Σταμάτης Μπελιβάνης: Οι αστυνομικοί με μόνιμες αναπηρίες, τα «10.000 ευρώ» και η ιατροδικαστική εξέταση σε καφετέρια

Σταμάτης Μπελιβάνης

Μπορεί η απόφαση της Δικαιοσύνης, σε αυτό το στάδιο της ποινικής διαδικασίας, να ήταν πως ο ιατροδικαστής Σταμάτης Μπελιβάνης δεν χρειάζεται να προφυλακιστεί (σ.σ. προσωρινά ελεύθερος με περιοριστικούς όρους και χρηματική εγγύηση), ωστόσο, η ογκωδέστατη σε βάρος του δικογραφία περιλαμβάνει ένα ντόμινο καταγγελιών, μαρτυρικών καταθέσεων και στοιχείων, που αποτελούν το προϊόν μιας πολύμηνης έρευνας.

Οι Αρχές δεν περιορίστηκαν σε μία ή δύο καταγγελίες. Αντίθετα, συνέδεσαν μεταξύ τους διαφορετικές και δύσκολες προς εξέταση υποθέσεις, οι οποίες εκτείνονται από θανατηφόρα τροχαία, ατυχήματα μέχρι σοβαρές ποινικές δικογραφίες και πραγματογνωμοσύνες που, κατά την εκτίμησή τους, επηρέασαν κρίσιμες δικαστικές εξελίξεις. Η έρευνα βασίστηκε σε μαρτυρικές καταθέσεις, άρσεις τηλεφωνικού απορρήτου και απομαγνητοφωνήσεις συνομιλιών, οι οποίες συνέθεσαν μία πολυσέλιδη και σύμφωνα με έμπειρους αξιωματικούς της ΕΛΑΣ «δεμένη» δικογραφία.

Πίσω από κάθε μία από τις υποθέσεις που περιλαμβάνονται στη δικογραφία βρίσκονται άνθρωποι που κατέθεσαν όσα -κατά τους ίδιους- βίωσαν από τον ιατροδικαστή Σταμάτη Μπελιβάνη. Οι μαρτυρίες τους, σε αρκετές περιπτώσεις, παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά: αναφορές σε χρηματικά ανταλλάγματα, σε παρεμβάσεις στο περιεχόμενο ιατροδικαστικών εκθέσεων και σε υποσχέσεις ότι μια γνωμάτευση θα μπορούσε να αλλάξει την πορεία μιας δικαστικής υπόθεσης.

«Μου ζήτησε 10.000 ευρώ…»

Η υπόθεση ενός τροχαίου δυστυχήματος του 2022 βρίσκεται ανάμεσα στις περιπτώσεις που έχουν βάλει στο μικροσκόπιο τους οι Αρχές, καθώς η ιατροδικαστική έκθεση που θα μπορούσε να αποδειχθεί καθοριστική για την πορεία των διεκδικήσεων της οικογένειας του θύματος. Σύμφωνα με αστυνομικές και δικαστικές πηγές, ο γιος της θανούσας κατήγγειλε ότι, κατά τη διάρκεια των επαφών του για τη σύνταξη και την άμεση έκδοση της ιατροδικαστικής έκθεσης, του ζητήθηκαν 10.000 ευρώ, προκειμένου σε αυτή να αποδοθεί ο θάνατος της μητέρας του στην υπερκόπωση από την εργασία της. Κατά τον ίδιο, μία τέτοια διατύπωση θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για τη διεκδίκηση αποζημίωσης από το Δημόσιο.

Στην ένορκη κατάθεσή του περιγράφει χαρακτηριστικά: «…με κάλεσε στο γραφείο του και μου είπε ότι για την ιατροδικαστική και την άμεση έκδοσή της… ζητούσε -10.000€- λέγοντάς μου “Κάτι θα ζητήσει για να την βγάλει”… και ζητάει καμιά δεκάρικο.»

Ωστόσο, ο μάρτυρας αναφέρει ότι αρνήθηκε να καταβάλει το ποσό. «Μου φάνηκε εξωφρενικό ποσό, το οποίο και δεν διέθετα, οπότε αρνήθηκα να πληρώσω αυτά τα λεφτά» είπε συγκεκριμένα στις Αρχές ο 31χρονος. Μάλιστα, την ίδια στιγμή περιγράφει την έκπληξή του για το γεγονός ότι, όπως υποστηρίζει, του ζητήθηκαν χρήματα από δημόσιο λειτουργό : «Εγώ σε όλη τη διαδικασία είχα απέναντί μου μία δημόσια υπηρεσία… και ξαφνικά εμφανίστηκε ένας δημόσιος λειτουργός (ιατροδικαστής) να μου ζητάει χρήματα και δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί οι ιατροδικαστικές εκθέσεις καθορίζονται από χρηματικά ποσά. Δεν ξέρω γιατί άνθρωπος που εκπροσωπεί δημόσια υπηρεσία επικοινωνεί με ανθρώπους και παθόντες και ζητάει λεφτά για να κάνει τη δουλειά του».

