– Η απόπειρα παγίδευσης υπηρεσιακού στελέχους με πρόσβαση σε απόρρητες πληροφορίες ανοίγει νέο κεφάλαιο στη δικαστική διερεύνηση της υπόθεσης Predator!
– Τα μολυσμένα μηνύματα προς πέντε στελέχη της Υπηρεσίας Πληροφοριών.
Ανώτερα και ανώτατα στελέχη της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΕΥΠ) «παγιδεύτηκαν» ή έγινε απόπειρα «παγίδευσης» των κινητών τους τηλεφώνων μέσω του παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού Predator. Πρόκειται για στελέχη της ΕΥΠ που χειρίζονταν εκ της θέσης τους «ευαίσθητες» και απόρρητες πληροφορίες, κρίσιμες για την εθνική ασφάλεια της χώρας ή σχετικά με υποθέσεις του εγχώριου οργανωμένου εγκλήματος.
Δηλαδή, λόγω της ιδιότητάς τους τυχόν παρακολούθησή τους από τρίτους δεν συνιστά απλή παραβίαση των προσωπικών τους δεδομένων, αλλά πιθανότατα στοιχειοθετείται το αδίκημα της κατασκοπείας σε βαθμό κακουργήματος. Είναι μια νέα διάσταση που δίνει στο σκάνδαλο των υποκλοπών η προσφυγή ενώπιον της Δικαιοσύνης του υποδιοικητή κλιμακίου της ΕΥΠ στην Πάτρα, Γιάννη Παπαδόπουλου, σε βάρος των καταδικασθέντων σε πρώτο βαθμό για την υπόθεση Predator: Ταλ Ντίλιαν, Φέλιξ Μπίτζιου, Ιωάννη Λαβράνου και Σάρας Χάμου. Μάλιστα, το στέλεχος της ΕΥΠ ζητά μέσω της προσφυγής του στη Δικαιοσύνη τη συνδρομή της υπηρεσίας και των αρμόδιων υπουργείων στη διαλεύκανση της υπόθεσης, δηλώνοντας παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας. Αποκλειστικέςειδήσεις
Σύμφωνα με πληροφορίες της «ΜΠΑΜ», η απόπειρα παγίδευσης του κινητού τηλεφώνου του κ. Παπαδόπουλου έγινε μέσω της αποστολής δύο SMS το 2021 στο κινητό του τηλέφωνο που ήταν στο όνομα της συζύγου του. Η «ΜΠΑΜ» δημοσιεύει σήμερα το περιεχόμενο των δύο «μολυσμένων» SMS, όπως επίσης και τους ισχυρισμούς του ανώτερου στελέχους της ΕΥΠ ενώπιον της Δικαιοσύνης, που κατέθεσε μέσω του νομικού του συμπαραστάτη, Αλέξανδρου Πόντα. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Η νέα μηνυτήρια αναφορά
Το πρωί της περασμένης Τρίτης, 1η Σεπτεμβρίου, το ανώτερο στέλεχος της ΕΥΠ, μαζί με τον δικηγόρο του Απόστολο Πόντα, πέρασαν την είσοδο των δικαστηρίων της πρώην Σχολής Ευελπίδων. Στα σακίδια κουβαλούσαν ένα ιδιαίτερα σημαντικό νομικό έγγραφο: Μια νέα μηνυτήρια αναφορά σε βάρος των τεσσάρων πρωτόδικα καταδικασθέντων για τις παρακολουθήσεις μέσω Predator. Η μηνυτήρια αναφορά αφορούσε σε ενδεχόμενη τέλεση σωρείας κακουργηματικών πράξεων, όπως της παραβίασης του απορρήτου των συνομιλιών και της σύστασης εγκληματικής οργάνωσης. Παράλληλα, όμως, έθετε ακόμη μία διάσταση. Τη διερεύνηση της τέλεσης του αδικήματος της κατασκοπείας σε βάρος της χώρας σε βαθμό κακουργήματος. Το νομικό σκεπτικό βασίζεται στην υπηρεσιακή ιδιότητα του μηνυτή. Ο Γιάννης Παπαδόπουλος υπηρετεί στο κλιμάκιο της ΕΥΠ στην Πάτρα στη θέση του υποδιοικητή. Όπως ισχυρίζεται, η δική του περίπτωση δεν είναι ίδια με αυτές αρκετών άλλων θυμάτων του παράνομου λογισμικού. Ο λόγος απλός: ο κ. Παπαδόπουλος λόγω της ιδιότητάς του χειρίζεται απολύτως ευαίσθητες πληροφορίες, άκρως απόρρητες και διαβαθμισμένες, η διαρροή των οποίων σε τρίτους και μάλιστα ιδιώτες, απειλούν την εθνική ασφάλεια και ενδεχομένως συνιστούν κατασκοπεία. Είναι χαρακτηριστικό ότι το στέλεχος της ΕΥΠ χειριζόταν υποθέσεις που έχουν να κάνουν με το οργανωμένο έγκλημα αλλά και υποθέσεις αντικατασκοπείας. Πρόκειται δηλαδή για «μάχιμο» και μπαρουτοκαπνισμένο στέλεχος της ΕΥΠ που βρίσκεται στο κέντρο της διαχείρισης πληροφοριών σε κρίσιμα ζητήματα εθνικής σημασίας.
