Επιστολή «καταπέλτη» απέστειλε στην «ΜΠΑΜ στο Ρεπορτάζ» η κυρία Ρενάτα Καρρά. Είναι η πρώην σύζυγος του επιχειρηματία Αλέξανδρου Σαρακάκη, ενός εκ των μελών της πασίγνωστης επιχειρηματικής οικογένειας που δραστηριοποιείται επί δεκαετίες τόσο στον χώρο του αυτοκινήτου όσο και της ναυτιλίας. Η επιστολή της Ρενάτας Καρρά είναι γροθιά στο στομάχι.
Του ΒΑΓΓΕΛΗ ΤΡΙΑΝΤΗ
Για πρώτη φορά ανοίγει την ψυχή της και διηγείται όλα όσα κρατάει καλά κρυμμένα στην ψυχή της χρόνια τώρα. Είναι το «κατηγορώ» της μάνας, της πρώην συζύγου, της κόρης από τη γνωστή επιχειρηματική οικογένεια, της γυναίκας απέναντι στην ελληνική κοινωνία, στις αντιλήψεις και στα δεσμά που εδώ και δεκαετίες έχουν καταδικάσει χιλιάδες γυναίκες να σιωπούν, να υπομένουν, να βασανίζονται προκειμένου να μην κάνουν κακό στη φήμη της οικογένειας.
Πόνος ψυχής
Η κυρία Καρρά για πρώτη φορά δίνει απαντήσεις για όλα όσα έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια στη δική της οικογένεια. Με πόνο ψυχής, αλλά ταυτόχρονα προσεκτικά και συγκροτημένα, εκφράζει την αγωνία να προστατέψει τα παιδιά της. Αυτό άλλωστε που της έχει συμβεί δεν είναι εύκο απέναντι σε αυτό. «Το ανήλικο κορίτσι, που αύριο θα γίνει γυναίκα, σύζυγος και μάνα, χρειάζεται προστασία, αλήθεια και το δικαίωμα να νιώσει ότι κάποιος την πίστεψε όταν βρήκε το θάρρος να μιλήσει», γράφει ρητά στην επιστολή της, στέλνοντας μήνυμα σε χιλιάδες άλλες μητέρες που μπορεί να αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα και φοβούνται ή διστάζουν να μιλήσουν. «Αλίμονο να είσαι γυναίκα. Αλίμονο να γεννήσεις γυναίκες», γράφει στην επιστολή της, δίνοντας ηχηρές απαντήσεις σε όσους την κατηγορούν ότι όλα τα έκανε για τα χρήματα. Ήρθε η ώρα λοιπόν να ακουστεί η δική της πλευρά. Αυτή της μάνας, της συζύγου, της γυναίκας. Όπως λέει άλλωστε, το «νόμισμα έχει δύο όψεις. Όμως έχει μια αντικειμενική αξία που δεν αμφισβητείται». «Όπως κοιμάται καλύτερα ο καθένας στον οίκο του», σημειώνει. «Εγώ προσωπικά ξύπνησα».
Η επιστολή
Η «Μ» δημοσίευσε αυτούσια την επιστολή των 1.200 λέξεων:
«Το νόμισμα έχει δύο όψεις. Όμως έχει μία αντικειμενική αξία που δεν αμφισβητείται.
Στην ελληνική κοινωνία, η θέση της γυναίκας δυστυχώς ακόμη και σήμερα δεν αξιολογείται αντικειμενικά. Η γυναίκα συχνά καλείται να απολογηθεί για τα πάντα.
- H γυναίκα κάποιας ηλικίας χωρίς παιδιά «σίγουρα έχει κάποιο κουσούρι».
• H γυναίκα καριέρας «εγκαταλείπει τα παιδιά της και της τα μεγαλώνει άλλος».
• H γυναίκα που αφοσιώνεται στα παιδιά της, εγκαταλείποντας καριέρα και προσωπικούς στόχους, «είναι οκνηρή και μη παραγωγική».
• H γυναίκα που επέλεξε να αφοσιωθεί στην οικογένειά της «εξαρτήθηκε από το πορτοφόλι του άντρα».
