Ολοκληρώθηκε πριν από λίγο η συνέντευξη τύπου που διοργάνωσε ο ΔΣΑ στην αίθουσα Μιχάλης Ζαφειρόπουλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.
Πρόκειται για την πρώτη από το μεγάλο πλέγμα δραστηριοτήτων που έχει προαναγγείλει ο μεγαλύτερος επιστημονικός σύλλογος της χωρας για την υπόθεση των υποκλοπών.
Ρεπορτάζ: Στάθης Μπαλτάς
Στη συνέντευξη τύπου στον ΔΣΑ που κράτησε λίγο πάνω από μία ώρα για μια υπόθεση που βαραίνει τον πυρήνα του κράτους δικαίου και τη λειτουργία των θεσμών έκαναν παρέμβαση μεγάλες προσωπικότητες του νομικού κόσμου, όπως ο πρώην πρόεδρος του ΔΣΑ Αντώνης Ρουπακιώτης και ο ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Νίκος Αλιβιζάτος. Παρέμβαση είχε ετοιμάσει και ο ειδικός σε θέματα ΕΣΔΑ δικηγόρος Βασίλης Χειρδάρης, ο οποίος δεν προσήλθε λόγω έκτακτων υποχρεώσεων.
Στην συνέντευξη ήταν παρόντες και οι σύμβουλοι που υπερψήφισαν το ψήφισμα του ΔΣΑ για την υπόθεση των υποκλοπών, όπως ο αντιπρόεδρος του ΔΣΑ Μιχάλης Καλαντζόπουλος και οι σύμβουλοι Δημήτριος Λυρίτσης, Θεόδωρος Μαντάς, Ιωάννης Αβαρκιώτης, Ανδρέας Τερζίμπασης, Στέλιος Βούκουνας, Θανάσης Καμπαγιάννης, Κώστας Παπαδάκης και Δημήτρης Σαραφιανός.
Ανδρέας Κουτσόλαμπρος: Κανείς δεν δικαιούται να σιωπήσει
Η παρουσία του Προεδρείου του Δ.Σ.Α. καταδεικνύει σήμερα την ενότητα του Σώματος και την ταυτόσημη άποψη όλων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου ως προς το ζήτημα της αρχειοθέτησης της υπόθεσης από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου της υπόθεσης των υποκλοπών. Και οι τρεις προτάσεις που κατατέθηκαν προς ψήφιση στο Διοικητικό Συμβούλιο ανέδειξαν την αντίθεσή μας στην αρχειοθέτηση της υπόθεσης, παρά την περί του αντιθέτου δικαιοδοτική κρίση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Όλα τα μέλη του Δ.Σ. εξέφρασαν την άποψη ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης.
Η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Εισαγγελέα της έδρας, διαβιβάστηκε εκ νέου η δικογραφία στις εισαγγελικές αρχές λόγω επαρκών ενδείξεων τέλεσης σοβαρών αξιόποινων πράξεων, συμπεριλαμβανομένου του κακουργήματος της κατασκοπείας, παρά την προηγηθείσα αρχειοθέτηση της υπόθεσης από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, κατέστησε επιτακτική την ανάγκη πλήρους και διαφανούς διερεύνησης όλων των πτυχών της υπόθεσης, που αναδείχθηκαν και φυσικά απόδοσης ευθυνών όπου αναλογούν.
Κατά τούτο, η από 27/4/2026 Πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κ. Τζαβέλλα, με την οποία, αντί να διατάσσεται περαιτέρω σε βάθος έρευνα επί τη βάσει της πρόσφατης απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και του όγκου των αποδεικτικών στοιχείων που επικαλείται, διατηρεί την υπόθεση στο αρχείο μας βρίσκει κατηγορηματικά αντίθετους, καθόσον προσκρούει στο ποινικό δόγμα, στο Κράτος Δικαίου και στην παγία νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Εξάλλου, δεν πρέπει να εκφεύγει της προσοχής μας, ότι ο ίδιος εισαγγελικός λειτουργός επόπτευε την ΕΥΠ κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, και μολαταύτα, δεν απείχε από το χειρισμό της συγκεκριμένης υπόθεσης.
