Τα δεδομένα αλλάζουν εντελώς όταν μιλάμε για έναν επαγγελματία οδηγό.
Προφανώς ο επαγγελματίας οφείλει να αποτελεί υπόδειγμα συμπεριφοράς στον δρόμο. Πρέπει να γνωρίζει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, να σέβεται τη σήμανση, να προστατεύει τους επιβάτες και τους υπόλοιπους χρήστες του δρόμου και να οδηγεί με μεγαλύτερη υπευθυνότητα.
Υπάρχει όμως και ένας παράγοντας που δεν μπορούμε να αγνοούμε: το ανθρώπινο λάθος.
Ένας οδηγός ταξί, ένας οδηγός λεωφορείου, ένας οδηγός φορτηγού, ένας διανομέας ή οποιοσδήποτε άλλος επαγγελματίας μπορεί να βρίσκεται πολλές ώρες την ημέρα πίσω από το τιμόνι. Όσο περισσότερα χιλιόμετρα διανύει και όσο περισσότερες ώρες εργάζεται στον δρόμο, τόσο αυξάνεται και η πιθανότητα να κάνει κάποια στιγμή ένα λάθος.
Και το ερώτημα είναι εάν κάθε λάθος πρέπει να μπορεί να οδηγήσει ουσιαστικά στην επαγγελματική του εξόντωση.
Το πραγματικό κόστος δεν είναι μόνο το πρόστιμο
Για έναν επαγγελματία οδηγό το κόστος μιας παράβασης δεν περιορίζεται στο χρηματικό ποσό που αναγράφεται στην κλήση.
Η πραγματική ζημιά αρχίζει όταν η παράβαση συνοδεύεται από αφαίρεση της άδειας οδήγησης.
Γιατί για τον άνθρωπο που ζει από το τιμόνι, το δίπλωμα δεν είναι απλώς ένα δημόσιο έγγραφο.
Είναι το βασικό εργαλείο της δουλειάς του.
Αν ένας οδηγός μείνει χωρίς δίπλωμα για μερικές ημέρες ή εβδομάδες, χάνει αντίστοιχα ημερομίσθια και εισόδημα. Αν η αφαίρεση διαρκέσει μήνες, τότε το πλήγμα γίνεται πολύ πιο σοβαρό και μπορεί να δημιουργήσει πραγματικό πρόβλημα επιβίωσης.
Το κόστος δεν είναι εύκολο να υπολογιστεί με ένα συγκεκριμένο ποσό, γιατί διαφέρει σημαντικά από επαγγελματία σε επαγγελματία. Άλλο εισόδημα έχει ένας οδηγός ταξί, άλλο ένας οδηγός φορτηγού, άλλο ένας διανομέας και άλλο ένας εργαζόμενος οδηγός λεωφορείου.
Το βέβαιο είναι ότι η απώλεια της δυνατότητας εργασίας, ακόμη και για περιορισμένο χρονικό διάστημα, μπορεί να κοστίσει πολύ περισσότερο από το ίδιο το πρόστιμο.
Τα έξοδα συνεχίζουν να τρέχουν
Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι όταν σταματά η εργασία, δεν σταματούν μαζί της και οι υποχρεώσεις.
Ο επαγγελματίας συνεχίζει να έχει ασφαλιστικές εισφορές, φορολογικές υποχρεώσεις, έξοδα του οχήματος και καθημερινά προσωπικά έξοδα.
Αν υπάρχει οικογένεια, οι υποχρεώσεις γίνονται ακόμη μεγαλύτερες.
Υπάρχει το ενοίκιο ή η δόση του σπιτιού, οι λογαριασμοί, τα έξοδα των παιδιών, οι δανειακές υποχρεώσεις και όλα όσα συνεχίζουν να «τρέχουν» ανεξάρτητα από το αν ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να εργαστεί.
Γι’ αυτό η αφαίρεση άδειας οδήγησης έχει για έναν επαγγελματία εντελώς διαφορετική βαρύτητα.
