– Οι αναφορές των δικαστών εις βάρος εφέτη για την αλλαγή σύνθεσης σε δικαστήριο!
– Η διαμάχη των 100 εκατ. ευρώ μεταξύ Μαντωνανάκη και Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου
Του ΒΑΓΓΕΛΗ ΤΡΙΑΝΤΗ
Νέα στοιχεία σχετικά με την καταγγελλόμενη αλλαγή της σύνθεσης δικαστηρίου στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, όπου εκδικαζόταν η οικονομική διαμάχη της εταιρείας συμφερόντων Μαντωνανάκη που διαχειρίζεται το Grand Resort Lagonissi με το Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο Ελλάδος, δημοσιεύει σήμερα το dikastikoreportaz.gr.
Πρόκειται για τις έγγραφες αναφορές δύο εφετών του Διοικητικού Εφετείου που μετείχαν στη σύνθεση του συγκεκριμένου δικαστηρίου προς τη Γενική Επιτροπεία των Διοικητικών Δικαστηρίων, εις βάρος του δικαστή Αντώνη Τσαμαρδίνου που προήδρευε στη διαδικασία. Όπως καταγγέλλεται, ο κ. Τσαμαρδίνος φέρεται να προέβη σε αλλαγή της σύνθεσης και ενώ η υπόθεση βρισκόταν στο στάδιο της διάσκεψης.
Στον αντίποδα,το dikastikoreportaz.gr δημοσιεύει τους ισχυρισμούς του κ. Τσαμαρδίνου, ο οποίος δίνει τη δική του εκδοχή για την υπόθεση, ενώ όπως υποστηρίζει «εκβιάστηκε» από την εισηγήτρια για να μη βάλει στη σύνθεση τη δικαστή της αρεσκείας του. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Η διαμάχη με αντικείμενο αποζημίωση 100 εκατ.
Ήταν το μακρινό 1999 όταν η εταιρεία «ΑΤΤΙΚΟΣ ΗΛΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ – ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ – ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΕ» συνήψε σύμβαση με τον ΕΟΤ για τη μίσθωση έκτασης 326 στρεµµάτων στο Λαγονήσι, διάρκειας 40 ετών. Πρόκειται για την εταιρεία που διαχειρίζεται το Grand Resort Lagonissi του ομίλου Μαντωνανάκη, της γνωστής επιχειρηματικής οικογένειας που δραστηριοποιείται στον χώρο των πολυτελών ξενοδοχείων.
Ωστόσο, η σύμβαση δεν προχώρησε λόγω καθυστερήσεων, ενώ η τότε διοίκηση του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος είχε στείλει επιστολές στους τότε υπουργούς Ανάπτυξης και Οικονομικών για τον τρόπο κράτησης των δωματίων και αποτροπής πράξεων αθέμιτου ανταγωνισμού.
Ο ξενοδοχειακός όμιλος κατέθεσε το 2007 αγωγή κατά του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου ζητώντας αποζημίωση περίπου 64 εκατ. ευρώ, με το σκεπτικό ότι από τη ματαίωση της συμφωνίας είχε διαφυγόντα κέρδη. Σήμερα το διεκδικούμενο ποσό ξεπερνάει τα 100 εκατ. ευρώ, μαζί με τους νόμιμους τόκους.
Η αγωγή εκδικάστηκε σε πρώτο και δεύτερο βαθμό και μετά από αναίρεση έφτασε στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, με την υπ’ αριθμόν 2101/2023 απόφαση, αναίρεσε την με αρ. 572/2019 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε ξανά την υπόθεση στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών. Η υπόθεση ξεκίνησε να συζητείται τον Μάιο του 2025.
Ωστόσο, τα πράγματα πήραν στη συνέχεια μια περίεργη τροπή. Δύο δικαστές που μετείχαν στη σύνθεση του δικαστηρίου, εκ των οποίων η μία εκ των ήταν δύο εισηγήτρια της υπόθεσης, κατήγγειλαν εγγράφως τον προεδρεύοντα τη διαδικασία, εφέτη δικαστή Αντώνη Τσαμαρδίνο, ότι προχώρησε σε αλλαγή της σύνθεσης και ενώ ήδη η υπόθεση βρισκόταν στο στάδιο της διάσκεψης, σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «Πρώτο Θέμα».
