Η Δώρα Χρυσικού αποχώρησε οργισμένη από το βήμα και επέστρεψε με μια νέα καταγγελία για τον Γιώργο Κιμούλη – Όσα κατέθεσαν η Ζέτα Δούκα και ο Νίκος Ψαρράς για τις πρόβες, τις προσβολές και το κλίμα πίσω από τη σκηνή, σε μια επεισοδιακή δίκη
Μια νέα, ιδιαίτερα σοβαρή καταγγελία, την οποία διατύπωσε για πρώτη φορά κατά τη σημερινή (Πέμπτη 22 Οκτωβρίου) ακροαματική διαδικασία, επιφύλασσε η Δώρα Χρυσικού στη δίκη για την αγωγή του Γιώργου Κιμούλη σε βάρος της Ζέτας Δούκα. Η ηθοποιός, εμφανώς εξοργισμένη από ερώτηση που δέχθηκε για την προσωπική της ζωή, αποχώρησε από το βήμα του μάρτυρα, για να επιστρέψει λίγο αργότερα και να καταγγείλει, με ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα, τα όσα φέρεται να της έλεγε στο αυτί ο γνωστός ηθοποιός κατά τη διάρκεια της θεατρικής συνεργασίας τους.
«Μέσα από τα πράγματα που μου έλεγε ο κύριος Κιμούλης στο αυτί – και το λέω για πρώτη φορά αυτό – είναι ότι θέλει να γαμήσει τη μάνα μου. Να καταγραφεί αυτό!», ξέσπασε η Δώρα Χρυσικού, ζητώντας να αποτυπωθεί η καταγγελία της στα πρακτικά της δίκης.
Ήταν η κορύφωση μιας πολύωρης και φορτισμένης ακροαματικής διαδικασίας στα δικαστήρια της Ευελπίδων, η οποία ξεκίνησε λίγο μετά τις 9 το πρω και στη διάρκεια της οποίας οι τρεις ηθοποιοί περιέγραψαν όσα είχαν βιώσει κατά τη συνεργασία τους με τον Γιώργο Κιμούλη.
Το… εκρηκτικό δικαστικό ραντεβού έγινε με αφορμή την αγωγή που έχει ασκήσει ο γνωστός ηθοποιός σε βάρος των τριών συναδέλφων του, μετά τις δημόσιες καταγγελίες της Ζέτας Δούκα για τη συμπεριφορά που υποστηρίζει ότι είχε υποστεί κατά τη διάρκεια της θεατρικής συνεργασίας τους. Κατά τη διαδικασία, η πλευρά του ενάγοντος επιχείρησε να θεμελιώσει τις αξιώσεις της και στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάστηκαν οι καταγγελίες στα μέσα ενημέρωσης, υποστηρίζοντας ότι οι δημόσιες τοποθετήσεις των ηθοποιών συνέβαλαν στη σύνδεση της υπόθεσης Κιμούλη με καταγγελίες για εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και αξιοπρέπειας που είχαν μονοπωλήσει την καλλιτεχνική επικαιρότητα το 2020 – 2021, όπως εκείνες που είχαν απασχολήσει τη δημοσιότητα γύρω από τα πρόσωπα του Πέτρου Φιλιππίδη και του Παύλου Χαϊκάλη.
Η οργισμένη αποχώρηση της Δώρας Χρυσικού
Η ένταση κορυφώθηκε κατά την εξέταση της Δώρας Χρυσικού, όταν μια ερώτηση της δικηγόρου Βάσιας Καπερνάρου για την προσωπική σχέση της ηθοποιού με τον Γιώργο Κιμούλη προκάλεσε την οργισμένη αντίδρασή της.
«Είναι αλήθεια ότι είχατε σχέση με τον κύριο Κιμούλη;», ρώτησε η Βάσια Καπερνάρου.