Μια διοικητική κύρωση μπορεί στην πράξη να γίνει πολύ πιο επώδυνη από το αρχικό χρηματικό πρόστιμο.
Άλλο η επικίνδυνη οδήγηση και άλλο ένα λάθος στάθμευσης
Εδώ ακριβώς πρέπει να ανοίξει μία σοβαρή συζήτηση για την αναλογικότητα των διοικητικών κυρώσεων του νέου ΚΟΚ.
Φυσικά και δεν πρέπει να υπάρχει καμία ανοχή στις παραβάσεις που μπορούν να προκαλέσουν σοβαρό τροχαίο ατύχημα.
Οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ, παραβίαση ερυθρού σηματοδότη, ακραία υπέρβαση ταχύτητας, επικίνδυνοι ελιγμοί και επαναλαμβανόμενη παραβατική συμπεριφορά πρέπει να αντιμετωπίζονται αυστηρά.
Εκεί δεν χωρούν εκπτώσεις.
Όμως δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με την ίδια φιλοσοφία μία παράβαση στάθμευσης.
Δεν μπορεί, για παράδειγμα, μία λανθασμένη στάθμευση ή ένα όχημα του οποίου ένα μέρος βρίσκεται πάνω στο πεζοδρόμιο να οδηγεί σε κύρωση με τόσο βαριές επαγγελματικές συνέπειες, χωρίς να εξετάζεται η συνολική συμπεριφορά του οδηγού.
Η παράβαση πρέπει ασφαλώς να τιμωρείται.
Αλλά η κύρωση πρέπει να είναι ανάλογη με τη σοβαρότητα και την πραγματική επικινδυνότητα της πράξης.
Να αξιολογείται συνολικά η συμπεριφορά του οδηγού
Χρειαζόμαστε περισσότερο τη φιλοσοφία ενός ουσιαστικού συστήματος ελέγχου συμπεριφοράς οδηγών.
Να εξετάζεται δηλαδή συνολικά το ιστορικό του οδηγού, η συχνότητα των παραβάσεων, η βαρύτητά τους και κυρίως το κατά πόσο αυτές συνδέονται με πραγματικό κίνδυνο πρόκλησης τροχαίου ατυχήματος.
Άλλο ένας οδηγός που συστηματικά παραβιάζει κόκκινα φανάρια ή οδηγεί επικίνδυνα και άλλο ένας επαγγελματίας που σε μία μεμονωμένη περίπτωση έκανε ένα λάθος στάθμευσης.
Η Πολιτεία πρέπει να μπορεί να ξεχωρίζει τις δύο περιπτώσεις.
Οι κυρώσεις πρέπει να λειτουργούν παιδευτικά και αποτρεπτικά, όχι να οδηγούν μηχανικά σε υπέρμετρες επαγγελματικές συνέπειες.
Η αυστηρότητα χρειάζεται και αναλογικότητα
Ο επαγγελματίας οδηγός έχει αυξημένη ευθύνη και πρέπει να ελέγχεται αυστηρά.
Αυτό είναι αυτονόητο.
Εξίσου αυτονόητο όμως πρέπει να είναι ότι όταν αφαιρείται από έναν επαγγελματία η άδεια οδήγησης, ουσιαστικά περιορίζεται και η δυνατότητά του να εργαστεί.
Γι’ αυτό χρειάζεται επανεξέταση των διοικητικών κυρώσεων για τις παραβάσεις που δεν συνδέονται άμεσα με την πρόκληση τροχαίων ατυχημάτων.
Άλλο να τιμωρείς αυστηρά έναν επικίνδυνο οδηγό και άλλο να δημιουργείς σοβαρό βιοποριστικό πρόβλημα σε έναν επαγγελματία για μία παράβαση χαμηλότερης επικινδυνότητας.
Η οδική ασφάλεια απαιτεί αυστηρότητα.
Αλλά απαιτεί και λογική.
Και πάνω απ’ όλα απαιτεί αναλογικότητα.













































