Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις εμφανίζονται ως μέτρα διεύρυνσης και βελτίωσης του εξωδικαστικού μηχανισμού αλλά στην πραγματικότητα μετατρέπουν τον εξωδικαστικό σε μηχανισμό ταχείας ρευστοποίησης περιουσίας και παραγωγής εκτελεστών τίτλων υπέρ των χρηματοδοτικών φορέων.
Ειδικότερα:
Άρθρο 12 του Σχεδίου – Μείωση κατώτατου ορίου υπαγωγής.
Το άρθρο 12 μειώνει το κατώτατο όριο οφειλών για την υπαγωγή στον εξωδικαστικό από 10.000 σε 5.000 ευρώ. Κατ’ αρχήν, η ρύθμιση αυτή είναι θετική καθώς περισσότεροι οφειλέτες αποκτούν πρόσβαση στον μηχανισμό. Ωστόσο, δεν μπορεί να αξιολογηθεί απομονωμένα καθότι ο εξωδικαστικός συνδέεται πλέον με ρήτρες εκποίησης ακινήτων, εκτελεστότητα της σύμβασης αναδιάρθρωσης και περιορισμό των δικονομικών δικαιωμάτων των οφειλετών και έτσι διευρύνεται η περίμετρος των οφειλετών που θα εισέρχονται σε έναν μηχανισμό ο οποίος θα λειτουργεί και ως ένας μηχανισμός απώλειας περιουσίας.
Άρθρο 13 – Διάσωση κύριας κατοικίας με εκποίηση λοιπών ακινήτων.
Το άρθρο 13 προβλέπει ότι οι πιστωτές μπορούν να υποβάλουν αντιπρόταση που περιλαμβάνει εκποίηση των λοιπών ακινήτων του οφειλέτη, πλην της κύριας κατοικίας, «σε όποια έκταση απαιτείται» για την ικανοποίηση του συνόλου των απαιτήσεων. Η εκποίηση αυτή αναγράφεται ως όρος στη σύμβαση αναδιάρθρωσης. Η διάταξη αλλάζει τη φύση της προστασίας της κύριας κατοικίας καθότι η κατοικία δεν προστατεύεται επειδή αναγνωρίζεται ως κοινωνικό αγαθό αλλά επειδή ο οφειλέτης αποδέχεται τη ρευστοποίηση της υπόλοιπης ακίνητης περιουσίας του.
Το σοβαρότερο, όμως, είναι η διαδικασία εκποίησης. Αυτή ξεκινά με πρωτοβουλία του χρηματοδοτικού φορέα που έχει την υψηλότερη ενυπόθηκη απαίτηση ή, αν δεν υπάρχει ενυπόθηκος, αυτού που έχει την υψηλότερη απαίτηση. Ο δικαστικός επιμελητής ενεργεί με βάση αντίγραφο της σύμβασης αναδιάρθρωσης που εξάγεται από την πλατφόρμα. Η προτεινόμενη ρύθμιση αποκλείει ρητά βασικά δικονομικά μέσα άμυνας. Δεν εφαρμόζεται η παρ. 4 του άρθρου 954 ΚΠολΔ, δηλαδή η δυνατότητα διόρθωσης της έκθεσης, της εκτίμησης και της τιμής πρώτης προσφοράς. Δεν επιτρέπεται ανακοπή κατά τα άρθρα 933 και 936 ΚΠολΔ. Δεν εφαρμόζονται τα άρθρα 937, 938, 1000, 1018 και 1019 ΚΠολΔ. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι ο οφειλέτης στερείται της δυνατότητας να αμφισβητήσει ουσιαστικές και διαδικαστικές πλημμέλειες της εκποίησης, την τιμή πρώτης προσφοράς, την περιγραφή του ακινήτου, τον τρόπο επίσπευσης, ακόμη και κρίσιμα ζητήματα εγκυρότητας της διαδικασίας.
Η εκποίηση ακινήτων αποσπάται από τον κανονικό δικαστικό έλεγχο και μετατρέπεται σε ιδιωτικά οργανωμένη διαδικασία, με ελάχιστες εγγυήσεις για τον οφειλέτη. Με αυτό τον τρόπο η διαδικασία προσομοιάζει με fast track πλειστηριασμό χωρίς πλήρη δικονομική προστασία.
Άρθρο 14 — Η σύμβαση αναδιάρθρωσης ως εκτελεστός τίτλος.