«Αυτό είναι μια φήμη που διέδιδε ο ίδιος και το έχει πει για πολλές γυναίκες», απάντησε η Δώρα Χρυσικού, εμφανώς εξοργισμένη, αποχωρώντας από το βήμα. Λίγες στιγμές αργότερα, η ηθοποιός επέστρεψε στο βήμα, προκειμένου να διατυπώσει μια νέα καταγγελία για τη λεκτική συμπεριφορά που υποστηρίζει ότι είχε υποστεί από τον Γιώργο Κιμούλη.
«Μέσα από τα πράγματα που μου έλεγε ο κύριος Κιμούλης στο αυτί – και το λέω για πρώτη φορά αυτο – είναι ότι θέλει να γαμήσει τη μάνα μου. Να καταγραφεί αυτό!» ξέσπασε η Δώρα Χρυσικού.
Μάλιστα, με αυτή την ιδιαίτερα φορτισμένη δήλωση ολοκληρώθηκε η διαδικασία. Της συγκεκριμένης αντιπαράθεσης είχε προηγηθεί μία έντονη λογομαχία ανάμεσα στη μάρτυρα και τη δικηγόρο, με αφορμή το περιστατικό της κλωτσιάς σε βάρος της Ζέτας Δούκα.
Δώρα Χρυσικού: Είναι ντροπιαστικό να λέτε ότι η κλωτσιά δεν συνέβη
Βάσια Καπερνάρου: Κι εσείς είναι ντροπιαστικό που δεν το καταγγείλατε τότε
«Είχα απέναντί μου ένα κουφάρι»
Νωρίτερα, η Δώρα Χρυσικού είχε περιγράψει τη συμπεριφορά που, όπως υποστήριξε, είχε δεχθεί προσωπικά, αλλά και την κατάσταση στην οποία είχε δει τη Ζέτα Δούκα κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους.
Αναφερόμενη στη λεκτική συμπεριφορά που αποδίδει στον Γιώργο Κιμούλη, κατέθεσε:
«Βρωμόμουνο είναι μια λέξη που χρησιμοποιούσε κατά κόρον ο κος Κιμούλης. Την είχε απευθύνει και σε εμένα και στην κα Δούκα». Σύμφωνα με την ίδια, ο ενάγων επιδείκνυε ιδιαίτερη εχθρότητα απέναντι στη Ζέτα Δούκα, την οποία περιέγραψε ως «μένος» και «δριμύτητα».
Μάλιστα, αναφέρθηκε σε περιστατικό κατά το οποίο, όπως υποστήριξε, ο Γιώργος Κιμούλης την απομάκρυνε από το καμαρίνι και της απηύθυνε προσβλητική παρατήρηση για την ερμηνεία της, χρησιμοποιώντας υβριστική έκφραση για την Κατερίνα Παπουτσάκη. Η Δώρα Χρυσικού περιέγραψε με ιδιαίτερα έντονο τρόπο και την ψυχολογική κατάσταση στην οποία, όπως κατέθεσε, είχε βρεθεί η Ζέτα Δούκα.
«Είδα έναν άνθρωπο που δεν αντιδρούσε σε κανένα ερέθισμα. Της είπα Ζετάκι πρέπει να ανέβεις στη σκηνή. Είχα απέναντί μου ένα κουφάρι. Δεν έχω ξαναδεί άνθρωπο σε αυτή την κατάσταση. Ήταν ένα ζόμπι».
Η ηθοποιός επέστρεψε και στο ζήτημα της γυμνής εμφάνισής της στην παράσταση, το οποίο είχε επίσης αναφερθεί στην κατάθεση του Νίκου Ψαρρά. Διευκρίνισε ότι η ύπαρξη γυμνού είχε συμφωνηθεί από τους συντελεστές, υποστήριξε όμως ότι ο τρόπος σκηνικής παρουσίασής του δεν ανταποκρινόταν σε όσα η ίδια θεωρούσε καλλιτεχνικά ορθά. «Ότι θα υπήρχε γυμνό το είχαμε συναποφασίσει. Αλλά υπάρχει και το γυμνό του Αγγελόπουλου, υπάρχει και το γυμνό του πορνό. Υπάρχει τρόπος να διαχειριστείς το γυμνό, να παίζεις με το φως κλπ. Μέχρι την ημέρα της πρεμιέρας δεν είχε μάθει το τρισέλιδο του με τα λόγια του. Ήμουν ένα 28χρονο κορίτσι. Του έγραφαν ντροπή που δεν διαχειρίζεστε σωστά την ηθοποιό σας».
