Ποινή φυλάκισης 22 μηνών με τριετή αναστολή, χωρίς την αναγνώριση κανενός ελαφρυντικού, επέβαλε την περασμένη Τετάρτη το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών στον Ηλία Γκιώνη, γνωστό στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ως «Μικρός Πριγκιπάκος».
Ο Ηλίας Γκιώνης είχε αποκτήσει δημόσια παρουσία και προβολή στα social media αλλά και σε τηλεοπτικές εκπομπές, εμφανιζόμενος ως εκφραστής του κινήματος Me Too, με αφορμή την υπόθεση του καταγγελλόμενου βιασμού της Γεωργίας Μπίκα στη Θεσσαλονίκη — υπόθεση που στη συνέχεια κατέρρευσε δικαστικά.
Η υπόθεση Μπίκα και οι δημόσιες καταγγελίες
Η Γεωργία Μπίκα πλέον κατηγορείται, καθώς φέρεται –σύμφωνα με τη δικογραφία– σε συνεργασία με επιχειρηματίες αλλά και δημοσιογράφους, να επινόησε τον ισχυρισμό περί βιασμού, ο οποίος, όπως είχε δηλώσει, φέρεται να τελέστηκε ανήμερα της Πρωτοχρονιάς στο ξενοδοχείο MET στη Θεσσαλονίκη.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Ηλίας Γκιώνης προέβη σε σειρά δημόσιων τοποθετήσεων και αναρτήσεων, στοχοποιώντας συγκεκριμένα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και τον επιχειρηματία Δημήτρη Φιντιρίκο.
Μηνυτής ο Δημήτρης Φιντιρίκος
Μηνυτής του Ηλία Γκιώνη ήταν ο Δημήτρης Φιντιρίκος, τον οποίο ο κατηγορούμενος κατονόμαζε δημόσια ως βασικό υπεύθυνο για τον καταγγελλόμενο «βιασμό». Οι καταγγελίες έγιναν τόσο μέσω αναρτήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όσο και μέσω τηλεοπτικών παρεμβάσεων σε εκπομπές, οι οποίες, σύμφωνα με τη δικαστική διαδικασία, φιλοξενούσαν τις τοποθετήσεις του χωρίς στοιχειώδη διασταύρωση.
Αρχικά, ο Ηλίας Γκιώνης ισχυρίστηκε ότι η σουίτα στην οποία φέρεται να πραγματοποιήθηκε το επίμαχο πάρτι ανήκε στον Δημήτρη Φιντιρίκο. Όταν ο ισχυρισμός αυτός κατέρρευσε, συνέχισε, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, να εμπλέκει άλλα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων τον Αλέξανδρο Κοψιάλη και την Ιωάννα Τούνη, συνδέοντας ασύνδετα στοιχεία μέσω δημόσιων δηλώσεων.
Απουσία από τη δίκη
Αίσθηση προκάλεσε το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, στην αίθουσα 2 του κτηρίου 9 της πρώην Σχολής Ευελπίδων, δεν παρέστη ούτε ο ίδιος ο Ηλίας Γκιώνης ούτε κάποιος πληρεξούσιος δικηγόρος του.
Όσοι βρέθηκαν στο ακροατήριο παρακολούθησαν, σύμφωνα με περιγραφές, μια διαδικασία που ανέδειξε τον τρόπο με τον οποίο, χωρίς αποδεικτικά στοιχεία, μπορούν να διατυπώνονται δημόσιες καταγγελίες με βαρύτατες συνέπειες για την προσωπική και επαγγελματική ζωή των στοχοποιημένων προσώπων.
Η κατάθεση Φιντιρίκου
Καταθέτοντας στο δικαστήριο, ο Δημήτρης Φιντιρίκος περιέγραψε την έντονη διαδικτυακή και τηλεοπτική επίθεση που, όπως είπε, δέχθηκε. Τόνισε ότι την Πρωτοχρονιά βρισκόταν στο εξωτερικό μαζί με τη μητέρα του, καθηγήτρια Πανεπιστημίου, όταν πληροφορήθηκε μέσω μηνυμάτων ότι παρουσιαζόταν δημόσια ως βιαστής, προαγωγός και επικεφαλής κυκλώματος μαστροπείας.
Απαντώντας στις ερωτήσεις της έδρας, ο 39χρονος επιχειρηματίας εξιστόρησε τον «Γολγοθά» που βίωσε επί περισσότερα από δύο χρόνια, προσπαθώντας να αποδείξει ότι οι κατηγορίες σε βάρος του ήταν ψευδείς.
«Ήμουν ζωντανός νεκρός»
Σε δήλωσή του στο δικαστήριο, ο Δημήτρης Φιντιρίκος ανέφερε χαρακτηριστικά:
«Εξαιτίας της μεθοδευμένης επίθεσης δεν μπορούσα να βγω από το σπίτι μου. Χάλασαν συνεργασίες, αναγκάστηκα να προσλάβω ιδιωτική φρούρηση, με παρουσίαζαν ως επικεφαλής κυκλώματος μαστροπών. Η μητέρα μου εισήχθη στο νοσοκομείο από τη στεναχώρια. Επί δύο και πλέον χρόνια ήμουν ζωντανός νεκρός. Και κάθε φορά που κατέρρεε ένα αφήγημα, εκείνος επανερχόταν με κάτι χειρότερο».
Συνέχεια δικαστικών υποθέσεων
Η καταδίκη αυτή αποτελεί, σύμφωνα με πληροφορίες, μόνο μία από τις δικαστικές υποθέσεις που αφορούν τον Ηλία Γκιώνη, ο οποίος φέρεται πλέον να διαμένει και να δραστηριοποιείται στο εξωτερικό.
Τι είπε στις «Αποκαλύψεις» ο Δημήτρης Φιντιρίκος:
«Όλα αυτά τα χρόνια επέλεξα τη σιωπή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποδέχθηκα τις
συκοφαντίες ή υποχώρησα σε πιέσεις και απειλές. Παρότι βρέθηκα άδικα στο επίκεντρο
μιας δημόσιας στοχοποίησης, για κάτι με το οποίο δεν είχα καμία απολύτως σχέση,
εμπιστεύτηκα την Ελληνική Δικαιοσύνη και περίμενα υπομονετικά. Εκείνη την περίοδο
εκτυλίχθηκε μια πρωτοφανής ανθρωποφαγία και μια συστηματική δολοφονία χαρακτήρα,
με μεγάλο κόστος για εμένα, την οικογένειά μου και τους πολύ δικούς μου ανθρώπους.
Η απόφαση που εκδόθηκε εις βάρος του εν λόγω συκοφάντη, αποτελεί για εμένα μια
αδιαπραγμάτευτη δικαίωση, όχι μόνο σε νομικό επίπεδο, αλλά κυρίως σε ηθικό.
Έλαμψε η αλήθεια, φωτίζοντας μια σκοτεινή περίοδο που χαρακτηρίστηκε από ψέμα,
αδικία και μια σχεδόν εμμονική ή και στοχευμένη επίθεση.
Κλείνω αυτόν τον κύκλο με αξιοπρέπεια και σεβασμό στους θεσμούς, προχωρώντας
μπροστά και αφήνοντας πίσω μου κάτι που ποτέ δεν μου ανήκε».













































