε να παρέχει την εργασία
της αποκλειστικά στα γραφεία της Πλεύσης Ελευθερίας επί της οδού Βατάτζη και να μην αποχωρεί χωρίς σχετική εντολή!
Σύμφωνα με όσα καταγγέλλει, παρά την υποχρεωτική παρουσία της στον χώρο, δεν της παραχωρήθηκαν γραφείο, ηλεκτρονικός υπολογιστής ή οποιοδήποτε αντικείμενο εργασίας. Αντιθέτως, όπως υποστηρίζει, παρέμεινε επί τρεις συνεχόμενες ημέρες στα γραφεία του κόμματος χωρίς να της ανατεθεί οποιοδήποτε καθήκον και χωρίς να λάβει οδηγίες για το τι ακριβώς όφειλε να κάνει!
Όπως αναφέρει, την πρώτη ημέρα παρέμεινε στα γραφεία μέχρι τις 4 τα ξημερώματα της επόμενης ημέρας, τη δεύτερη αποχώρησε στις 10 το βράδυ, ενώ κατά την τρίτη ημέρα η Ζωή Κωνσταντοπούλου φέρεται να της ζήτησε να αποχωρήσει μετά το πέρας του ωραρίου της και να μην επιστρέψει μέχρι να λάβει νέες οδηγίες. Η ίδια εκτιμά ότι με αυτόν τον τρόπο επιχειρήθηκε να της καταστεί σαφές ότι ήταν «ανεπιθύμητη», με απώτερο σκοπό, όπως υποστηρίζει, να εξαναγκαστεί σε παραίτηση.
Απαγόρευση
Η Άννα Καρακίτσου περιγράφει στην αγωγή της και ένα αυστηρά ελεγχόμενο εργασιακό περιβάλλον, στο οποίο υπήρχαν ακόμη και περιορισμοί στις κοινωνικές επαφές των εργαζομένων. Όπως αναφέρει, από την πρώτη ημέρα της εργασιακής σχέσης της τής επιβλήθηκε, όπως και στους υπόλοιπους εργαζομένους, «ρητή και κατηγορηματική απαγόρευση οποιασδήποτε μορφής επικοινωνίας με στελέχη και βουλευτές άλλων πολιτικών κομμάτων». Σύμφωνα με την περιγραφή της, αυτή η απαγόρευση δεν περιοριζόταν σε πολιτικές ή επαγγελματικές επαφές, αλλά εκτεινόταν «ακόμη και σε στοιχειώδεις εκδηλώσεις κοινωνικής και αστικής ευγένειας, όπως ένας απλός χαιρετισμός».
Επεισόδιο
Ανάμεσα στα περιστατικά που περιγράφονται στο έγγραφο της αγωγής περιλαμβάνεται και ένα επεισόδιο που φέρεται να εκτυλίχθηκε τον Ιούλιο του 2024 και αφορούσε τη διευθύντρια του γραφείου του κόμματος. Σύμφωνα με την Άννα Καρακίτσου, η διευθύντρια αισθάνθηκε αδιαθεσία κατά τη διάρκεια εξωτερικής εργασίας και της ζήτησε να την αντικαταστήσει, εξηγώντας της ότι είχε κάνει εμετό και επιθυμούσε να επιστρέψει στο σπίτι της. Η πρώην εργαζόμενη αναφέρει ότι τη βοήθησε να βρει ταξί και στη συνέχεια επέστρεψε στα γραφεία, ενημερώνοντας για το περιστατικό.