Συνεχίζοντας, η Δώρα Χρυσικού υποστήριξε ότι ο Γιώργος Κιμούλης έδειχνε να αντλεί ικανοποίηση από την αμηχανία και την αποσταθεροποίηση των συναδέλφων του.Όπως ανέφερε, η νεαρή τότε ηλικία της, σε συνδυασμό με το κύρος που είχε ο ενάγων στον θεατρικό χώρο, την είχαν οδηγήσει να αντιμετωπίζει διαφορετικά συμπεριφορές στις οποίες, όπως είπε, σήμερα θα αντιδρούσε.«Αυτός ο άνθρωπος χαιρόταν να μας βλέπει να τα χάνουμε. Αν γινόταν αυτό με την προσωπικότητα που έχω τώρα θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Τότε θεωρούσα ότι είναι τεράστια τιμή – και ήταν – που παίζαμε δίπλα σε αυτούς τους ανθρώπους», ανέφερε.
Ζέτα Δούκα: «Η κλωτσιά με πέτυχε στο στέρνο»
Η κατάθεση της Ζέτας Δούκα έφερε στο επίκεντρο όχι μόνο τα γεγονότα της επίμαχης θεατρικής συνεργασίας, αλλά και το ερώτημα που επανήλθε πολλές φορές κατά τη διαδικασία από τη μεριά της εκπροσώπησης του ενάγοντος, δηλαδή το γιατί η ηθοποιός αποφάσισε να μιλήσει δημόσια έπειτα από τόσα χρόνια. Αρχικά, η ίδια περιέγραψε το κλίμα που επικρατούσε στον θίασο, υποστηρίζοντας ότι μετά το ταξίδι στο Λονδίνο η κατάσταση είχε επιδεινωθεί σημαντικά.
«Γενικά δεν είχα πολλές επαφές, γιατί μετά το ταξίδι που είχαμε κάνει στο Λονδίνο για την παράσταση, το κλίμα είχε γίνει αφόρητο. Οι ηθοποιοί μεταξύ μας δεν είχαμε πρόβλημα με τον κύριο Κιμούλη, όμως δεν ήταν όπως θα έπρεπε», ενώ στη συνέχεια ανέφερε«Η κλωτσιά με πέτυχε στο στέρνο, έφυγα πίσω και χτύπησα σε ένα καλοριφέρ».
Στη συνέχεια, η ηθοποιός επιχείρησε να εξηγήσει τις συνθήκες υπό τις οποίες αποφάσισε να δημοσιοποιήσει όσα, σύμφωνα με την ίδια, είχε βιώσει. Συνέδεσε την απόφασή της με την περίοδο κατά την οποία η καταγγελία της Σοφίας Μπεκατώρου είχε πυροδοτήσει ένα ευρύτερο κύμα δημόσιων αποκαλύψεων, ανοίγοντας τον δρόμο για το ελληνικό #MeToo.