«Με ενημέρωσε ότι δεν μετέχω στη σύνθεση»
«Δήλωσα εντόνως ότι δεν προτίθεμαι να συμμετάσχω σε σύνθεση την οποία θεωρώ μη νόμιμη, καθώς από κανένα νομοθέτημα δεν προβλέπεται δυνατότητα αλλαγής σύνθεσης ειδικά μετά τη συζήτηση και ειδικά μεσούσης της διάσκεψης…»
Η πρώτη αναφορά προς τον επίτροπο Διοικητικών Δικαστηρίων φέρει ημερομηνία 20 Φεβρουαρίου 2026 και υπεβλήθη από την εφέτη διοικητική δικαστή Μ.Λ., η οποία υπηρετεί στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών. Σύμφωνα με όσα ισχυρίστηκε η εφέτης, την παραμονή της 19ης Ιανουαρίου 2026 ενημερώθηκε από την εφέτη διοικητική δικαστή Α.Μ. ότι την επόμενη μέρα θα έφερνε «προς διάσκεψη» την υπόθεση της εταιρείας «ΑΤΤΙΚΟΣ ΗΛΙΟΣ ΑΕ» κατά του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος. Η υπόθεση είχε συζητηθεί στις 19 Μαΐου 2025. Η εφέτης Α.Μ. ήταν εισηγήτρια, ενώ η συνάδελφός της, εφέτης Μ.Λ. μετείχε στη σύνθεση του δικαστηρίου, σύμφωνα «με τα πρακτικά της συνεδρίασης», όπως ισχυρίστηκε.
Πράγματι, στις 19 Ιανουαρίου 2026 η δικαστής Μ.Λ. μετέβη στο 12ο Τμήμα του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να ξεκινήσει η διάσκεψη. Ωστόσο, όπως ισχυρίστηκε στην αναφορά της, κατά την άφιξή της ο πρόεδρος του 12ου Τμήματος, εφέτης διοικητικός δικαστής, Αντώνης Τσαμαρδίνος, την «ενημέρωσε ότι δεν είναι στη σύνθεση της υπόθεσης». Αυτό φέρεται να προκάλεσε την έντονη αντίδραση της εισηγήτριας της υπόθεσης, με αποτέλεσμα ο κ. Τσαμαρδίνος να δηλώσει ότι επαναφέρει τη σύνθεση με μέλος την εφέτη Μ.Λ.
Όπως υπογραμμίζεται στην αναφορά της δικαστού, «κατά τη διάσκεψη η εισηγήτρια παρουσίασε τα πραγματικά περιστατικά και ανέλυσε την 2101/2023 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία η υπόθεση παραπέμφθηκε, ύστερα από αναίρεση της 572/2019 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο 12ο Τμήμα του Διοικητικού Εφετείου».
Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της διάσκεψης «ανέκυψαν έντονες διαφωνίες ανάμεσα στην εισηγήτρια και στον πρόεδρο και επιφυλαχθήκαμε να επαναλάβουμε τη διάσκεψη, αφού μελετήσω κι εγώ την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και ενημερωθώ για τα αποδεικτικά στοιχεία».
Λίγες ημέρες μετά, και συγκεκριμένα στη δικάσιμο που είχε οριστεί για τις 16 Φεβρουαρίου 2026, ο κ. Τσαμαρδίνος φέρεται να ενημέρωσε τη δικαστή Μ.Λ. ότι δεν μετέχη πλέον στη σύνθεση. Η δικαστής μετέβη στο 12ο Τμήμα, όπου ο κ. Τσαμαρδίνος δέχτηκε να δοθούν «τρεις ένορκες βεβαιώσεις που αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία, ώστε να τις μελετήσει μέχρι να οριστικοποιηθεί το θέμα της σύνθεσης».
Τελικά, στις 19 Μαρτίου 2026 η εφέτης υπέβαλε δήλωση αποχής από την υπόθεση.
