Αγρίνιο: Όταν η βία γίνεται “λύση” – Tο φονικό ως κοινωνικό σύμπτωμα

Κατερίνα Φιτσιάλου, Φιτσιάλου

«Το έγκλημα δεν είναι μόνο πράξη· είναι και σημάδι μιας κοινωνίας.»
Émile Durkheim

Δεν είναι εύκολο να γράφεις για ένα φονικό. Δεν είναι μόνο η ωμή βία, ούτε η
απώλεια μιας ζωής.

Είναι και το ανατριχιαστικό αίσθημα ότι, πίσω από κάθε τέτοια είδηση, υπάρχει κάτι βαθύτερο: μια κοινωνική ρωγμή που ανοίγει για λίγο και μας αφήνει να δούμε —αν αντέξουμε— το εσωτερικό μιας κοινωνίας. Το φονικό στο Αγρίνιο δεν μπορεί να ιδωθεί μόνο ως ένα “ξεκαθάρισμα λογαριασμών” ή μια “στιγμή που ξέφυγε”.

Η κοινωνιολογία μάς λέει κάτι λιγότερο βολικό: τέτοιες υποθέσεις δεν είναι απλώς παρεκτροπές. Είναι συμπτώματα. Είναι πράξεις που γίνονται πάνω σε ένα ήδη έτοιμο κοινωνικό έδαφος, όπου η ένταση μπορεί να μετατραπεί σε βία και η βία να εμφανιστεί —
έστω για κάποιους – ως απάντηση.

Και αυτό είναι το πρώτο σοκ: ότι η βία μερικές φορές δεν βιώνεται ως έγκλημα,
αλλά ως “λύση”.

Στην ελληνική περιφέρεια, ιδιαίτερα σε κοινότητες στενής εγγύτητας, η κοινωνική ζωή έχει κάτι που λείπει από τις πόλεις: όλοι γνωρίζονται. Αυτό δεν σημαίνει απλώς περισσότερες γνωριμίες. Σημαίνει πυκνό κοινωνικό δίκτυο.

Φήμη. Ιστορίες. Παρελθόν. Συγγένειες. Ανταγωνισμοί. Βλέμματα.

Σ’ αυτό το περιβάλλον, μια προσωπική σύγκρουση δεν μένει ποτέ προσωπική. Σχεδόν πάντα αποκτά κοινωνικές διαστάσεις. Η κοινότητα, είτε ως ενεργός κριτής είτε ως σιωπηλός παρατηρητής, γίνεται τρίτος πόλος σε κάθε ένταση. Το “τι θα πει ο κόσμος” δεν είναι κλισέ· είναι μηχανισμός κοινωνικού ελέγχου. Εκεί, η υπόληψη δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι κεφάλαιο.

Και εδώ αγγίζουμε τον σκληρό πυρήνα της παθογένειας: την επιβίωση μιας
κουλτούρας ανδρισμού που συνδέει την αξία του άντρα με την κυριαρχία του.

Η έννοια της “τιμής” δεν είναι ρομαντική. Είναι πολιτισμικός κανόνας. Και όταν η τιμή συνδέεται με την επιβολή, τότε η σύγκρουση δεν είναι απλώς σύγκρουση. Είναι δοκιμασία ανδρικής ισχύος.

Ο Pierre Bourdieu μάς έχει δείξει πως η κοινωνική κυριαρχία δεν επιβάλλεται μόνο με βία. Επιβάλλεται και με κάτι πιο ύπουλο: με τη συμβολική δύναμη.

Με την ιδέα ότι κάποιοι ρόλοι “οφείλουν” να συμπεριφέρονται συγκεκριμένα για να θεωρούνται αποδεκτοί. Και αυτό είναι που παγιδεύει πολλούς άντρες μέσα σε μια άκαμπτη, επικίνδυνη ταυτότητα: ο “σωστός άντρας” δεν επιτρέπεται να χάσει, να υποχωρήσει, να μειωθεί.

Ακριβώς εκεί, η ζήλια, ο ανταγωνισμός, η αντιπαλότητα, παύουν να είναι ατομικά συναισθήματα. Γίνονται κοινωνική απειλή.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το όπλο δεν είναι ποτέ αθώο αντικείμενο. Στην ελληνική ύπαιθρο – το ξέρουμε όλοι- το κυνηγετικό όπλο για αρκετούς θεωρείται “συνηθισμένο”. Μια σχεδόν καθημερινή παρουσία.

Όμως η κοινωνιολογία δεν στέκεται στο αν είναι “νόμιμο” ή “παράνομο”. Στέκεται σε κάτι
πιο ουσιαστικό: αν είναι κοινωνικά ανεκτό.

Όταν μια κοινωνία έχει συνηθίσει να ζει δίπλα στο όπλο, τότε το όπλο δεν είναι απλώς εργαλείο. Είναι δυνατότητα. Είναι λύση που βρίσκεται εκεί, διαθέσιμη, σαν τελευταία λέξη σε μια σύγκρουση που δεν έμαθε ποτέ να τελειώνει αλλιώς.

Και όταν το όπλο είναι διαθέσιμο, η απόσταση από την ένταση ως το φονικό μικραίνει επικίνδυνα.