«Αυτό που κάνουμε σήμερα είναι να πούνε γιατί είπαμε κάποια πράγματα δια του τύπου. Είναι σημαντικό να ακουστεί γιατί το έκανα 14 χρόνια μετά. Γιατί ήταν τότε μια περίοδος μεγάλης αναταραχής, είχε βγει η Σοφία η Μπεκατώρου, άρχισαν να στήνονται τα θεμέλια του ελληνικού metoo και μας ρώτησαν από τη στιγμή που βγήκε η Μπεκατώρου μας ρωτούσαν αν κι εμείς έχουμε υποστεί κάτι αντίστοιχο. Ήταν από εποχές της ιστορίας που νιώθεις ότι κάτι αλλάζει. Είχαν άνθρωποι που δεν είχαν την ευκαιρία να μιλήσουν νωρίτερα την ευκαιρία να μιλήσουν. Μας ρωτούσαν κυρίως αν έχουμε κι εμείς προσωπική εμπειρία. Από εκείνη την ερώτηση πιάστηκα και σε αυτή την περίπτωση με aggressive γραμμές και αφού διαχώρισα την περίπτωση μου από αυτή της Μπεκατώρου με σαφή τρόπο. Ήθελα να περάσω τομμηνυμα ότι υπάρχουν και άλλες μορφές βίας εκτός από τη σωματική, όπως η ψυχολογική, το mobbing στους χώρους εργασίας το οποίο έχει καθιερωθεί», επεσήμανε.
Η Ζέτα Δούκα επέμεινε ότι η δική της δημόσια τοποθέτηση δεν είχε σκοπό να εξομοιώσει την εμπειρία της με τις καταγγελίες για σεξουαλική βία, αλλά να αναδείξει διαφορετικές μορφές κακοποιητικής συμπεριφοράς, ιδίως την ψυχολογική πίεση και την εργασιακή παρενόχληση. «Υπάρχει κόστος να κρατάς κάτι μέσα στο τόσα χρόνια», ανέφερε, δίνοντας μια περισσότερο προσωπική διάσταση στην εξήγησή της. Η ηθοποιός μίλησε για συναδέλφους της που επίσης προχώρησαν σε δημόσιες καταγγελίες, τόσο για τον Γιώργο Κιμούλη όσο και για άλλες περιπτώσεις στον χώρο του θεάματος: «Κάνουμε ένα υπέροχο επάγγελμα και κάποιοι άνθρωποι έκαναν κατάχρηση εξουσίας», τόνισε.
Κατά την εκτίμησή της, το κύμα καταγγελιών που ακολούθησε την ανάδυση του ελληνικού #MeToo συνέβαλε στον περιορισμό αντίστοιχων συμπεριφορών, καθώς δημιουργήθηκε πλέον η προοπτική δημόσιας καταγγελίας και λογοδοσίας: «Θεωρώ ότι αντίστοιχες συμπεριφορές έχουν μειωθεί με το φόβο της καταγγελίας».
Αναφέρθηκε επίσης στην ενίσχυση της συλλογικής εκπροσώπησης των ηθοποιών μέσα από το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών, ενώ περιέγραψε τον Γιώργο Κιμούλη ως έναν άνθρωπο που, κατά την επίμαχη περίοδο, διέθετε ιδιαίτερα ισχυρή θέση στον θεατρικό χώρο.«Για χρόνια ήταν ο μεγάλος θιασάρχης, είχε την εξουσία. Μακάρι να είχα το σθένος να είχα κάνει την καταγγελία τότε, δεν το έκανα δυστυχώς», επεσήμανε.
Η ίδια αναφέρθηκε επίσης και στην ψυχική επιβάρυνση που προκαλεί η πολυετής δικαστική αντιπαράθεση, απορρίπτοντας παράλληλα τους ισχυρισμούς ότι οι τρεις ηθοποιοί συγκροτούσαν μια ομάδα με κοινή προσωπική ή άλλη επιδίωξη.
«Γιατί τόσο αργά κυρία Δούκα;»
Κατά την εξέταση της Ζέτας Δούκα, η δικηγόρος Βάσια Καπερνάρου επανήλθε στο ζήτημα της χρονικής απόστασης ανάμεσα στα καταγγελλόμενα περιστατικά και τη δημόσια αποκάλυψή τους.
«Γιατί τόσο αργά κυρία Δούκα;» ρώτησε η Βάσια Καπερνάρου.
Σε άλλο σημείο, η δικηγόρος έθεσε στην ηθοποιό το ερώτημα: «Μήπως είστε εύθικτη;», με τη Ζέτα Δούκα να εκπλήσσεται και να προσπαθεί να διατηρήσει την ψυχραιμία της. Η διαδικασία συνεχίστηκε με ερωτήσεις για τη συμπεριφορά που η Ζέτα Δούκα απέδιδε στον Γιώργο Κιμούλη κατά τη διάρκεια των παραστάσεων.