Η αναφορά «καταπέλτης»
Συγκλονιστικά είναι όσα καταγγέλλονται στην αναφορά προς το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών και τον γενικό επίτροπο Διοικητικών Δικαστηρίων από την εισηγήτρια της υπόθεσης, εφέτη δικαστή Α.Μ. Όπως υποστηρίζει, «στη νόμιμη σύνθεση της ανωτέρω υπόθεσης είχε οριστεί ως μέλος της η δικαστής Μ.Λ.». Μάλιστα το όνομά της φέρεται να αναγράφεται στον φάκελο της υπόθεσης που η εισηγήτρια δικαστής είχε παραλάβει από το δικαστήριο λίγους μήνες πριν, αλλά και στα πρακτικά της συνεδρίασης του δικαστηρίου με ημερομηνία 19 Μαΐου 2025. Σε ό,τι αφορά τη διάσκεψη με ημερομηνία 19 Ιανουαρίου 2026, η εφέτης Α.Μ. ισχυρίστηκε πως ο κ. Τσαμαρδίνος τους είπε αρχικά πως σκόπευε να αλλάξει τη σύνθεση.
«Κατά την έναρξη της διάσκεψης της 19ης.1.2026, ο πρόεδρος μας ενημέρωσε ότι προτίθετο να αλλάξει τη σύνθεση τοποθετώντας στη θέση της κ. Λ… την κ. Κ… Μετά από αντίδρασή μου, ο πρόεδρος μας διαβεβαίωσε ότι η σύνθεση θα παρέμενε ως είχε. Κατόπιν της διαβεβαίωσης αυτής, ξεκίνησε η διάσκεψη», επισημαίνεται μεταξύ άλλων στην αναφορά της εφέτου.
Στη συνέχεια η εισηγήτρια φέρεται να ανέπτυξε την εισήγησή της, η οποία ήταν απορριπτική.
«Κατά τη διάσκεψη ανέπτυξα την εισήγησή μου, η οποία ήταν απορριπτική ως προς την κρινόμενη υπόθεση. Ο πρόεδρος δήλωσε ότι είχε μελετήσει την υπόθεση και ότι είχε άλλη άποψη. Η κ. Λ… δήλωσε ότι επιφυλάσσεται να μελετήσει τον φάκελο προκειμένου να διαμορφώσει άποψη και συμφωνήσαμε να συνεχίσουμε τη διάσκεψη στην επόμενη δικάσιμο της 16ης.2.2026», σημειώνεται στην αναφορά της Εφέτου.
Τις επόμενες ημέρες η δικαστής Α.Μ. απέστειλε στην εφέτη Μ.Λ. μέσω email στοιχεία από τον φάκελο της υπόθεσης προκειμένου να τα μελετήσει. Παράλληλα ήρθε σε τηλεφωνική επικοινωνία και με τον κ. Τσαμαρδίνο, όπου συμφωνήθηκε να φέρει στο δικαστήριο τον φάκελο της υπόθεσης.
Νέα αλλαγή στη σύνθεση από τον Τσαμαρδίνο
Πράγματι, στην επόμενη διάσκεψη με ημερομηνία 16 Φεβρουαρίου 2026 η Μ.Λ. «προσήλθε στο δικαστήριο για να συμμετάσχει στην ήδη συμφωνημένη διάσκεψη». Ωστόσο, πριν από την έναρξη της διάσκεψης ο κ. Τσαμαρδίνος ενημέρωσε τις συναδέλφους του ότι η Μ.Λ. δεν ήταν μέλος της σύνθεσης.
«Πριν από την έναρξη, ο πρόεδρος μας ενημέρωσε ότι είχε αλλάξει τελικώς τη σύνθεση και ότι η κ. Λ… δεν αποτελούσε πλέον μέλος της για τη συγκεκριμένη υπόθεση, χωρίς η κ. Λ… να επικαλεστεί κάποιο κώλυμα και χωρίς ο ίδιος να επικαλεστεί κάποιο υπηρεσιακό λόγο εξαίρεσής της ή λόγο ανωτέρας βίας», επισημαίνεται στην αναφορά.
Η εισηγήτρια δικαστής αντέδρασε έντονα, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει έντονη λογομαχία με τον κ. Τσαμαρδίνο.
