Χαρ. Β. Κατσιβαρδάς: Το ανήλικο τέκνο ως αυτοτελές υποκείμενο δικαίου –κλειδούχος της ζωής του.

τέκνου συν-επιμέλεια

Η καταλυτική γνώμη του ανήλικου παιδιού, δέον όπως ανυπερθέτως λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο,_ εφόσον ασφαλώς έχει οριστικά διασπαστεί η έγγαμη συμβίωση μεταξύ των δύο γονέων του και πλέον, εκάτερος εξ αυτών, έχουν προσφύγει κατ’ αντιδικία προς την Δικαιοσύνη για την ρύθμιση της επιμέλειας της επικοινωνίας και της διατροφής αντιστοίχως_ αναλόγως βεβαίως την ωριμότητα του, υπό την έννοια ότι η διατύπωση της γνώμης του, είναι καθοριστική αρκεί πράγματι να αποδεικνύεται εκ των περιστάσεων, ότι είναι αβίαστη, ανεπηρέαστη και αυθόρμητη, και όχι προϊόν υποβολομιαίων κατευθυντήριων συμβουλών τρίτων προσώπων, λαμβάνοντας ασφαλώς υπόψιν του, εις πάσα περίπτωση το δικαστήριο και την ωριμότητα του ανηλίκου να δύναται να αποφασίσει λυσιτελώς περί το «καλώς» νοούμενο συμφέροντος του.

Η βούληση του τέκνου πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αυτόνομη, έκφανση της αυτοτελούς διάπλασης μίας ανεξάρτητης  προσωπικότητας όπως εξάλλου και η ελευθέρα έκφραση της απρόσκοπτης γνώμη του, επιβάλλεται να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη και να καθίσταται άνευ ετέρου τινός σεβαστή, όχι μόνον από το δικαστήριο, αλλά και από τα λοιπά θεσμικά όργανα τα οποία είναι επιφορτισμένα, να συνεπικουρούν ή να διαμεσολαβούν σε ζητήματα εφαρμογής δικαστικών αποφάσεων διαζευγμένων γονέων, ιδίως ως προς την επικοινωνία λ.χ διαμεσολαβητές, αστυνομικά όργανα, υπό το αυτονόητο όρο βεβαίως ότι συγκλίνει προς την εξυπηρέτηση του επιλεγέντος συμφέροντός του, ως προσωπικότητα και δεν κατατείνει  εξ αντιθέτου προς την, τυχόν βλάβη κάποιου εννόμου αγαθού του.

Κατά κανόνα, η αυτόνομη εκδήλωση της βουλήσεώς του παιδιού ζητείται σε δύο κυρίως θεμελιώδεις περιστάσεις, αφενός στην περίπτωση διεκδίκησης της επιμέλειας μεταξύ των δύο γονέων, προ της έκδοσης της οριστικής αποφάσεως, όπου και εξετάζεται κατ’ ιδίαν εκ του φυσικού δικαστή και αφετέρου όταν μολονότι έχει εκδοθεί απόφαση ρύθμισης του δικαιώματος της επικοινωνίας, αλλά ο ίδιος ο γονέας  ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμα επικοινωνίας με το τέκνο του, ήτοι με τρόπο, που αποδεδειγμένα προσβάλλει την προσωπικότητα του τέκνου και εν γένει βλάπτει καταφώρως το συμφέρον του (ηθικώς επίμεμπτο τρόπο, πρόκληση σωματικής βλάβης, λεκτική, ψυχική βία κ.α), με αποτέλεσμα να δύναται το παιδί υπό αυτές τις συνθήκες να ακούγεται η βούλησή του, παρά την ύπαρξη της εκδοθείσας δικαστικής αποφάσεως επικοινωνίας περί του αντιθέτου.

Το ακανθώδες τεμνόμενο εν προκειμένω, λοιπόν σημείο, είναι όπως προανέφερα, όταν το ίδιο το παιδί αρνείται να ακολουθήσει τον γονέα που ασκεί το δικαίωμα της επικοινωνίας συγκεκριμένες ώρες και ημέρες, όπως αυτές προκαθορίζονται εις την εκάστοτε δικαστική απόφαση, δίχως η άρνηση αυτή του τέκνου να ανάγεται κατ’  ανάγκη, στην αιτιώδη επίδραση ή στην ηθική αυτουργία, άμεση συνέργεια της μητέρας ως προς την παρεμπόδιση ασκήσεως αυτού καθ’ αυτού του δικαιώματος επικοινωνίας του έτερου  γονέα, εν σχέσει προς το τέκνο.