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο σε τέτοιες υποθέσεις είναι πως συχνά δεν έρχονται από το κενό. Υπάρχει προϊστορία. Ένταση. Λόγια. Κόντρες. Προειδοποιητικά σημάδια. Στην ελληνική κοινωνία όμως —και αυτό αφορά ιδιαίτερα μικρές κοινότητες – υπάρχει ένας μηχανισμός βαθιά ριζωμένος: η αποφυγή εμπλοκής.

Η φράση “μη μπλέκεις” δεν είναι απλή προτροπή. Είναι κοινωνική φιλοσοφία. Μια στρατηγική επιβίωσης. Όμως η ουσία είναι πικρή: η σιωπή δεν αποτρέπει
τη βία. Τη διευκολύνει.

Όταν δεν υπάρχουν θεσμικά κανάλια αποσυμπίεσης, όταν δεν υπάρχει εμπιστοσύνη σε διαδικασίες, όταν η ένταση μένει άλυτη, τότε η σύγκρουση σωρεύεται. Το ατομικό γίνεται συλλογικό φορτίο. Το ιδιωτικό γίνεται κοινωνικό δηλητήριο.

Εδώ, η ευθύνη δεν είναι “όλων” με έναν αόριστο τρόπο. Είναι συγκεκριμένη: χρειάζεται κοινωνική ενηλικίωση. Γιατί είναι τρομακτικά εύκολο να βαφτίσουμε ένα φονικό ως “μεμονωμένο περιστατικό” ή “έγκλημα πάθους”. Αυτή η φράση είναι βολική. Ξεπλένει τον κοινωνικό παράγοντα και κλείνει την υπόθεση μέσα στην ψυχολογία ενός ανθρώπου.

Όμως τα πάθη δεν σκοτώνουν από μόνα τους.

Σκοτώνει η κοινωνική τους νοηματοδότηση. Σκοτώνει μια κουλτούρα που μαθαίνει σε άντρες ότι η ταπείνωση ξεπλένεται με τιμωρία. Σκοτώνει το ανδρικό “δεν κάνω πίσω”. Σκοτώνει η ιδέα ότι η σχέση είναι ιδιοκτησία. Σκοτώνει η αποδοχή του όπλου ως προέκταση της ταυτότητας.

Ο Norbert Elias θα έλεγε ότι αυτό που βλέπουμε είναι κάμψη των φίλτρων αυτοελέγχου: όταν η κοινωνική ένταση δεν μεταβολίζεται πολιτισμικά, επιστρέφει ωμή.

Το Αγρίνιο σήμερα πενθεί έναν άνθρωπο. Αλλά μαζί του πρέπει να πενθήσουμε και κάτι άλλο: την ιδέα ότι τέτοιες πράξεις είναι απλώς “κακές στιγμές”. Δεν είναι.

Είναι κοινωνικές στιγμές. Στιγμές στις οποίες το άτομο συναντά τον ρόλο. Ο θυμός συναντά τον κώδικα. Και το όπλο συναντά την ανοχή. Αν θέλουμε να σταματήσουμε να μετράμε νεκρούς, δεν αρκεί να δείχνουμε τον δράστη. Πρέπει να κοιτάξουμε το έδαφος που κάνει τη βία δυνατή. Την κουλτούρα της τιμής. Την πατριαρχική ιδέα κυριαρχίας. Τη σιωπή της
κοινότητας. Την κανονικοποίηση του όπλου. Γιατί η βία δεν είναι μόνο μια πράξη. Είναι μια γλώσσα.

Και το πραγματικό στοίχημα για την κοινωνία μας είναι να μην επιτρέψουμε αυτή η γλώσσα να παραμείνει αποδεκτή — ούτε ως “αντρική αντίδραση”, ούτε ως “δικαίωση”, ούτε ως “μοίρα”.Μια κοινωνία δεν κρίνεται μόνο από τους νόμους της. Κρίνεται από το τι θεωρεί ανεκτό.

Κι όταν μια κοινωνία συνηθίζει τη βία, όταν τη βαφτίζει “αντρική αντίδραση”, όταν τη δικαιολογεί ως “πάθος”, όταν σιωπά μπροστά σε απειλές, όταν κανονικοποιεί το όπλο ως προέκταση της ταυτότητας, τότε δεν παράγει απλώς εγκλήματα. Παράγει συνθήκες.

Το Αγρίνιο δεν είναι μόνο τραγωδία. Είναι προειδοποίηση. Γιατί κάθε φορά που ένα φονικό αντιμετωπίζεται σαν “μεμονωμένο”, η κοινωνία δίνει άδεια στο επόμενο. Και το πιο τρομακτικό δεν είναι ότι κάποιοι σκοτώνουν. Το πιο τρομακτικό είναι ότι κάποιοι περιμένουν να συμβεί – σαν να ήταν αναπόφευκτο.

Γράφει η Κατερίνα Φιτσιάλου

Κοινωνιολόγος Ερευνήτρια – MSc Κοινωνική & Πολιτική Θεωρία PhD(c) Πάντειο Πανεπιστήμιο, Τμήμα Κοινωνιολογίας

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

Διαδίκτυο, τεχνητή νοημοσύνη και εκλογικές διαδικασίες. Συνταγματικές προκλήσεις και θεσμικά διακυβεύματα

Γίνετε συνδρομητές στο «Δικαστικό Ρεπορτάζ», το κορυφαίο μηνιαίο περιοδικό για τη Δικαιοσύνη. Για περισσότερες πληροφορίες πατήστε εδώ.

Ακολουθήστε μας στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι για όλες τις ειδήσεις