Συγκεκριμένα επισημαίνει στην αναφορά της η εφέτης δικαστής: «Δήλωσα εντόνως ότι δεν προτίθεμαι να συμμετάσχω σε σύνθεση την οποία θεωρώ μη νόμιμη, καθώς από κανένα νομοθέτημα δεν προβλέπεται δυνατότητα αλλαγής σύνθεσης ειδικά μετά τη συζήτηση και ειδικά μεσούσης της διάσκεψης. Ο ΚΔΔ στο αρ. 127 προβλέπει αλλαγή μόνο του εισηγητή και μόνο πριν από τη συζήτηση, εφόσον ο εισηγητής δηλώσει ανυπέρβλητο κώλυμα και το δηλώσει εγγράφως. Ακολούθησε έντονη διαφωνία και λογομαχία μεταξύ εμού και του προέδρου, κατά τη διάρκεια της οποίας εκείνος υποστήριξε ότι ο καθορισμός της σύνθεσης αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα του προέδρου και ότι είχε δώσει εντολή στον γραμματέα της έδρας και είχε προβεί στην αλλαγή. Ως εκ τούτου ζήτησα και έλαβα από τον γραμματέα τα νέα πρακτικά με τη νέα σύνθεση, τα οποία επίσης προσκομίζω ενώπιόν σας».
Στη συνέχεια η εισηγήτρια μαζί με τον κ. Τσαμαρδίνο μετέβησαν στο γραφείο της προϊσταμένης του Διοικητικού Εφετείου, όπου εξέφρασε την «έντονη διαφωνία της» για ότι είχε συμβεί.
«Παραβίαση της νόμιμης σύνθεσης»
Την αλλαγή της σύνθεσης του δικαστηρίου από τον κ. Τσαμαρδίνο έχει καταγγείλει η εισηγήτρια της υπόθεσης και στη δήλωση αποχής που κατέθεσε στην προϊσταμένη του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών για λόγους «ευπρέπειας». Πιο αναλυτικά, η καταγγέλλουσα δικαστής υποστήριξε ότι πραγματοποιήθηκε «παραβίαση» της νόμιμης σύνθεσης.
Συγκεκριμένα, στη δήλωση αποχής με ημερομηνία 19 Μαρτίου 2026 ανέφερε: «Επειδή αναφορικά με την ως άνω υπόθεση έλαβε χώρα παραβίαση της νόμιμης σύνθεσης. Ειδικότερα, με απόφαση του προεδρεύοντος εφέτη έγινε αλλαγή του περιεχομένου των πρακτικών της συζήτησης της υπόθεσης, ως προς το πρόσωπο του τρίτου μέλους της σύνθεσης κ. Μ.Λ. απαλείφθηκε το όνομά της και αντικαταστάθηκε από άλλο μέλος του Τμήματος. Ενόψει δε της αντίδρασης τόσο εμού όσο και της κ. Μ.Λ., ο προεδρεύων εφέτης προέβη σε εκ νέου αλλαγή του περιεχομένου των πρακτικών, επαναφέροντας το όνομά της στη σύνθεση, πλην όμως στην επόμενη ορισθείσα ημερομηνία διάσκεψης ακολούθησε νέα αλλαγή της σύνθεσης από πλευράς του, με εκ νέου αφενός αντικατάστασή της από άλλο μέλος του Τμήματος και αφετέρου επαναφορά της νόμιμης σύνθεσης, δυνάμει νέων αντιδράσεων από πλευράς εμού και εκείνης. Άλλως ειπείν, υπήρξε επανειλημμένη αλλαγή της νόμιμης σύνθεσης μέσω της αντικατάστασης μέλους της σύνθεσης, σε χρόνο κατά τον οποίο είχε ήδη ξεκινήσει η διάσκεψη του δικαστηρίου».
Τι υποστηρίζει ο καταγγελλόμενος
Τη δική του εκδοχή σχετικά με την καταγγελλόμενη αλλαγή της σύνθεσης του δικαστηρίου που εκδίκασε την υπόθεση του μεγαλοξενοδόχου δίνει ο εφέτης διοικητικός δικαστής, Αντώνης Τσαμαρδίνος.
