Η διαδικασία που εξελίχθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, για την υπόθεση που συνδέεται με τη χρήση του λογισμικού Predator και τις καταγγελλόμενες παρακολουθήσεις, ανέδειξε το πραγματικό μέγεθος μιας δικογραφίας που υπερβαίνει τα όρια ενός τυπικού πλημμεληματικού σχηματισμού.
Η κατηγορία αφορούσε συγκεκριμένα αδικήματα σχετιζόμενα με την παραβίαση του απορρήτου επικοινωνιών και τη χρήση λογισμικού παρακολούθησης. Ωστόσο, το αποδεικτικό υλικό που τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου –και ιδίως η πραγματική ύλη που καταγράφηκε στη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας– δεν περιοριζόταν σε ένα μεμονωμένο περιστατικό. Ανέδειξε ένα εκτεταμένο δίκτυο τεχνικών μέσων, εταιρικών σχημάτων, διαχειριστικών ενεργειών και διασυνοριακών διασυνδέσεων.
Η ίδια η δικογραφία, ως όγκος και περιεχόμενο, αποτελεί ένδειξη της ιδιομορφίας της υπόθεσης. Δεν επρόκειτο για μία απλή παραβίαση τηλεφωνικού απορρήτου με σαφώς προσδιορισμένο δράστη και παθόντα. Η έρευνα άγγιξε ζητήματα εισαγωγής και διάθεσης λογισμικού παρακολούθησης, χρήσης ψηφιακών υποδομών, διασύνδεσης εταιρειών και φυσικών προσώπων, καθώς και πιθανών παραβιάσεων του θεσμικού πλαισίου προστασίας δεδομένων.
Η ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου είχε, επομένως, διττό χαρακτήρα. Από τη μία, όφειλε να κρίνει εάν αποδείχθηκαν οι συγκεκριμένες πράξεις που αποδίδονταν στους κατηγορουμένους. Από την άλλη, κατέγραψε με πληρότητα την πραγματική και τεχνική διάσταση ενός φαινομένου που απασχόλησε τη δημόσια σφαίρα επί μακρόν.
Το ενδιαφέρον στοιχείο έγκειται ακριβώς σε αυτή τη διάσταση: το δικαστήριο κλήθηκε να κινηθεί εντός των ορίων της κατηγορίας, όπως αυτά διαμορφώθηκαν στο κατηγορητήριο, αλλά ταυτόχρονα να αξιολογήσει αποδεικτικά δεδομένα που αποκάλυπταν ένα πλέγμα ενεργειών ευρύτερο από το αυστηρά ποινικά κρινόμενο τμήμα. Η ποινική διαδικασία, υπό αυτή την έννοια, λειτούργησε ως μηχανισμός θεσμικής αποτύπωσης. Το σπουδαίο είναι ότι η έκδοση πρωτοβάθμιας απόφασης δεν εξαντλεί το ζήτημα. Η δευτεροβάθμια δίκη αλλά κυρίως η εκ νέου έρευνα που διατάχθηκε είναι το μείζον.
Προηγήθηκαν κοινοβουλευτικές διερευνήσεις, παρεμβάσεις ανεξαρτήτων αρχών και δημόσιες τοποθετήσεις. Ωστόσο, “την δουλειά” την έκανε ένας πρωτοδίκης και ένας εισαγγελέας. Η συγκεκριμένη υπόθεση ανέδειξε, επομένως, κάτι ευρύτερο από την τύχη των κατηγορουμένων: ότι ακόμη και μία δίκη για πλημμελήματα μπορεί, λόγω της φύσεως του αντικειμένου της, να αποκτήσει βαρύνουσα θεσμική σημασία.
Μπράβο στους παράγοντες τους δικής, μπράβο στην σύνθεση του δικαστηρίου.
Ηλίας Σιδέρης
Δικηγόρος













