• H γυναίκα που ανέχεται απιστίες στον γάμο της «ξεπουλιέται για το κοινωνικό στάτους».
• H γυναίκα που δέχεται κακοποίηση χωρίς να το κοινοποιεί και το καταπίνει πίσω από κλειστές πόρτες «ήταν επιλογή της, ας έφευγε».
• H γυναίκα που βρίσκει το κουράγιο να φύγει από μία κακοποιητική σχέση και θέλει να προστατευτεί νομικά από τον σαδιστή της «βγάζει τα άπλυτά της στη φόρα».
• H γυναίκα που χωρίζει για όσα βιώνει στον γάμο της «το κάνει για χρηματικές απολαβές».
• H HHH γυναίκα που ζητάει εξασφάλιση για την ίδια και τα παιδιά της «είναι φιλοχρήματη».
• Η γυναίκα που δεν ζητά εξασφάλιση «είναι άξια της μοίρας της».
• Η γυναίκα που ζητά δικαίωση για την ασέλγεια του παιδιού της «εκθέτει το παιδί της».
• Η γυναίκα που αποκρύπτει ασέλγεια του παιδιού της «είναι εγκληματική μητέρα».
Σαν η ανατροφή παιδιών να αποτελεί κοινή οικογενειακή επιλογή όσο διαρκεί ένας γάμος και προσωπικό σφάλμα της γυναίκας μόλις αυτός τελειώσει.
Σαν η μητρότητα, η φροντίδα και η στήριξη μιας οικογένειας να μην θεωρήθηκαν ποτέ πραγματική εργασία — μέχρι τη στιγμή που αποτιμήθηκαν οικονομικά.
Πότε και πού σταματά αυτός ο σεξισμός; Από τη μία ο νόμος δίνει στη γυναίκα όλα τα εφόδια για να μπορέσει να προστατευτεί και από την άλλη η κοινωνία την καταδικάζει επειδή τόλμησε να τα αξιοποιήσει.
Αλίμονο να είσαι γυναίκα.
Αλίμονο να γεννήσεις γυναίκες.
Στην άλλη πλευρά ακούγονται ακόμη τα αμίμητα:
«άντρας είναι»,
«και το χαβιάρι κάθε μέρα το βαριέσαι»,
«ο άντρας δεν πάει από συναίσθημα, αλλά από τη φύση του»,
«δούλευε αγόγγυστα και αυτή καθόταν – δική του είναι η περιουσία»,
«σιγά, μωρέ, ένα χαστουκάκι θα της έδωσε»,
«ασέλγεια; Την αντρική ανατομία έδειχνε…».
Το θεσμικό πλαίσιο καταδικάζει τη σωματική κακοποίηση, την απιστία, την απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων, την ασέλγεια σε βάρος ανηλίκου, με πληθώρα διατάξεων που θεσπίζονται, αλλά συχνά δεν φτάνουν σε εφαρμογή λόγω της κοινωνικής ανοχής ή της σιωπής.
Και πώς καλείται τελικά ένας άνθρωπος να υπερασπιστεί όσα βίωσε, όταν ταυτόχρονα του ζητείται εχεμύθεια; Πώς προστατεύεται ουσιαστικά μια γυναίκα ή ένα παιδί και η αξιοπρέπειά τους, όταν οι αίθουσες των δικαστηρίων παραμένουν ανοιχτές και οι ψίθυροι ταξιδεύουν γρηγορότερα από τις αποφάσεις;
Η χορήγηση panic button και η αφαίρεση κατοχής όπλων δεν αρκούν στο να προστατεύουν μια οικογένεια. Ίσα ίσα κρούουν τον κώδωνα ότι συχνά δημιουργείται η ψευδαίσθηση προστασίας, ενώ πολλές γυναίκες εξακολουθούν να ζουν μέσα στον φόβο.
