Σε νέα φάση περνά η πολύκροτη υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών, καθώς η δικογραφία φαίνεται πλέον να «σπάει» σε δύο βασικά σκέλη, με το πιο κρίσιμο –εκείνο που αφορά το ενδεχόμενο τέλεσης κατασκοπείας– να παίρνει τον δρόμο για την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου.
Πρόκειται για την ίδια εισαγγελική αρχή που είχε χειριστεί και το αρχικό στάδιο της έρευνας, πριν από την έκδοση της απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία άνοιξε νέα δεδομένα στην υπόθεση.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η Εισαγγελία Πρωτοδικών, μετά από ενδελεχή μελέτη της πολυσέλιδης δικαστικής απόφασης, εντόπισε την ανάγκη να «τρέξουν» τέσσερις παράλληλες έρευνες, προκειμένου να φωτιστούν όλες οι πτυχές μιας υπόθεσης που αγγίζει ευθέως τη λειτουργία του κράτους δικαίου και της θεσμικής διαφάνειας.
Στο επίκεντρο βρίσκεται το ενδεχόμενο κατασκοπείας, καθώς από τα στοιχεία που αξιολογήθηκαν προκύπτει ότι το κατασκοπευτικό λογισμικό Predator μπορούσε να παρέχει πλήρη και απομακρυσμένο έλεγχο συσκευών, δίνοντας πρόσβαση σε ευαίσθητα δεδομένα των χρηστών. Το γεγονός μάλιστα ότι στους πιθανούς στόχους περιλαμβάνονται πρόσωπα με θεσμικούς ρόλους και πρόσβαση σε απόρρητες πληροφορίες, οδηγεί –για πρώτη φορά– τη Δικαιοσύνη να εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο ύπαρξης κατασκοπευτικής δραστηριότητας.
Την ίδια ώρα, ξεχωριστό βάρος δίνεται και στο σκέλος που αφορά στελέχη εταιρειών που φέρονται να εμπλέκονται στην υπόθεση. Κατά το σκεπτικό της απόφασης, τα πρόσωπα αυτά δεν είχαν απλώς εκτελεστικό ρόλο, αλλά εμφανίζονται να είχαν γνώση και ενεργή συμμετοχή στη λειτουργία και τις αποφάσεις των εταιρειών. Αυτό σημαίνει ότι, εφόσον προκύψουν επαρκείς ενδείξεις, ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπα με τις ίδιες κατηγορίες που ήδη έχουν αποδοθεί και σε άλλα εμπλεκόμενα πρόσωπα.
Παράλληλα, η Εισαγγελία Πρωτοδικών στρέφει την προσοχή της και στο αδίκημα της ψευδορκίας, εξετάζοντας καταθέσεις που έχουν δοθεί τόσο στη Βουλή όσο και ενώπιον της Δικαιοσύνης. Στο μικροσκόπιο μπαίνει, μεταξύ άλλων, η κατάθεση προσώπου που εμφανίζεται ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας Krikel, ο οποίος φέρεται να υποστήριξε ότι λειτουργούσε ως «αχυράνθρωπος» για λογαριασμό άλλου επιχειρηματία. Με βάση το περιεχόμενο της απόφασης, ζητείται να διερευνηθεί ακόμη και το ενδεχόμενο ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στο κομμάτι που αφορά την αποστολή του μολυσμένου SMS προς τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, Νίκο Ανδρουλάκη. Η έρευνα εστιάζει στη χρήση προπληρωμένης κάρτας κινητής τηλεφωνίας, στην ταυτοποίηση του προσώπου που την προμηθεύτηκε, αλλά και σε ενδεχόμενες διασυνδέσεις με κρατικούς μηχανισμούς. Καθοριστικής σημασίας θεωρούνται οι κινήσεις της συγκεκριμένης κάρτας, καθώς και η εμπλοκή υπαλλήλου καταστήματος τηλεφωνίας, στοιχεία που ενδέχεται να οδηγήσουν σε νέα κρίσιμα ευρήματα.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται καθοριστικό για την εξέλιξη της υπόθεσης, με τις εισαγγελικές αρχές να επιχειρούν να ξετυλίξουν πλήρως το νήμα μιας υπόθεσης που παραμένει ανοιχτή και με πολλαπλές προεκτάσεις.
«Η απόφαση της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών να διαβιβάσει στον Άρειο Πάγο και να μην επεξεργαστεί το κομμάτι που αφορά τις πλημμεληματικές πράξεις 9 συνεργών των ήδη πρωτοδίκως καταδικασθέντων είναι υψηλού ρίσκου, καθώς βρισκόμαστε ήδη σε καθεστώς παραγραφής. Σε κάθε περίπτωση το κύρος της Δικαιοσύνης οφείλει να προστατευτεί. Θα είναι απαράδεκτο να μην λογοδοτήσουν κάποιοι για σοβαρότατες πράξεις λόγω καθυστέρησης των Εισαγγελικών Αρχών» επισημαίνει σε δήλωση του ο δικηγόρος Ζαχαρίας Κεσσές.













