Πρόεδρος: Ψιθύριζε κατά τη διάρκεια των παραστάσεων ;
Ζέτα Δούκα: Δεν θυμάμαι τι ακριβώς ψιθύριζε γιατί έχουν περάσει χρόνια αλλά διάφορα υποτιμητικά για να τα χάσει ο άλλος.
Πρόεδρος: Γιατί να το κάνει αυτό ;
Ζέτα Δούκα: Ρωτήστε τον
Νίκος Ψαρράς: «Αλίμονο αν κάποιος είχε καλύτερη κριτική από αυτόν»
Στη δική του κατάθεση – πρώτη χρονικά – ο Νίκος Ψαρράς περιέγραψε μια θεατρική συνεργασία που, όπως υποστήριξε, ξεκίνησε χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, αλλά στην πορεία εξελίχθηκε σε μια εξαιρετικά δυσάρεστη εμπειρία.
Ο ηθοποιός ανέφερε ότι τα προβλήματα εμφανίστηκαν κατά το ταξίδι του θιάσου στο Λονδίνο. «Για εμένα αυτή η παράσταση θα ήθελα να έχει διαγραφεί πόντο βιογραφικό μου. Ήταν μια επίπονη χρονιά». Ο ηθοποιός αναφέρθηκε σε οικονομικές δυσκολίες και πιεστικές συνθήκες εργασίας, περιγράφοντας περιστατικά που, σύμφωνα με την κατάθεσή του, είχαν προκαλέσει έντονη αναστάτωση στους συντελεστές της παράστασης.
«Υπήρξαν διάφορα ευτράπελα, όπως ότι για πρώτη φορά είδαμε την κα Χρυσικού γυμνή επί σκηνής. Σοκαριστήκαμε βλέποντας αυτό. Ο ηχολήπτης μας Γασπαράτος έπαθε νευρικό κλονισμό», εξιστόρησε.
Στη συνέχεια, ο Νίκος Ψαρράς αναφέρθηκε στη συμπεριφορά που αποδίδει στον Γιώργο Κιμούλη, μεταφέροντας χαρακτηριστικά λόγια που, όπως υποστήριξε, είχε απευθύνει στους ηθοποιούς: «Είστε άθλιοι ηθοποιοί, αν είχα χρόνο θα σας άλλαζα. Βρείτε τρόπο να παίξετε αύριο. Αυτός είναι ο καλός συνάδελφος».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στον τρόπο με τον οποίο, κατά την εκτίμησή του, αντιμετώπιζε ο Γιώργος Κιμούλης τη δημοσιότητα και τις θετικές κριτικές που συγκέντρωνε η Ζέτα Δούκα.
Όπως κατέθεσε, τα δημοσιεύματα και οι κριτικές εκείνης της περιόδου ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκά για την ηθοποιό, γεγονός που, σύμφωνα με τον ίδιο, προκάλεσε τη δυσαρέσκεια του ενάγοντος. Ο μάρτυρας υποστήριξε ότι ο Γιώργος Κιμούλης άρχισε να εκφράζει παράπονα, αποδίδοντας την προβολή της Ζέτας Δούκα σε παρεμβάσεις της θείας της, ενώ φέρεται να ισχυριζόταν ότι χρησιμοποιούνταν ακόμη και ανώνυμα προφίλ στο «Αθηνόραμα» για τη δημοσίευση ευνοϊκών σχολίων.
«Αλίμονο αν κάποιος συνάδελφος είχε καλύτερη κριτική από αυτόν. Γινόταν στόχος», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο Νίκος Ψαρράς περιέγραψε τις σχέσεις ανάμεσα στον Γιώργο Κιμούλη και τη Ζέτα Δούκα ως ψυχρές, κάνοντας λόγο για μια σταδιακή επιδείνωση του κλίματος. Μάλιστα, ανέφερε ότι η ηθοποιός είχε φτάσει κοντά στην αποχώρηση από την παράσταση, χωρίς τελικά να πραγματοποιήσει την πρόθεσή της, έπειτα από παρεμβάσεις τρίτων.