Οι ψυχίατροι, από την άλλη, βασιζόμενοι σε πληθώρα ερευνών και με όρκο στον Ιπποκράτη, συμβουλεύουν -ορθά- ότι η προστασία της ψυχικής υγείας των παίδων είναι υψίστης σημασίας. Και διερωτώμαι: η σιγή και η απόκρυψη της αλήθειας από την ίδια του τη μητέρα θα φέρει την ψυχική υγεία στο παιδί που έχει εμπιστευτεί -όχι μόνο στην οικογένειά του αλλά και σε πλείστους τρίτους- την ιστορία του, η οποία εμπίπτει πλήρως στο φάσμα των παράνομων πράξεων εις βάρος του; Αποκαλύψεις που έγιναν αφού είχε ήδη προηγηθεί η απόφαση του διαζυγίου, υπενθυμίζοντας ότι κανείς δεν μπορεί να ορίσει πότε ένα παιδί θα βρει το θάρρος να μιλήσει.
Η ψυχική του υγεία θα διασφαλιστεί αν η μητέρα του επιλέξει να το φιμώσει και να κάνει πως δεν άκουσε… στον βωμό της μη διατάραξης της ασφάλειας και του βολέματος; Ή η ψυχική του γαλήνη θα έρθει όταν νιώσει ότι η μητέρα του με κάθε κόστος θα το υπερασπιστεί και -όπως άλλωστε γίνεται και στη φύση- ως οφείλει; Ότι θα κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της αρχικά για να επαληθεύσει μέσω ειδικών τα όσα της έχει εκμυστηρευτεί και, σε δεύτερο χρόνο, θα κάνει ό,τι μπορεί για να το επιβεβαιώσει, να το δικαιώσει αλλά και να το προστατεύσει;
Είναι αντιφατικό πως ακόμη και ομολογίες ή αποκαλύψεις ενώπιον ψυχιάτρων και ψυχολόγων συχνά παραμένουν εγκλωβισμένες πίσω από τα όρια του ιατρικού απορρήτου. Η εγκυρότητα του λόγου ενός παιδιού που έχει προβεί σε αποκαλύψεις για γεγονότα που έγιναν κατ’ εξακολούθησιν μπορεί πολύ εύκολα να εξακριβωθεί από ειδικούς. Και η επούλωση των πληγών έρχεται μέσα από την επιβεβαίωση, τη στήριξη και την αίσθηση πως το τραύμα δεν θα καθορίσει τη ζωή και την ταυτότητά του.
Προστασία
Το ανήλικο κορίτσι, που αύριο θα γίνει γυναίκα, σύζυγος και μάνα, χρειάζεται προστασία, αλήθεια και το δικαίωμα να νιώσει ότι κάποιος την πίστεψε όταν βρήκε το θάρρος να μιλήσει. Η σιωπή που επιβάλλεται ή επιλέγεται μέσα στον φόβο μπορεί να αφήσει βαθιές ψυχικές πληγές. Και ένα αέναο κατηγορώ του παιδιού προς τον ενήλικα που είτε δεν το πίστεψε είτε συγκάλυψε τα γεγονότα στον βωμό του συμφέροντος.
Δύσκολο εγχείρημα λοιπόν… Από τη μια η αναγνώριση και η υπεράσπιση του παιδιού, από την άλλη η διασφάλιση της αξιοπρεπούς, στα πλαίσια του «πρότερου βίου», διαβίωσης όλων των τέκνων της οικογένειας – και όχι απλώς η διατήρηση ενός «status καθημερινότητας», όπως τόσο εύκολα παρουσιάζεται.
Υπάρχει όμως άλλος έντιμος δρόμος για τη γυναίκα-μητέρα; Άλλος δρόμος ώστε να μην κατηγορηθεί αύριο – μεθαύριο ότι δεν υπερασπίστηκε την κόρη της απέναντι στον «δυνατό», για να μη χάσει την ασφάλεια και τη ζωή που γνώριζε;
Εκτός από τον νόμο και την ψυχιατρική προσέγγιση -που συχνά συγκρούονται στην πράξη- υπάρχει και η δημοσιογραφία. Ο «ελεύθερος λόγος» έρχεται κάποιες φορές να βάλει λόγια στα στόματα των θυμάτων και γλαφυρές, διαστρεβλωμένες εικόνες στα μάτια των αναγνωστών. Και ενώ από τα ίδια τα θύματα απαιτείται εχεμύθεια, η ανθρώπινη οδύνη συχνά μετατρέπεται σε δημόσιο θέαμα, τίτλους, τηλεθέαση και αριθμούς. Γιατί δυστυχώς ακόμη και ο ανθρώπινος πόνος φαίνεται πως πολλές φορές έχει το δικό του αντίτιμο.