Όπως καταγγέλλει, αυτή η ενημέρωση προκάλεσε την έντονη αντίδραση της Ζωής Κωνσταντοπούλου, η οποία διέκοψε τη συζήτηση που βρισκόταν σε εξέλιξη και ξεκίνησε μια εξαντλητική σειρά ερωτήσεων προκειμένου να εξακριβώσει εάν η ασθένεια της εργαζομένης ήταν πραγματική! «Η κ. Κωνσταντοπούλου με υπέβαλε σε πραγματική πολύωρη και εξαντλητική ‘‘ανάκριση’’, κατά τη διάρκεια της οποίας μου ζητούσε κατ’ επανάληψη, και δη περί τις δέκα (10) φορές, να περιγράψω με απόλυτη λεπτομέρεια το ως άνω περιστατικό. Στο πλαίσιο αυτό έφθασε στο σημείο να με ερωτήσει ‘‘εάν είδα πράγματι τον εμετό’’ της διευθύντριας, και, κατόπιν της αρνητικής μου απάντησης, με επέπληξε εντόνως
διότι δεν ζήτησα από την τελευταία να μου τον επιδείξει. Με ρώτησε, πάντοτε με επιθετικό και ανακριτικό ύφος, ακόμη και αν έλεγξα τα αντικείμενα τα οποία είχε μαζί της η διευθύντρια και όταν απάντησα και πάλι αρνητικά, φωνασκώντας και εμφανώς εκνευρισμένη, μου
απηύθυνε τη φράση «τώρα διάλεξες στρατόπεδο», ωσάν να είμαστε εχθροί μέσα στο ίδιο πολιτικό κόμμα
και στον ίδιο εργασιακό χώρο».
Μια μόνιμη αναμονή
Η Άννα Καρακίτσου υποστηρίζει ότι η κατάσταση κορυφώθηκε όταν η Ζωή Κωνσταντοπούλου φέρεται να απαίτησε αιφνιδιαστικά την παράδοση των κλειδιών του χώρου εργασίας της και την άμεση αποχώρησή της από τα γραφεία της Πλεύσης Ελευθερίας. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αγωγή, η πρώην εργαζόμενη έλαβε προθεσμία μόλις πέντε λεπτών για να συγκεντρώσει τα προσωπικά της αντικείμενα.
«Συνοδεύτηκα εξαναγκαστικά εκτός του χώρου εργασίας μου», περιγράφει και προσθέτει πως ενημερώθηκε ότι δεν θα μπορούσε να επιστρέψει στην εργασία της χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση. Μάλιστα όπως σημειώνει, δεν πρόλαβε καν να παραλάβει όλα τα προσωπικά της αντικείμενα, τα οποία παρέμειναν στα γραφεία του κόμματος. «Παρά τις επίπονες προσπάθειές μου να προσεγγίσω τον τόπο εργασίας μου και να εργαστώ στο εναγόμενο πολιτικό κόμμα, εισέπραττα ως απάντηση ‘‘θα αναμείνεις οδηγίες’’», αναφέρει χαρακτηριστικά, υποστηρίζοντας
ότι αυτές οι οδηγίες δεν ήρθαν ποτέ.
Στην αγωγή της περιγράφει την κατάσταση ως ένα ιδιότυπο καθεστώς «εργασιακής ομηρίας», καθώς -όπως υποστηρίζει- παρέμενε καταχωρισμένη ως εργαζόμενη στο προσωπικό του κόμματος και ασφαλισμένη, χωρίς όμως να της επιτρέπεται στην πράξη να παρέχει την εργασία της και χωρίς να λαμβάνει τις αποδοχές που θεωρεί ότι δικαιούται.
Σήμερα η Άννα Καρακίτσου δηλώνει ότι βρίσκεται σε καθεστώς επίσχεσης εργασίας και ζητεί από τα δικαστήρια να δικαιώσουν τις οικονομικές και ηθικές αξιώσεις της. Το εάν αυτοί οι σοβαροί ισχυρισμοί ευσταθούν ή όχι θα αποτελέσει πλέον αντικείμενο δικαστικής κρίσης, σε μια υπόθεση που έχει ήδη προκαλέσει πολιτικό «σεισμό»!
Όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΜΠΑΜ» της Κυριακής 14 Ιουνίου













