Η ρητή και επισταμένη άρνηση του παιδιού συνιστά εκδήλωση δυσαρέσκειας λόγω καταχρηστικής συμπεριφοράς του έτερου γονέα, γεγονός το οποίο αποδεικνύεται από την εξέταση του παιδιού από ειδικό παιδοψυχίατρο δημοσίου Νοσοκομείου, δυνάμει Εισαγγελικής Παραγγελίας, αλλά και από τις επανειλημμένες και κατηγορηματικές αρνήσεις του παιδιού ενώπιον τρίτων μαρτύρων οι οποίες δικαιολογούνται από την διατύπωση ορισμένων περιστατικών τα οποία συνιστούν την βλαπτική προς το παιδί συμπεριφορά του έτερου γονέα (…).

Η διαδικασία εξέτασης του παιδιού διασφαλίζει το βάσιμο και αληθές των λόγων άρνησης του τέκνου εις πάσα περίπτωση,αν δηλαδή η άρνησή του οφείλεται πράγματι σε κακή, καταχρηστική, αντιπαιδαγωγική και ηθικώς αξιόμεμπτη και εν γένει ανοίκεια συμπεριφορά του γονέα προς το τέκνο, ή εξ αντιδιαστολής το ίδιο το παιδί φαντάζεται πράγματα ή εκδηλώνει τάσεις υποβολιμαίες από τον γονέα που ασκεί την επιμέλεια με σκοπό απλώς να πειθαναγκάζει το παιδί παντί τρόπω, να ματαιώσει την επικοινωνία με τον έτερο γονέα, με αποκλειστικό δόλιο σκοπό την αποξένωση του τέκνου από τον έτερο γονέα, ο οποίος δια της επιλήψιμης αυτής στάσεως του, δεν αναλογίζεται υπεύθυνα τις επαγόμενες  επαχθείς συνέπειες δια την εύθραυστη ψυχοσύνθεση του παιδιού το οποίο, έχει απόλυτη ανάγκη, κατά την τρυφερή αυτή ηλικία, την παρουσία αμφότερων γονέων εις την ζωή του.

Κατά συνέπεια λοιπόν στις περιπτώσεις αδικαιολόγητης άρνησης του τέκνου να ακολουθήσει, συνεπεία κατάφωρης ψυχοσυναισθηματικής επιρροής του γονέα που ασκεί την επιμέλεια,  δύναται ο γονέας αυτός, να υποβάλλει μήνυση για παραβίαση δικαστικής αποφάσεως κατ’ άρθρο 169Α του Π.Κ, αποδεικνύοντας τον δόλο της μητρός να ματαιώσει, ή να παρεμποδίσει την επικοινωνία του τέκνου κατά παράβαση του άρθρου 1520 παράγραφος 2 του Α.Κ

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 950 παρ 2 Κ.Πολ.Δ, αν παρεμποδίζεται  το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο, η απόφαση του Πολιτικού Δικαστηρίου που ρυθμίζει την επικοινωνία  μπορεί να απειλήσει με χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση εκείνον που εμποδίζει την επικοινωνία, βεβαίως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της, το γεγονός ότι εκείνος που παρεμποδίζει το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο ενεργεί με πρόθεση ματαιώσεως  και αποτροπής αυτής, πράγμα το οποίο επιτυγχάνεται και όταν ο υπόχρεος παροτρύνει εσκεμμένα ή εξωθεί επί τω τέλει, το τέκνο να αποφύγει την επικοινωνία με τον έτερο γονέα.

