Μία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα απόφαση για τις υποθέσεις διατροφής ανηλίκων εξέδωσε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (1348/2026), κρίνοντας ότι κατά τον προσδιορισμό της συνεισφοράς των γονέων μπορεί να ληφθεί υπόψη όχι μόνο το πραγματικό, αλλά και το εισόδημα που ένας γονέας θα μπορούσε να αποκτά, όταν αποδεικνύεται ότι απέχει αδικαιολόγητα από την εργασία του.
Η υπόθεση χειρίστηκε ο δικηγόρος Αθηνών Αγαπηνός Τέλλος του Νικολάου, με το δικαστήριο να κάνει δεκτή την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που προέβαλε ο πατέρας του ανηλίκου, εφαρμόζοντας το άρθρο 288 του Αστικού Κώδικα περί καλής πίστης.
Το σκεπτικό του δικαστηρίου
Σύμφωνα με την απόφαση, η μητέρα διέθετε πτυχίο Οδοντιατρικής και μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, ωστόσο επέλεγε να εργάζεται μόνο ως ωρομίσθια με μειωμένο ωράριο, παρότι –όπως διαπιστώθηκε– είχε τη δυνατότητα να απασχοληθεί ως οδοντίατρος.
Το δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψη ότι το ανήλικο παιδί φοιτούσε σε ιδιωτικό σχολείο και απουσίαζε καθημερινά από το σπίτι, με σχολικό λεωφορείο, από τις 7:00 το πρωί έως περίπου τις 16:00. Κατά συνέπεια, έκρινε ότι η περιορισμένη επαγγελματική δραστηριότητα της μητέρας δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί από τις ανάγκες φροντίδας του παιδιού.
Με βάση τα στοιχεία της υπόθεσης, το Μονομελές Πρωτοδικείο θεώρησε ότι, εφόσον αξιοποιούσε τα επαγγελματικά της προσόντα, η μητέρα θα μπορούσε να αποκομίζει μηνιαίο εισόδημα τουλάχιστον 1.500 ευρώ. Το ποσό αυτό συνυπολογίστηκε ως «πλασματικό εισόδημα» για τον προσδιορισμό της συμμετοχής της στη διατροφή του ανηλίκου.
Η εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ
Στο σκεπτικό της απόφασης επισημαίνεται ότι η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, η οποία επιβάλλει την τήρηση της καλής πίστης στις συναλλαγές, καταλαμβάνει και τις οικογενειακές σχέσεις, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης διατροφής.
Το δικαστήριο επικαλείται και τη νομολογία του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1016/2019), σύμφωνα με την οποία ένας γονέας ενεργεί αντίθετα στην καλή πίστη όταν, χωρίς εύλογη αιτία, αποφεύγει να εργαστεί ή να αξιοποιήσει τις επαγγελματικές του δυνατότητες, με αποτέλεσμα να μειώνεται τεχνητά η οικονομική του συμβολή στη διατροφή του παιδιού.
Στις περιπτώσεις αυτές, το εισόδημα που ο γονέας απέφυγε, κατά παράβαση της καλής πίστης, να αποκτήσει μπορεί να συνυπολογιστεί στις οικονομικές του δυνατότητες για τον καθορισμό της διατροφής.













