Πρόκειται για όσα αναφέρονται σε έγγραφη αναφορά που φέρεται να κατέθεσε στο Συμβούλιο της Επικρατείας ο κ. Τσαμαρδίνος τον Φεβρουάριο του 2026 και τέθηκε υπόψη της Γενικής Επιτροπείας Διοικητικών Δικαστηρίων και της προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Πιο αναλυτικά, η αναφορά στρέφεται κατά της μίας εκ των δύο δικαστών που τον κατήγγειλαν επωνύμως.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε ο κ. Τσαμαρδίνος, «η υπόθεση ήταν ιδιαίτερα σοβαρή και επανασυζητείτο μετά από αναίρεση της 572/2019 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών». Σύμφωνα με τον διοικητικό δικαστή, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης ο γραμματέας της έδρας «συνέταξε σχέδιο πρακτικών, στο οποίο, κατά τη συνήθη πρακτική, έβαλε στη σύνθεση ως δεξιό μέλος την εφέτη Μ.Λ. που ήταν αρχαιότερη». Παράλληλα, ο γραμματέας της έδρας φέρεται να ανήρτησε «πρόωρα στο ηλεκτρονικό σύστημα τη σύνθεση του δικαστηρίου, δίχως το σχέδιο πρακτικών να έχει υπογραφεί» από τον κ. Τσαμαρδίνο, όπως ισχυρίστηκε ο τελευταίος. Σύμφωνα με τον διοικητικό εφέτη, τα «πρακτικά αυτά δεν είχαν καμία ισχύ δημοσίου εγγράφου», επειδή δεν έφεραν τη δική του υπογραφή ως προεδρεύοντος.
«Η σύνθεση ήταν αντίθετη με τη βούλησή μου»
Σύμφωνα με όσα ισχυρίστηκε ο κ. Τσαμαρδίνος, η σύνθεση του δικαστηρίου «που αναγραφόταν στο σχέδιο πρακτικών ήταν αντίθετη προς τη βούλησή του». Ο λόγος ήταν πως κατά τη δική του κρίση έπρεπε να «συμμετάσχει σε αυτή ως δεξιό μέλος» άλλη δικαστής.
Όπως υποστήριξε, στην απόφαση αυτή κατέληξε για μια σειρά από λόγους. Ο πρώτος ήταν πως «η εξεταζόμενη υπόθεση παρουσίαζε αυξημένο βαθμό δυσκολίας (ενόψει των όσων είχαν γίνει δεκτά από την αναιρετική απόφαση του ΣτΕ) και η επίλυσή της απαιτούσε πολλαπλές διασκέψεις».
Ωστόσο, επειδή η εφέτης Μ.Λ. επρόκειτο να προαχθεί σε ένα μήνα, ο κ. Τσαμαρδίνος «θεώρησε ότι θα υπήρχε καθυστέρηση και δυσχέρεια διενέργειας των απαιτούμενων διασκέψεων», καθώς «ήταν αμφίβολο εάν θα παρέμενε στο δικαστήριο και το γεγονός αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα την πάροδο υπερβολικά μακρού χρόνου για την έκδοση της απόφασης επί της υπόθεσης που εκκρεμεί στα δικαστήρια από το έτος 2007, δηλαδή για 19 χρόνια».
Μάλιστα, στην αναφορά του ο κ. Τσαμαρδίνος υποστηρίζει ότι η δικαστής που επιθυμούσε να μετάσχει στη σύνθεση έχει «υψηλή νομικά κατάρτιση» και «επομένως είχε τη δυνατότητα να συμβάλει με τις γνώσεις της στην έκδοση μιας ορθής απόφασης».
Επιπλέον, ο κ. Τσαμαρδίνος υποστήριξε ότι η εισηγήτρια της υπόθεσης φέρεται να «μίλησε με προκατάληψη για τη δικηγόρο της εκκαλούσας». Το γεγονός αυτό ήταν ο λόγος που φέρεται να συνέβαλε στην απόφασή του να τοποθετήσει δικαστή της αρεσκείας του στη σύνθεση, «προκειμένου να εξασφαλισθεί με την εξαντλητική και αντικειμενική εξέταση όλων των νομικών και πραγματικών δεδομένων της υπόθεσης η έκδοση μιας κατά το δυνατόν δίκαιης απόφασης», όπως ισχυρίστηκε.
Επέλεξε σύνθεση της αρεσκείας του
O κ. Τσαμαρδίνος υποστήριξε επίσης ότι στα μέσα του Ιουνίου του 2025 ενημέρωσε τον γραμματέα του Τμήματος για την απόφασή του «να συμμετάσχει στη σύνθεση της επίμαχης υπόθεσης» η δικαστής της αρεσκείας του και του ζήτησε να «συντάξει το ορθό σχέδιο πρακτικών της υπόθεσης». Επίσης, όπως ισχυρίστηκε, ενημέρωσε και την εισηγήτρια της υπόθεσης και την εφέτη δικαστή που τον έχουν καταγγείλει επωνύμως. Επιπλέον, ο κ. Τσαμαρδίνος υποστήριξε πως ζήτησε από τον γραμματέα του Τμήματος «να αναρτήσει στο ηλεκτρονικό σύστημα του δικαστηρίου τη σύνθεση που είχε επιλέξει για τη συζήτηση της υπόθεσης». Ο λόγος ήταν πως «διαισθάνθηκε την ένταση που θα δημιουργούνταν» από την πλευρά της εισηγήτριας, καθώς «δεν ήθελε να αποδεχτεί την απόφασή του».
