Η έξοδος από τη φυλακή θεωρείται θεωρητικά η στιγμή της λύτρωσης και της επιστροφής στην ελευθερία. Στην πραγματικότητα, για τη συντριπτική πλειονότητα των αποφυλακισμένων στην Ελλάδα, σηματοδοτεί την είσοδο σε ένα νέο, παράλληλο αδιέξοδο.
Η απώλεια στέγης, το ανεξίτηλο στίγμα του ποινικού μητρώου, η απουσία υποστηρικτικού δικτύου και ο αιφνίδιος κοινωνικός αποκλεισμός συνθέτουν ένα περιβάλλον που συχνά «σπρώχνει» το άτομο πίσω στην παραβατικότητα. Η υποτροπιαστικότητα δεν αποτελεί ατομική αποτυχία, αλλά αναμενόμενη συνέπεια ενός συστήματος που σταματά τη μέριμνά του στη βαριά πόρτα του σωφρονιστικού καταστήματος.
Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, η απάντηση σε αυτό το χρόνιο πρόβλημα βασίζεται στον θεσμό των Επιμελητών Κοινωνικής Αρωγής και Δοκιμασίας (Probation & Parole Officers). Εκεί, η επανένταξη δεν αντιμετωπίζεται ως ευκαιριακή ή αποσπασματική παρέμβαση, αλλά ως μια επιστημονικά δομημένη, υποχρεωτική και διαρκής διαδικασία κοινωνικής εργασίας θήκης (case management), η οποία προστατεύει τόσο το άτομο όσο και τη δημόσια ασφάλεια.
Η Φιλοσοφία του Διπλού Ρόλου
Ο σχεδιασμός της επανένταξης μέσω Επιμελητών βασίζεται σε μια θεμελιώδη παραδοχή: η επιτήρηση χωρίς υποστήριξη είναι άγονη, ενώ η υποστήριξη χωρίς όρια είναι αναποτελεσματική. Ο Επιμελητής Κοινωνικής Αρωγής συνδυάζει δύο φαινομενικά αντιφατικούς, αλλά στην πράξη συμπληρωματικούς ρόλους. Από τη μία πλευρά, ασκεί θεσμικό έλεγχο διασφαλίζοντας την τήρηση των δικαστικών όρων. Από την άλλη, λειτουργεί ως σύμβουλος, καθοδηγητής και συνδετικός κρίκος με την κοινωνία.
Η εργασία του ξεκινά πολύ πριν από την αποφυλάκιση. Μέσα από σταθμισμένα εργαλεία αξιολόγησης επικινδυνότητας και αναγκών (όπως τα συστήματα Risk-Need-Responsivity), ο Επιμελητής χαρτογραφεί τους παράγοντες που οδήγησαν στο έγκλημα —είτε πρόκειται για εξαρτήσεις, είτε για έλλειψη επαγγελματικών δεξιοτήτων, είτε για ψυχολογικά τραύματα. Σε συνεργασία με τον κρατούμενο, συντάσσεται ένα εξατομικευμένο «Σχέδιο Δράσης Επανένταξης». Το πλάνο αυτό εξασφαλίζει από την πρώτη ημέρα της αποφυλάκισης τα βασικά: προσωρινή στέγη, πρόσβαση σε προγράμματα απεξάρτησης ή ψυχικής υγείας, έκδοση νομιμοποιητικών εγγράφων και διασύνδεση με την αγορά εργασίας.
Το Ελληνικό Θεσμικό Κενό
Στην Ελλάδα, η υφιστάμενη κατάσταση απέχει δραματικά από αυτό το υπόδειγμα. Παρά την αφοσίωση των ελάχιστων στελεχών που υπηρετούν στις αρμόδιες υπηρεσίες, ο θεσμός των Επιμελητών Κοινωνικής Αρωγής παραμένει τραγικά υποστελεχωμένος. Το κράτος αποτυγχάνει να προσφέρει έναν οργανωμένο, αυτοτελή μηχανισμό που να αναλαμβάνει συστηματικά τη μετάβαση του αποφυλακισμένου στην κοινωνία, με αποτέλεσμα η μετασωφρονιστική μέριμνα να παραμένει ουσιαστικά ανύπαρκτη σε θεσμικό επίπεδο.
Η συνέπεια αυτής της δομικής απουσίας είναι η υποκατάσταση της ουσιαστικής κοινωνικής επανένταξης από μια αμιγώς γραφειοκρατική και κατασταλτική διαδικασία: την τυπική εμφάνιση του αποφυλακισμένου στο Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής του μία ή δύο φορές τον μήνα. Η υπογραφή σε ένα βιβλίο δεν προσφέρει ούτε στέγη, ούτε εργασία, ούτε ψυχολογική στήριξη. Απλώς επιβεβαιώνει την φυσική παρουσία ενός ατόμου που παραμένει εγκλωβισμένο στο περιθώριο.
Η Επανένταξη ως Επένδυση στη Δημόσια Ασφάλεια
Η υιοθέτηση ενός ολοκληρωμένου συστήματος Επιμελητών Επανένταξης δεν αποτελεί ζήτημα ιδεολογικής τοποθέτησης, αλλά ορθολογικής διαχείρισης. Διεθνείς μελέτες αποδεικνύουν σταθερά ότι το κόστος συντήρησης ενός αποτελεσματικού δικτύου Επιμελητών είναι υποπολλαπλάσιο του τεράστιου οικονομικού και κοινωνικού κόστους που συνεπάγεται η συντήρηση υπερπλήρων φυλακών και η αντιμετώπιση της υποτροπής.
Η πραγματική ασφάλεια μιας κοινωνίας δεν μετριέται από το πόσο αυστηρές είναι οι ποινές ή πόσο ψηλοί είναι οι τοίχοι των φυλακών, αλλά από το τι συμβαίνει όταν οι πόρτες τους ανοίγουν. Η δημιουργία ενός αυτόνομου, στελεχωμένου και επιστημονικά καταρτισμένου Σώματος Επιμελητών Επανένταξης στην Ελλάδα αποτελεί αναγκαία θεσμική προϋπόθεση για να περάσουμε από την εκδικητική τιμωρία στην ουσιαστική κοινωνική επανένταξη.
Ηλίας Σιδέρης
Δικηγόρος












