Οι δύο αστυνομικοί που έμειναν με μόνιμες αναπηρίες

Μία ακόμη υπόθεση που περιλαμβάνεται στη δικογραφία αφορά την ένοπλη επίθεση σε βάρος δύο αστυνομικών, οι οποίοι τραυματίστηκαν σοβαρά κατά τη διάρκεια ελέγχου στα Χανιά. Σύμφωνα με τα στοιχεία που σύμφωνα με έγκυρες πηγές περιλαμβάνει η δικογραφία, ο ένας αστυνομικός τραυματίστηκε στο αριστερό χέρι και στο δεξί πόδι, ενώ ο δεύτερος δέχθηκε πυροβολισμό στον ώμο και στο κεφάλι, με αποτέλεσμα να υποβληθεί σε πολύωρες χειρουργικές επεμβάσεις και να νοσηλευτεί για μεγάλο χρονικό διάστημα σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας.

«Προσπάθησα και βοήθησα τον συνάδελφο που ήταν αναίσθητος, γιατί όσο εμένα με πυροβολούσε σε ευθεία βολή, τα σκάγια έβρισκαν και τον αναίσθητο συνάδελφο (λόγω του πυροβολισμού στο κεφάλι) σε διάφορα μέρη του σώματος. Όσο ήταν αναίσθητος, έβγαζε αίματα και σάλια και πνιγόταν και τον γύρισα στο πλάι φωνάζοντας «βοήθεια»» είπε συγκεκριμένα στην κατάθεση του ο ένας εκ των αστυνομικός. Παράλληλά, οι δύο αστυνομικοί, που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της έρευνας, περιγράφουν στις καταθέσεις τους τις μόνιμες συνέπειες που είχαν οι τραυματισμοί τους, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο, όπως υποστηρίζουν, πραγματοποιήθηκε η ιατροδικαστική εξέταση αρκετούς μήνες αργότερα.

«Μας εξέτασε σε καφετέρια»

Ο ένας από τους δύο καταθέτει ότι η εξέταση έγινε περίπου δέκα μήνες μετά το περιστατικό, όχι σε ιατροδικαστική υπηρεσία, αλλά σε καφετέρια: «Βρεθήκαμε στο καφέ που είναι στη Σούδα, όπου ήπιαμε έναν καφέ, μας ρώτησε πού είχαμε χτυπήσει και του δείξαμε απλά τα σημεία. Δεν μας ανέφερε τίποτα παραπάνω, ούτε μας έδωσε χαρτί».

Την ίδια στιγμη ο 46χρονος αστυνομικός περιγράφει τις σοβαρές επιπτώσεις που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει από τα τραύματά του. «Έχω μόνιμο μούδιασμα στη γάμπα του ποδιού, αν κουραστώ από ορθοστασία πονάει το νεύρο του γοφού και με τραβάει συχνά και η μέση, ενώ όταν τον χειμώνα πέσει η θερμοκρασία κουτσαίνω… ενώ συνολικά έχω ξοδέψει πάνω από 30.000 ευρώ σε γιατρούς για εξετάσεις και φυσιοθεραπείες» ισχυρίστηκε στην κατάθεση του ο ένα εκ των αστυνομικών. Αναφερόμενος στον συνάδελφο του, ο ίδιος αναφέρει ακόμη: «Έχει χάσει την περιμετρική όραση, έχει αστάθεια και όταν αλλάζει ο καιρός πονάει έντονα.»

Παράλληλα, ο δεύτερος αστυνομικός αναφέρει ότι μετά τον πυροβολισμό στο κεφάλι παρέμεινε επί εβδομάδες στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας και σήμερα έχει κριθεί με ποσοστό αναπηρίας 95%, ενώ, όπως υποστηρίζει, η ιατροδικαστική εξέταση περιορίστηκε σε λίγες ερωτήσεις αρκετούς μήνες μετά το περιστατικό. «Πιο συγκεκριμένα, μας ζήταγε απλά να σηκώσουν τις μπλούζες για να δει τα τραύματα, ενώ μετά από τόσο καιρό θεωρώ πιθανόν ότι η εν λόγω ιατροδικαστική έκθεση προέκυψε κατόπιν χρηματισμού του εν λόγω ιατροδικαστή» είπε συγκεκριμένα ο δεύτερος αστυνομικός.