«Η εξέλιξη αυτή συνιστά επαναπροσδιορισμό και μια νέα αφετηρία στην δικαστική πορεία της υπόθεσης, καθώς μεταβάλλεται και διευρύνεται ο πυρήνας της υπόθεσης, από την στιγμή που στέλεχος της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών ζητά την διερεύνηση της υπόθεσης για κατασκοπεία, η οποία συνιστά απειλή για την εθνικής ασφάλειας. Ο μηνυτής ισχυρίζεται πώς η δίκη του περίπτωση δεν μοιάζει με τις λοιπές των άλλων θυμάτων του Predator, εξαιτίας του γεγονότος πως η επιμόλυνση του κινητού του με το λογισμικό Predator, καθώς εξαιτίας της ιδιότητας του και των υπηρεσιακών του καθηκόντων διαχειρίζεται απολύτως ευαίσθητες πληροφορίες, άκρως απόρρητες και διαβαθμισμένες, που η διαρροή τους σε τρίτους και μάλιστα ιδιώτες, απειλούν την Εθνική ασφάλεια και συνιστούν κατασκοπεία. Επίσης, ζητά να διερευνηθεί ο κύκλος των ερευνών των δικαστικών αρχών, ώστε να αποκαλυφθεί όλο το δίκτυο των κατασκοπικών συνεργείων και να ταυτοποιηθούν όλα τα πρόσωπα που συμμετέχουν ή συνέδραμαν σε αυτό, είτε ως ηθικοί αυτουργοί είτε ως συναυτουργοί ή συνεργοί», τονίζει στην «ΜΠΑΜ» ο κ. Πόντας. Αποκλειστικέςειδήσεις
Η στάση ΕΥΠ και κυβέρνησης
Η νέα μηνυτήρια αναφορά δίνει νέα νομική διάσταση στην υπόθεση των υποκλοπών, καθώς το ενδεχόμενο διερεύνησης της υπό το νομικό πρίσμα της κατασκοπεία; έχει τεθεί και προ μηνών από θύματα των παράνομων παρακολουθήσεων.
Μέχρι σήμερα, ωστόσο, η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου δεν έχει προχωρήσει σε ανάσυρση από το αρχείο του συγκεκριμένου σκέλους της υπόθεσης.
Η μηνυτήρια αναφορά του κ. Παπαδόπουλου εισάγει ένα νέο δεδομένο στη δικαστική αξιολόγηση του σκανδάλου των υποκλοπών λόγω της ιδιότητάς του. Δηλαδή, η Δικαιοσύνη καλείται να αποφανθεί στο κατά πόσο η αποδεδειγμένη παρακολούθηση των κινητών τηλεφώνων στελέχους της ΕΥΠ με πρόσβαση και χειρισμό εθνικά ευαίσθητων πληροφοριών στοιχειοθετεί το αδίκημα της κατασκοπείας εις βάρος της χώρας.
Επίσης, η μηνυτήρια αναφορά δίνει και μια δεύτερη διάσταση στην υπόθεση. Μέχρι στιγμής η κυβέρνηση στον δημόσιο διάλογο υποστηρίζει πως το παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό το εγκατέστησαν ιδιώτες. Επομένως, σε περίπτωση που η παρακολούθηση των επικοινωνιών του κ. Παπαδόπουλου στοιχειοθετεί το αδίκημα της κατασκοπείας και απειλή σε βάρος της εθνικής ασφάλειας, τότε η κυβέρνηση, τα αρμόδια υπουργεία αλλά και η ίδια ΕΥΠ θα πρέπει να συνδράμουν στη διαλεύκανση της υπόθεσης και να δηλώσουν παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας.