Εις επίρρωση όμως των ως άνω, ο γονέας όπου στερείται άδικα την επικοινωνία έχει την δυνατότητα, να εγείρει αγωγή δια προσβολής της προσωπικότητάς του, διότι εις τον αντίποδα, η συστηματική παρεμπόδιση του δικαιώματος της επικοινωνίας συνιστά καταχρηστική άσκηση του ιερού λειτουργήματος της επιμέλειας (1511, 1532, 1533 του Α.Κ) και θεμελιώνει εξ ορισμού βλαπτική επέμβαση εις την προσωπικότητά του, ως φορέα του δικαιώματος της επικοινωνίας, εν άλλος λόγοις, υπό την ιδιότητά του ως γονέας με το ανήλικο τέκνο του, με συνέπεια να δύναται να αξιώσει δικαστικά την άρση και παράληψη της βάναυσης προσβολής της προσωπικότητάς του, από τον έτερο υπαίτιο γονέα,  μην αποκλείοντας αξίωση αποζημίωσης ένεκεν της αδιαμφισβήτητης ηθικής βλάβης την οποία έχει υποστεί (57, 59, 914 και 932 του Α.Κ), από την μη διευκόλυνση της επικοινωνίας με το τέκνο και την εν τέλει αποξένωση του από αυτό (Π.ΠρΑθ 124/2021)

Εις τον αντίποδα όμως και υπό το πρίσμα ότι η επίμαχος επικοινωνία ματαιώνεται λόγω ανεπηρέαστης αρνήσεως του τέκνου να επικοινωνήσει με το γονέα του, ήτοι η ματαίωση αυτής δεν οφείλεται αποδεδειγμένα, εις δυσμενή επίδραση του γονέα  που έχει υποχρέωση από το ουσιαστικό  δίκαιο (1520 Α.Κ) να ανεχθεί την επικοινωνία _του ασκούντους την επιμέλεια_, εφαρμόζοντας την σχετική δικαστική απόφαση, η ελεύθερη γνώμη του παιδιού και η διαρρήδην άρνηση του πρέπει να γίνεται άνευ άλλου δεκτή, δοθέντος ότι  δεν θεσπίζεται με οποιονδήποτε κανόνα δικαίου υποχρέωση του γονέα που ασκεί την επιμέλεια να κάμψει την ανωτέρω άρνηση του, πειθαναγκάζοντας το προς τον σκοπό πραγματοποιήσεως μίας επικοινωνίας την οποία ουδόλως επιθυμεί, με παν πρόσφορο μέσο. (ΑΠ 429/2002, ΑΠ 1465/ 1998, ΑΠ 422/ 1999), όλως τουναντίον δε, ο γονέας που ασκεί την επιμέλεια οφείλει το αντιμετωπίσει το τέκνο του, ως αυτοτελές υποκείμενο δικαίου.

Εν κατακλείδι λοιπόν, η γνώμη του τέκνου καθίσταται αποφασιστικός παράγων και το «κλειδί» ερμηνείας της αληθούς βουλήσεως του τέκνου με ποιόν εν τέλει, γονέα επιθυμεί να διαμένει, τόσο εν τω πλασίω, ανάθεσης της επιμέλειας, ενόσω εκκρεμοδικεί η δίκη διεκδίκησης της επιμέλειας, ή ακόμη και εις την περίπτωση όπου αποδεδειγμένα το παιδί αρνείται να ακολουθήσει, λόγω ότι συντρέχουν ειδικοί βάσιμοι ουσιαστικοί λόγοι, όπου πράγματι δικαιολογούν την άρνηση του αυτή, παρά την ύπαρξη αντιθέτου αποφάσεως περί της ασκήσεως του δικαιώματος επικοινωνίας.

Συνελόντι ειπείν, με κράτιστο γνώμονα την ηλικία-ωριμότητα του τέκνου και την εξυπηρέτηση του υπέρτερου συμφέροντός του, φρονώ ότι πρέπει να αντιμετωπίζεται, εις πάσα περίπτωση ως αυτοτελές υποκείμενο δικαίου, λαμβάνοντας υπόψη και τις λοιπές εξατομικευμένες περιστάσεις κάθε ξεχωριστής περιπτώσεως οικογενειακού δικαίου.

Χαράλαμπος (Χάρης) Β. Κατσιβαρδάς, Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Ένταλμα Σύλληψης: Πότε εκδίδεται, πώς εκτελείται

Κατερίνα Κατσαρού: Περί βιασμού και σεξουαλικής παρενόχλησης