Ο ίδιος στάθηκε και στην ψυχολογική κατάσταση της συναδέλφου του, όπως την είχε αντιληφθεί εκείνη την περίοδο, ενώ αναφέρθηκε και στη δική του απόφαση να της προτείνει αργότερα μια νέα επαγγελματική συνεργασία, χαρακτηρίζοντας εκ των υστέρων την κίνησή του λανθασμένη. Παράλληλα, θέλησε να απαντήσει στους ισχυρισμούς της αντίδικης πλευράς περί στενών προσωπικών σχέσεων ανάμεσα στους τρεις ηθοποιούς.
«Μας είπε η υπεράσπιση του κυρίου Κιμούλη ότι ήμασταν ένα παρεάκι. Δεν κάναμε ποτέ παρέα, βρεθήκαμε μετά την αγωγή».
Ολοκληρώνοντας την κατάθεσή του, επανέλαβε ότι ο ίδιος και άλλοι συντελεστές της παράστασης ήταν παρόντες στα περιστατικά που έχουν καταγγελθεί, μεταξύ των οποίων εκείνο με το ποτήρι νερού και η καταγγελόμενη κλωτσιά σε βάρος της Ζέτας Δούκα.
Η επιχειρηματολογία
Μέσα από τις καταθέσεις των τριών ηθοποιών και τις ερωτήσεις που δέχτηκαν από την δικηγόρο του Γιώργου Κιμούλη ξεδιπλώθηκε η επιχειρηματολογία και η σταρτηγική αμφότερων των πλευρών. Από τη μία, τα ίδια τα περιστατικά που καταγγέλλονται ότι συνέβησαν κατά τη διάρκεια της θεατρικής συνεργασίας και, από την άλλη, τις συνθήκες υπό τις οποίες οι εμπλεκόμενοι αποφάσισαν να μιλήσουν δημόσια, αρκετά χρόνια μετά. Η πλευρά του Γιώργου Κιμούλη αμφισβητεί τις καταγγελίες και τον τρόπο με τον οποίο αυτές παρουσιάστηκαν στη δημόσια σφαίρα, ενώ οι τρεις ηθοποιοί επέμειναν, μέσα από τις καταθέσεις τους, στην περιγραφή ενός εργασιακού περιβάλλοντος που, σύμφωνα με τους ίδιους, χαρακτηριζόταν από προσβολές, ψυχολογική πίεση και καταχρηστικές συμπεριφορές.
Το ερώτημα της καθυστερημένης δημοσιοποίησης των περιστατικών επανήλθε επανειλημμένα, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, με τη Ζέτα Δούκα να συνδέει την απόφασή της με την κοινωνική αλλαγή που σηματοδότησε το ελληνικό #MeToo.
Πέρα από τις προσωπικές αντιπαραθέσεις, η σημερινή διαδικασία επανέφερε στο προσκήνιο και το ευρύτερο ζήτημα των σχέσεων εξουσίας στον χώρο του θεάτρου. Οι ισχυρισμοί, οι μαρτυρίες και οι αντικρουόμενες θέσεις των πλευρών τίθενται πλέον στην κρίση του δικαστηρίου, το οποίο καλείται να αξιολογήσει τα αποδεικτικά στοιχεία και να αποφανθεί επί της αγωγής.
Παράλληλα, εκτός από τη διαμάχη σε αστικό επίπεδο μεταξύ των αντιδίκων, αναμένονται οι δίκες σε ποινικό επίπεδο με τους ίδιους πρωταγωνιστές, με μια εξ αυτών να ξεκινάει τον Νοέμβριο του 2026.











