Τα «μολυσμένα» SMS στο στέλεχος της ΕΥΠ
Σύμφωνα με πληροφορίες της «Μ», η απόπειρα παγίδευσης του κινητού τηλεφώνου του κ. Παπαδόπουλου φέρεται να έγινε σε δύο διαφορετικές χρονικές στιγμές το 2021. Συγκεκριμένα, στις 17 Μαρτίου του 2021 εστάλη SMS στο κινητό τηλέφωνο που χρησιμοποιούσε το στέλεχος της ΕΥΠ, αλλά ήταν δηλωμένο στο όνομα της συζύγου του. O αποστολέας ανέφερε στο SMS «Τι έγινε εκεί με τους δικούς μας;», ενώ το μήνυμα συνοδευόταν με ένα link προκειμένου να το πατήσει ο κ. Παπαδόπουλος και το κινητό του τηλέφωνο να παγιδευτεί. Το δεύτερο «μολυσμένο» SMS απεστάλη λίγους μήνες μετά και συγκεκριμένα στις 18 Νοεμβρίου του 2021.
Ο φερόμενος ως αποστολέας ανέφερε στο SMS: «Γιάννη διεθνοποιείτε το θέμα», ενώ συνοδευόταν από link που παρέπεμπε σε δημοσίευμα της «Εφημερίδας των Συντακτών» με ανακοίνωση της Ένωσης Ανταποκριτών Ξένου Τύπου που καταδίκαζε τις παρακολουθήσεις της ΕΥΠ. Σύμφωνα με πληροφορίες της «ΜΠΑΜ», το στέλεχος της ΕΥΠ φέρεται να πάτησε το link, με αποτέλεσμα το κινητό του τηλέφωνο να παγιδευτεί.
Το χρονικό της παγίδευσης πέντε στελεχών της ΕΥΠ
Την ίδια περίοδο παγιδεύτηκαν ή αποπειράθηκαν να παγιδευτούν με Predator ακόμη τέσσερα ανώτερα και ανώτατα στελέχη της ΕΥΠ. Πρόκειται για τον τότε Α΄ υποδιοικητή της ΕΥΠ Βασίλη Γκρίζη, την πρώην διοικήτρια της μονάδας Κομοτηνής – Ξάνθης Αγγελική Ρούσσου, την υπηρετούσα στη Διεύθυνση Κυβερνοχώρου αλλά και σε άλλα κρίσιμα πόστα Μ. Σακαλή και του τότε διευθυντή Ασφαλείας της ΕΥΠ, Τάσο Παπαγεωργίου. Ο τελευταίος διατηρούσε άριστες υπηρεσιακές σχέσεις με τον κ. Παπαδόπουλο και σύμφωνα με δημοσιεύματα έκαναν ως «δίδυμο εξαιρετική δουλειά για λογαριασμό της Υπηρεσίας». Μάλιστα, το 2024 ο Τάσος Παπαγεωργίου μετατέθηκε στην Πάτρα ως διοικητής του κλιμακίου της ΕΥΠ, με υποδιοικητή τον κ. Παπαδόπουλο.
Εκτός από τα στελέχη της ΕΥΠ, υπό παρακολούθηση μέσω Predator είχε τεθεί και η τότε εποπτεύουσα την ΕΥΠ, εισαγγελέας, Βασιλική Βλάχου.
Σύμφωνα με ανάρτηση του δικηγόρου Ζαχαρία Κεσσέ, νομικού συμπαραστάτη θυμάτων παρακολούθησης, όπως ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης, «δεκάδες μηνύματα χρησιμοποιήθηκαν για την εγκατάσταση του Predator, την επιμόλυνση των συσκευών τους και σε ορισμένες περιπτώσεις, την παράταση της μόλυνσης». Όπως ανέφερε, «το περιεχόμενο και ο χρονισμός των μηνυμάτων καταδεικνύουν σταδιακή διαρροή και γνώση πληροφοριών που συνδέονταν άμεσα με την εσωτερική λειτουργία, τη στελέχωση και την επιχειρησιακή δράση της ΕΥΠ».
Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε ο κ. Κεσσές, στις 26 Ιανουαρίου 2021 παγιδεύτηκε το κινητό τηλέφωνο της εισαγγελέως Βλάχου με μήνυμα για την αποστολή του οποίου χρησιμοποιήθηκε, μέσω spoofing, ο προσωπικός αριθμός του Γρηγόρη Δημητριάδη.