Το δικηγορικό σώμα, πιστό στην ιστορική του διαδρομή και τους αγώνες του υπέρ της δημοκρατίας μετ’ επιτάσεως παρεμβαίνει δημόσια και διεκδικεί, με όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή του, τη διαλεύκανση της υπόθεσης και την απόδοση των κατά νόμο ευθυνών. Προς τούτο, προτίθεται αφ’ ενός να αναδείξει το ζήτημα στα ευρωπαϊκά fora και αφ’ ετέρου να παράσχει στήριξη στα θύματα των τηλεφωνικών υποκλοπών και τους δικηγόρους τους σε κάθε νομική ενέργεια που κατατείνει στην αποκάλυψη της αλήθειας ενώπιον των ελληνικών και ευρωπαϊκών δικαστηρίων.
Σε ζητήματα αρχών, προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών και του Κράτους Δικαίου, κανείς δεν δικαιούται να σιωπήσει.
Χριστίνα Τσαγκλή: Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου απέτυχε να εκπληρώσει τον θεσμικό του ρόλο
Το ζήτημα της παραβίασης του βασικού ατομικού δικαιώματος στο απόρρητο των επικοινωνιών, ο ΔΣΑ το έχει υπερασπιστεί με όλες του τις δυνάμεις και με πληθώρα ενεργειών από το έτος 2022 και μετά, γιατί δικαίως το θεωρούμε κορυφαίο θεσμικό ζήτημα.
Τα μέλη του ΔΣ, μελετήσαμε το περιεχόμενο της επίμαχης εισαγγελικής διάταξης, όπως είχαμε μελετήσει και το περιεχόμενο της προηγούμενης εισαγγελικής διάταξης Ζήση, καθώς και αποσπάσματα της απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου. Κυρίως όμως ακούσαμε προσεκτικά, σε δύο συνεχείς συνεδριάσεις μας, τους συναδέλφους μας που παρέστησαν προς υποστήριξη της κατηγορίας, κύριο Χρήστο Κακλαμάνη και κύριο Ζαχαρία Κεσσέ, στους οποίους υποβάλαμε πληθώρα διευκρινιστικών ερωτήσεων.
Τα μέλη της πλειοψηφίας είμαστε απόλυτα και κατά συνείδηση πεπεισμένοι ότι εν προκειμένω αντιμετωπίζουμε μια πρωτοφανή απόπειρα συγκάλυψης που κλονίζει τα θεμέλια του πολιτεύματος. Άλλωστε, και η μειοψηφία, παρά την διαφορετική διατύπωση και μόνον, με την οποία συντάχθηκε, επισημαίνει την ύπαρξη σοβαρού θέματος ως προς την, πεισματική και όλως δυσανάλογη, μη περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης.
Η αυστηρή διατύπωση της γνώμης μας ως πλειοψηφίας του σώματος και τα μέσα αντίδρασης που υιοθετήσαμε, μεταξύ των οποίων, η πρόσκληση του κυρίου Εισαγγελέα να υποβάλει την παραίτησή του, δεν επελέγησαν, ούτε αβασάνιστα, ούτε πρόχειρα, αλλά υπαγορεύθηκαν αποκλειστικά ως κατά την κρίση μας ανάλογη απάντηση μέγεθος της στο και θεσμικής προσβολής αντιδεοντολογικής συμπεριφοράς που επεδείχθη στην συγκεκριμένη υπόθεση από την Εισαγγελική Αρχή, η οποία όχι μόνο δεν διερεύνησε, ως όφειλε, περαιτέρω την υπόθεση αλλά έπρεπε να είχε επιλέξει την αποχή λόγω αυταπόδεικτου κατά την άποψή μας λόγου αυτοεξαίρεσης που αποσιωπήθηκε.
Η άρνηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να εκπληρώσει το κατά νόμο καθήκον του σε μια τόσο σημαντική υπόθεση αποτελεί, κατά την ἀποψή μας, θεσμική εκτροπή γι’ αυτό και το ΔΣ έκρινε ότι ο ίδιος απεκδύθη του καθήκοντός του αποτυγχάνοντας να εκπληρώσει τον θεσμικό του ρόλο.
Νίκος Αλιβιζάτος – Η ανάλυση του για τις εκκρεμείς υποθέσεις στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου
Αυτή τη στιγμή η στιγμή εκκρεμούν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου (ΕΔΔΑ) δύο ελληνικές υποθέσεις γενικότερου ενδιαφέροντος: αφ’ ενός μεν η υπόθεση των Ανεξάρτητων Αρχών (ΑΑ) και, αφ’ ετέρου, η υπόθεση των υποκλοπών.