Το άρθρο 14 προβλέπει ότι η σύμβαση αναδιάρθρωσης αποτελεί εκτελεστό τίτλο κατά το άρθρο 904 παρ. 2 περ. ζ΄ ΚΠολΔ για το σύνολο των απαιτήσεων προς χρηματοδοτικούς φορείς. Το απόγραφο εκδίδεται ατελώς από τον δικαστή ή τον Πρόεδρο του Μονομελούς Πρωτοδικείου, μετά την κατάθεση της σύμβασης από οποιονδήποτε καταλαμβανόμενο πιστωτή. Προβλέπεται επίσης ότι η σύμβαση ισχύει ως εκτελεστός τίτλος όχι μόνο κατά του οφειλέτη αλλά και κατά εγγυητών και συνοφειλετών που έχουν συμβληθεί, ενώ επιτρέπει και εγγραφή συντηρητικής κατάσχεσης και προσημείωσης υποθήκης.
Η σύγκριση της προτεινόμενης ρύθμισης με το κοινό δικονομικό δίκαιο είναι αποκαλυπτική. Κατά το άρθρο 904 ΚΠολΔ, αναγκαστική εκτέλεση επιτρέπεται μόνο βάσει εκτελεστού τίτλου. Οι εκτελεστοί τίτλοι είναι, μεταξύ άλλων, δικαστικές αποφάσεις, διαταγές πληρωμής, συμβολαιογραφικά έγγραφα και πράξεις που αναγνωρίζονται από τον νόμο ως εκτελεστοί τίτλοι. Όμως κάθε μία από αυτές τις κατηγορίες διαθέτει αντισταθμιστικές εγγυήσεις. Η διαταγή πληρωμής προϋποθέτει δικαστικό έλεγχο εγγράφων. Το συμβολαιογραφικό έγγραφο προϋποθέτει αυξημένο τύπο, βεβαίωση δικαιοπρακτικής βούλησης, συγκεκριμένη και εκκαθαρισμένη παροχή. Το πρακτικό διαμεσολάβησης αποκτά εκτελεστότητα μετά από διαδικασία με διαμεσολαβητή, υπογραφή μερών και νομικών παραστατών, κατάθεση στη γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου και μόνο εφόσον η συμφωνία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης.
Ανάλογο παράδειγμα υπάρχει και στο δίκαιο εξυγίανσης επιχειρήσεων αλλά εκεί η συμφωνία εξυγίανσης υπόκειται σε δικαστική επικύρωση, με έλεγχο προϋποθέσεων, βιωσιμότητας, μη χειροτέρευσης της θέσης πιστωτών και θεσμική παρέμβαση δικαστηρίου. Η εκτελεστότητα προκύπτει από την απόφαση που επικυρώνει τη συμφωνία. Συνεπώς, υπάρχουν μεν στο αστικό και δικονομικό δίκαιο παραδείγματα εξώδικων ή συμβατικών συμφωνιών που αποκτούν εκτελεστότητα, αλλά δεν υπάρχει συγκρίσιμο παράδειγμα όπου μια «πλατφορμική» σύμβαση ρύθμισης, καταρτισμένη μέσα σε καθεστώς έντονης οικονομικής ανάγκης και διαπραγματευτικής ασυμμετρίας, μετατρέπεται ταυτόχρονα σε εκτελεστό τίτλο για άμεση εκποίηση ακινήτων και σε αποκλεισμό της βασικής άμυνας του οφειλέτη.
Εν τέλει, το άρθρο 12 ανοίγει την πόρτα του εξωδικαστικού σε περισσότερους οφειλέτες, το άρθρο 13 εντάσσει στον εξωδικαστικό τη δυνατότητα εκποίησης ακινήτων με σημαντικό περιορισμό της δικονομικής άμυνας του οφειλέτη και το άρθρο 14 δίνει στη σύμβαση αναδιάρθρωσης ισχύ εκτελεστού τίτλου και επιτρέπει στους πιστωτές να κινηθούν χωρίς να απαιτείται προηγουμένως η έκδοση διαταγής πληρωμής ή δικαστικής απόφασης.
Και έτσι ο εξωδικαστικός αλλάζει χαρακτήρα και από διαδικασία συναινετικής ρύθμισης μετατρέπεται, ιδίως για τους χρηματοδοτικούς φορείς, σε προστάδιο αναγκαστικής εκτέλεσης.
Δημήτριος Λυρίτσης, δικηγόρος













