Στις 17 Μαρτίου 2021 εστάλη μήνυμα «από το οποίο προκύπτει γνώση ότι ο Γ. Παπαδόπουλος είχε αναλάβει, λίγες εβδομάδες νωρίτερα, προϊστάμενος της μονάδας Αντικατασκοπείας της ΕΥΠ στην Πάτρα». Στις 19 Μαρτίου του 2021 «χρησιμοποιήθηκε ως δόλωμα καταγγελία που μόλις είχε γνωστοποιηθεί στην ΕΥΠ, φανερώνοντας συλλογή πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο από το εσωτερικό της Υπηρεσίας». Στις 19 Απριλίου 2021, εστάλη μήνυμα με αντικείμενο διαρροές στο εσωτερικό της Υπηρεσίας, ενώ στις 22 Ιουνίου 2021 «εστάλη μήνυμα με προσφώνηση που φανερώνει γνώση της ιδιότητας και των αρμοδιοτήτων του διευθυντή Ασφαλείας Α. Παπαγεωργίου και με αναφορά σε ζήτημα που αφορούσε τουρκικές υπηρεσίες».
Στις 2 Νοεμβρίου 2021 «εστάλη μήνυμα που αποδεικνύει γνώση πρόσφατης κρίσιμης υπηρεσιακής τοποθέτησης στελέχους της ΕΥΠ, ενώ στις 4 Νοεμβρίου 2021 χρησιμοποιήθηκε ενδοϋπηρεσιακό θέμα που αφορούσε διοικητικούς υπαλλήλους της Υπηρεσίας, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονη στόχευση περισσότερων προσώπων του ίδιου υπηρεσιακού ή προσωπικού περιβάλλοντος».
Στις 22 Νοεμβρίου 2021 χρησιμοποιήθηκε περιεχόμενο που αποκαλύπτει γνώση της ιδιότητας και του χαρτοφυλακίου του Α΄ υποδιοικητή της ΕΥΠ, Βασίλη Γκρίζη. Στις 25.11.2021 «επιχειρήθηκε παγίδευση μέσω της κρυπτογραφημένης εφαρμογής Signal με τη χρήση ειδικά κατασκευασμένης ψηφιακής ταυτότητας και απολύτως εξατομικευμένου δολώματος, γεγονός που καταδεικνύει οργανωμένη προπαρασκευή και αξιοποίηση πληροφόρησης για συγκεκριμένα πρόσωπα, τις ιδιότητες και τις μεταξύ τους σχέσεις, καθώς και για μη δημόσια περιστατικά και τρέχουσες εξελίξεις στο εσωτερικό της ΕΥΠ».
Πρόσβαση
Σύμφωνα με τον δικηγόρο θυμάτων των υποκλοπών Ζαχαρία Κεσσέ, «τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν συστηματική πρόσβαση σε κρίσιμες πληροφορίες για την εσωτερική και την επιχειρησιακή λειτουργία της ΕΥΠ», ενώ «ως προς τη μεθοδολογία εύκολα παρατηρεί κάποιος δοκιμή του κακόβουλου συνδέσμου, άμεση επιχειρησιακή ενεργοποίηση και ομαδοποιημένη στόχευση προσώπων της ΕΥΠ με γνώση των μεταξύ τους σχέσεων, των πραγματικών χρηστών των τηλεφώνων και επίκαιρων εσωτερικών υποθέσεων της Υπηρεσίας».
Ωστόσο, όπως υπογραμμίζει, «μέχρι σήμερα δεν έχει διερευνηθεί πλήρως ποια δεδομένα αφαιρέθηκαν από τις μολυσμένες συσκευές, ποια ήταν η έκταση, το είδος και η διαβάθμισή τους, ποιοι απέκτησαν πρόσβαση σε αυτά και εάν εξακολουθούν να βρίσκονται στην κατοχή τρίτων».
«Η ΕΥΠ υπέστη κατασκοπευτική διείσδυση. Η εθνική ασφάλεια εκτέθηκε. Η πλήρης διερεύνηση εξακολουθεί να αποτελεί θεσμική υποχρέωση», καταλήγει στην ανάρτησή του ο γνωστός δικηγόρος.
*Όπως δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΜΠΑΜ στο Ρεπορτάζ της Κυριακής













