*την υπόθεση των ΑΑ έχει φέρει στο Στρασβούργο ο ΔΣΑ. Είχε προηγηθεί αίτηση ακυρώσεως του τελευταίου στο ΣτΕ εναντίον του διορισμού στο ΕΣΡ και την Ανεξάρτητη Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου (ΑΔΑΕ) με 16 αντί του κατά το Σύνταγμα (άρθρο 101*) προβλεπόμενου ελάχιστου αριθμού των 17 ψήφων της Διάσκεψης των Προέδρων, η οποία απερρίφθη ως απαράδεκτη (ΣτΕ Ολ. 1639-1640/2024). Το ΣτΕ στήριξε το απορριπτικό διατακτικό του στη σκέψη ότι ο ΔΣΑ δεν είχε έννομο συμφέρον στην εν λόγω δίκη. Και τούτο, παρά την ρητή πρόβλεψη του άρθρου 90 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.4194/2013), που ορίζει ρητά ότι οι Δικηγορικοί Σύλλογοι «μπορούν να υποβάλουν […] αίτηση ακύρωσης […] ενώπιον κάθε Δικαστηρίου», για την επιδίωξη των σκοπών τους. Ο ΔΣΑ παραπονείται για παράβαση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας που, εν προκειμένω, αναγνωρίζει ο ως άνω νόμος (άρθρο 651 ΕΣΔΑ), καθώς και για παράβαση του απορρήτου των ανταποκρίσεων και της ιδιωτικής ζωής των μελών του, δηλαδή των δικηγόρων (άρθρο 8 ΕΣΔΑ). Η υπόθεση εκκρεμεί και, καθώς ολοκληρώθηκε η ανταλλαγή υπομνημάτων, αναμένεται η έκδοση απόφασης εντός του τρέχοντος έτους. του
Όσο για την υπόθεση των υποκλοπών, στο ΕΔΔΑ έχει προσφύγει ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ κ. Ν. Ανδρουλάκης, για τη μη εφαρμογή από την ελληνική κυβέρνηση ομόφωνης απόφασης της Ολομέλειας του ΣτΕ που την Αρχή Διασφάλισης του τον είχε δικαιώσει, διατάσσοντας Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ) να τον ενημερώσει για τους λόγους για τους οποίους η ΕΥΠ είχε επισυνδέσει το τηλέφωνο του μεταξύ Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου 2021 (ΣτΕ (Ολ.)465/2024). Τότε ήταν ακόμη ευρωβουλευτής, και είχε μόλις ανακοινώσει την υποψηφιότητά του για την προεδρία του ΠΑΣΟΚ. Ο προσφεύγων παραπονείται για παράβαση του τηλεφωνικού απορρήτου του (άρθρο 8 ΕΣΔΑ) και για τη μη συμμόρφωση του Δημοσίου προς αμετάκλητη δικαστική απόφαση (άρθρο 651 ΕΣΔΑ). Η υπόθεση έχει χαρακτηρισθεί από το ΕΔΔΑ ως μείζονος προτεραιότητος και βρίσκεται ακόμη κατά το στάδιο της ανταλλαγής υπομνημάτων.
Θεόδωρος Μαντάς: Δεν έχουμε την πολυτέλεια περαιτέρω καθυστερήσεων
Ο σύμβουλος του ΔΣΑ στηλίτευσε έντονα τις αναλύσεις από μερίδα του Τύπου σχετικά με την την θεσμική δυνατότητα του ΔΣΑ να παρέμβει στην υπόθεση. “Θα ήταν θεσμική εκτροπή και παράλειψη να μην ασκήσουμε τα προβλεπόμενα από τον κώδικα των δικηγόρων και να παρέμβουμε απέναντι σε πρακτικές που πλήττουν το κράτος δικαίου”, ανέφερε συγκεκριμένα.
“Δεν τελειώσαμε με την δημόσια παρέμβασή μας και ούτε αισθανόμαστε ότι κάνουμε το καθήκον μας καλά μέχρι εδώ. Τώρα ξεκινάμε”, δήλωσε, προαναγγέλλοντας ότι ο ΔΣΑ θα πρωτοστατήσει σε ενέργειες στην κατεύθυνση της ανάδειξης της πλήρους διερεύνησης του ζητήματος. “Ο χρόνος τρέχει και δεν έχουμε την πολυτέλεια περαιτέρω καθυστερήσεων”, ανέφερε συγκεκριμένα










