«Ποιος είσαι εσύ, ρε, που μου το παίζεις πρόεδρος»
Ο κ. Τσαμαρδίνος ουσιαστικά επέρριψε ευθύνες στην πλευρά της εισηγήτριας λέγοντας ότι του «επιτέθηκε με πρωτοφανείς και προσβλητικές εκφράσεις, ουρλιάζοντας μέσα στο γραφείο και στη συνέχεια στους διαδρόμους του δικαστηρίου».
Σύμφωνα με όσα ισχυρίστηκε, η συνάδελφός του φέρεται να του είπε: «Ποιος είσαι εσύ, ρε, που μου το παίζεις πρόεδρος», «δεν αποφασίζεις εσύ», «δεν θα κάνω αυτό που λες εσύ», ενώ όπως ανέφερε φέρεται να τον «εκβίασε» πως εάν τολμήσει να βάλει στη σύνθεση τη δικαστή που επιθυμούσε, η ίδια θα έκανε αναφορά στο Συμβούλιο της Επικρατείας και προσωπικά στον κ. Πικραμένο.
Προαγωγή εν μέσω ποινικής και πειθαρχικής έρευνας!
Η υπόθεση έχει ήδη λάβει ευρύτερες διαστάσεις. Είναι χαρακτηριστικό πως η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών διενεργεί προκαταρκτική έρευνα για τον εντοπισμό τυχόν ποινικών ευθυνών, ενώ το Συμβούλιο της Επικρατείας διενεργεί πειθαρχική έρευνα με εντολή του προέδρου του ΣτΕ, Μιχάλη Πικραμένου. Με αφορμή το δημοσίευμα του «Πρώτου Θέματος» εξέδωσαν ανακοίνωση τόσο η Ένωση Διοικητικών και Δικαστών όσο και η Γενική Επιτροπεία των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, ζητώντας να χυθεί άπλετο φως στην υπόθεση.
Μάλιστα για την υπόθεση κατέθεσε μήνυση κατά παντός υπευθύνου ο καθηγητής Νομικής Παναγιώτης Λαζαράτος, ο οποίος είναι ένας εκ των νομικών συμπαραστατών του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου. Η μήνυση αφορά τα αδικήματα της νόθευσης δικαστικού εγγράφου, της ψευδούς βεβαίωσης, της υπεξαγωγής εγγράφων και της παραβίασης της μυστικότητας δικαστικών συνεδριάσεων.
Την ίδια ώρα εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι πριν από λίγες ημέρες ο ερευνώμενος εφέτης προήχθη. Συγκεκριμένα, στις 5 Μαΐου 2026 δημοσιεύτηκε το ΦΕΚ (αρ. φύλλου 2227) με το οποίο ο κ. Τσαμαρδίνος προάγεται σε πρόεδρο Εφετών με αναδρομική ισχύ από τον Ιούλιο του 2024.
Ωστόσο, πριν από την υπουργική απόφαση είχε προηγηθεί απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου Διοικητικής Δικαιοσύνης (ΣτΕ), που είχε αποφασίσει θετικά για την προαγωγή του κ. Τσαμαρδίνου. Ωστόσο, κατά τη συνεδρίαση 6 από τα 15 μέλη του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου είχαν μειοψηφήσει κατά της απόφασης της πλειοψηφίας. Μεταξύ αυτών και ο πρόεδρος του ΣτΕ, Μιχάλης Πικραμένος.
Σε ανακοίνωση που εξέδωσε το ΣτΕ επισημαίνεται πως η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου ελήφθη τον Δεκέμβριο του 2025. Πριν δηλαδή προκύψουν οι καταγγελίες δικαστών για αλλαγή της σύνθεσης.
*Όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΜΠΑΜ στο Ρεπορτάζ της Κυριακής














