Και για τους λίγους. Τους «πρακτικούς». Εκείνους που είτε από ψευδοηθική είτε από χαιρεκακία επιλέγουν να απαξιώσουν όλα τα παραπάνω και να υπολογίσουν μόνο τους αριθμούς – γιατί άλλωστε τα νούμερα είναι πάντα πιο εύπεπτα από την αλήθεια.
Ας μετρήσουν τότε και τους άλλους αριθμούς:
– Πόσες μελανιές μετρήθηκαν;
– Πόσες φορές έγινε κατ’ εξακολούθηση;
– Πόσα χρόνια χρειάζονται μέχρι να εισακουστεί ένα θύμα;
– Πόσα σημάδια άφησαν αποτυπώματα στην ψυχή και σε πόσους ανθρώπους;
Δημόσια αγανάκτηση
Οι αριθμοί έχουν πράγματι ενδιαφέρον.
Οι 75.000 ευρώ προκαλούν δημόσια αγανάκτηση όταν ζητούνται από μία μητέρα που έχει την πλήρη επιμέλεια τριών παιδιών και αφορούν όλα τα έξοδα που συνδέονται με τη ζωή τους: τη φοίτηση στα σχολεία τους, την εκπαίδευσή τους, την καθημερινή τους διαβίωση και τη διασφάλιση του μέλλοντός τους — έξοδα που μέχρι σήμερα βαρύνουν αποκλειστικά την ίδια. Αντιθέτως, πριν ακόμη τεθεί ζήτημα διατροφής, η αντίθετη νομική πλευρά θεώρησε εύλογο να διεκδικήσει το ποσό του 1.000.000 ευρώ μέσω μήνυσης για συκοφαντική δυσφήμιση.
Άραγε σε τι αποδίδουμε μεγαλύτερη αξία; Στη διαβίωση και το μέλλον τριών κοριτσιών ή στη φήμη ενός ενήλικα;
Τα ποσά αλλάζουν. Τα μέτρα και τα σταθμά παραμένουν τα ίδια. Διαφορετικές ηλικίες. Διαφορετικά φύλα. Διαφορετική ισχύς.
Οι αριθμοί λοιπόν έχουν και αξία δίπλα τους. Το ζητούμενο δεν είναι να τους μετράς, αλλά να τους αξιολογείς σωστά. Διαφορετικά, κάποια στιγμή χάνεις όχι μόνο το μέτρημα, αλλά και την ουσία.
Σαν γυναίκα λοιπόν, πρώην σύζυγος, μητέρα παιδιών και κόρη ενός πατέρα με αξίες, ήθος, αγωγή και πάνω απ’ όλα αξιοπρέπεια, θα αποδείξω νόμιμα ότι το νόμισμα που κρατούσα σφιχτά στη χούφτα μου ήταν κάλπικο. Και πως καμία κοινωνία -αστική, επαγγελματική ή δήθεν ηθική- δεν μπορεί πλέον να καθορίζει το δίκαιο και το αληθινό.
Η υπεράσπιση ενός παιδιού δεν είναι εκδίκηση. Είναι καθήκον.
Οι κλειστές πόρτες με τα μυστικά τους είναι πλέον ορθάνοιχτες – όχι για αμαυρισμό προσωπικοτήτων, αλλά για τη νόμιμη δικαίωση ανθρώπων. Το δικαίωμα υπεράσπισης είναι αδιαπραγμάτευτο.
Και είναι επιλογή του καθενός να κρατά τις δικές του πόρτες αμπαρωμένες με βαριές χρυσές αλυσίδες και στολισμένες με πολύχρωμες γλάστρες στα σκαλοπάτια της εισόδου.
Όπως κοιμάται καλύτερα ο καθένας στον οίκο του. Εγώ προσωπικά ξύπνησα».












