Οι καταγγελίες των δύο αστυνομικών δεν περιορίζονται μόνο στον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκε η εξέτασή τους. Σύμφωνα με αστυνομικές πηγές, στο επίκεντρο της έρευνας βρέθηκε και το περιεχόμενο της ιατροδικαστικής έκθεσης που συντάχθηκε στη συνέχεια. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, στην έκθεση οι τραυματισμοί των δύο αστυνομικών χαρακτηρίστηκαν ως «επικίνδυνες σωματικές βλάβες», ενώ αναφερόταν ακόμη ότι δεν έφεραν οποιαδήποτε μόνιμη βλάβη από το περιστατικό.

Η συγκεκριμένη εκτίμηση, σύμφωνα με τις Αρχές, παρουσιάζει ουσιώδεις αποκλίσεις με βάση τα ιατρικά δεδομένα της υπόθεσης. Και αυτό γιατί οι δύο αστυνομικοί, μετά τον τραυματισμό τους, κρίθηκαν από τα αρμόδια όργανα με ποσοστά αναπηρίας 40% και 95%, μετακινήθηκαν εκτός μάχιμης υπηρεσίας.

Για τις Αρχές, το ζήτημα δεν ήταν μόνο ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιήθηκε η εξέταση των δύο αστυνομικών, αλλά κυρίως το περιεχόμενο της ιατροδικαστικής έκθεσης που ακολούθησε. Σύμφωνα με την εκτίμησή τους, η ψευδής πραγματογνωμοσύνη συντάχθηκε από τον Σταμάτη Μπελιβανη ευνοώντας τον κατηγορούμενο της ένοπλης επίθεσης, ενώ αυτό έγινε έναντι παράνομου οικονομικού ανταλλάγματος.

«Δύο μωβ απόψε και 10 στο σύνολο…»

Ανάμεσα στις υποθέσεις που περιλαμβάνονται στη δικογραφία βρίσκεται και εκείνη του θανάτου εργαζομένου σε ξενοδοχείο με την αδελφή του να περιγράφει στις Αρχές όσα, όπως υποστηρίζει, ακολούθησαν κατά τη διαδικασία σύνταξης της ιατροδικαστικής έκθεσης.

Σύμφωνα με την κατάθεσή της, λίγο μετά τον θάνατο του αδελφού της, ο ιατροδικαστής, αφού ενημερώθηκε για τις συνθήκες του περιστατικού, φέρεται να εξέφρασε μπροστά σε τρίτους την άποψή του για τα αίτια του θανάτου. «Μόλις άκουσε ότι στο σημείο που δούλευε ο αδερφός μου υπήρχαν νερά και ήταν πολύ ιδρωμένος… είπε ξεκάθαρα μπροστά σε τρίτους “τελείωσε το ζήτημα, το ρεύμα πήγε κάτω, έγινε γείωση, δεν υπάρχει ζήτημα, το ρεύμα πήγε στη γη”.» είπε συγκεκριμένα στις Αρχές η γυναίκα.

Λίγες ημέρες πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης στο αστικό δικαστήριο, η οικογένεια πίεσε τον δικηγόρο της να τους ενημερώσει για την πορεία της ιατροδικαστικής έκθεσης. Σύμφωνα με την κατάθεση της αδελφής του θανόντος, ο δικηγόρος εμφανίστηκε απογοητευμένος, καθώς ο Σταμάτης Μπελιβάνης δεν είχε προχωρήσει σε όσα, όπως υποστηρίζει η ίδια, είχε προηγουμένως αναφέρει μπροστά σε τρίτους.

Η μάρτυρας υποστηρίζει στην κατάθεση της ότι ο δικηγόρος του μετέφερε πως η έκθεση δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί, επειδή από την πλευρά του Μπελιβάνη στέλνονταν μηνύματα και ζητούνταν χρηματικά ποσά. «Συγκεκριμένα έστειλε μήνυμα που ζητούσε “δυο μωβ απόψε και 10 στο σύνολο και για τους δύο”» ισχυρίστηκε η 41χρονη.

Κατά την ίδια, όταν ο δικηγόρος καθυστερούσε να απαντήσει στα μηνύματα και αρνήθηκε να δοθεί οποιοδήποτε ποσό, οι πιέσεις εντάθηκαν: «έγινε πιο πιεστικός και αναφέρθηκε ότι αν δεν κάναμε εμείς αυτό που έπρεπε θα το δουν οι άλλοι, ότι η υπόθεση είναι δύσκολη και λοιπά και ότι θα βλαφτούμε όχι μόνο εμείς αλλά και ο ίδιος επειδή συνέχιζε να απαντάει αρνητικά, θα πάθει επαγγελματική ζημιά».

Γίνετε συνδρομητές στο «Δικαστικό Ρεπορτάζ», το κορυφαίο μηνιαίο περιοδικό για τη Δικαιοσύνη. Για περισσότερες πληροφορίες πατήστε εδώ.

Ακολουθήστε μας στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι για όλες τις ειδήσεις