Ένωση Διοικητικών Δικαστών: Αποχώρησε από την Ομάδα Εργασίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης για τη βελτίωση του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας

Ένωση Διοικητικών Δικαστών

Με ανακοίνωσή της την Δευτέρα 6 Απριλίου η Ένωση Διοικητικών Δικαστών γνωστοποίησε την αποχώρησή της από την Ομάδα Εργασίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, επικαλούμενη μια διαδικασία με προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα.

Μάλιστα, καταγγέλει ότι η διαδικασία αυτή έχει ως στόχο την προώθηση προειλημμένων αποφάσεων και όχι τον ουσιαστικό διάλογο ή τη σύνθεση. Για να στηρίξει τη θέση αυτή, η Ένωση παραθέτει τις προτάσεις που έθεσε στην Ομάδα Εργασίας, αναφορικά με τη μεθοδολογία και τη βάση της διαβούλευσης που – όπως υποστηρίζει – δεν εισακούστηκαν.

Αναλυτικά η ανακοίνωση

Η Ένωση Διοικητικών Δικαστών κλήθηκε να συμμετάσχει στην Ομάδα Εργασίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης με τίτλο «Νομοτεχνικές βελτιώσεις επί του σχεδίου αναθεωρημένου Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας της Γενικής Επιτροπείας και προσαρμογές του για την εφαρμογή του επί του συνόλου των διαφορών που εκδικάζονται από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια», με αποκλειστικό σκοπό τη μεταφορά της σαφώς και δημοκρατικά εκφρασμένης βούλησης του σώματος των διοικητικών δικαστών.

Κατά την πρώτη συνεδρίαση της Ομάδας Εργασίας, η Ένωση έθεσε τα θεμελιώδη ζητήματα μεθοδολογίας και βάσης της διαδικασίας:

– ότι το σχέδιο της Γενικής Επιτροπείας αποτελεί μία πρόταση που εκπονήθηκε από ομάδα δικαστών επιλεγέντων από τη Γενική Επιτροπεία, η οποία εργάστηκε επί περίπου ενάμιση έτος χωρίς συμμετοχή εκπροσώπου της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών. Το γεγονός αυτό δεν του προσδίδει δεσμευτικό χαρακτήρα. Ούτε το καθιστά προτιμητέα βάση επεξεργασίας έναντι άλλων τεκμηριωμένων προτάσεων, όπως αυτής της Ένωσης,

– ότι δεν νοείται νομοτεχνική βελτίωση μη ισχύοντος δικαίου. Η Ομάδα Εργασίας καλείται να επεξεργαστεί ένα κείμενο που δεν αποτελεί νόμο αλλά απλή πρόταση. Η μεθοδολογία αυτή δεν συνάδει με τις αρχές της ορθής και καλής νομοθέτησης.

– ότι ο ισχύων Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας δεν είναι αποσπασματικό προϊόν. Αποτελεί αποτέλεσμα συστηματικής επεξεργασίας σε βάθος δεκαπενταετίας, από το 1984 έως το 1999. Επεξεργάστηκε από διαδοχικές νομοπαρασκευαστικές επιτροπές υψηλού επιπέδου και ευρείας σύνθεσης. Σε αυτές συμμετείχαν ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί, πανεπιστημιακοί, μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δικηγόροι. Παράλληλα, υπήρξε ουσιαστική συμβολή του ίδιου του δικαστικού σώματος, μέσω των Ολομελειών των διοικητικών δικαστηρίων και της Ένωσης Διοικητικών Δικαστών. Πρόκειται, συνεπώς, για ένα θεσμικά ώριμο και ευρέως αποδεκτό νομοθέτημα,

Στη συνέχεια, η Ένωση επισήμανε:

– ότι, σύμφωνα με τον ν. 4622/2019, η Ομάδα Εργασίας έχει συμβουλευτικό και προπαρασκευαστικό χαρακτήρα. Δεν αποτελεί το κατάλληλο όργανο για την επεξεργασία ριζικών δικονομικών μεταρρυθμίσεων. Οι μεταβολές τέτοιας έκτασης αποτελούν αντικείμενο νομοπαρασκευαστικών επιτροπών με ευρεία και εξειδικευμένη σύνθεση,

– ότι ο χρονικός ορίζοντας της Ομάδας Εργασίας, με έναρξη στις 26.3.2026 και ολοκλήρωση έως 20.6.2026, είναι προδήλως ανεπαρκής. Αφορά μόλις λίγους μήνες για την επεξεργασία ζητημάτων εξαιρετικής έκτασης και βαρύτητας. Η επιχείρηση ριζικής αναμόρφωσης της διοικητικής δίκης μέσα σε ένα τόσο ασφυκτικό χρονικό πλαίσιο δεν διασφαλίζει ποιότητα. Αντιθέτως, υπονομεύει εκ των προτέρων την αξιοπιστία της διαδικασίας,

– ότι η επιχειρούμενη ενοποίηση ακυρωτικών και ουσιαστικών διαφορών δεν αποτελεί τεχνική βελτίωση. Πρόκειται για επιλογή μείζονος θεσμικού βάρους. Για αυτήν δεν έχει προηγηθεί ούτε απόφαση του δικαστικού σώματος ούτε ώριμη επεξεργασία και αποδοχή από την επιστημονική κοινότητα. Σε κάθε περίπτωση, η ενοποίηση αυτή συνιστά ευθεία ανατροπή της συνταγματικά κατοχυρωμένης διάκρισης των άρθρων 94 και 95 του Συντάγματος. Επιχειρείται η εξομοίωση δύο κατηγοριών διαφορών με διαφορετική φύση και διαφορετική έκταση δικαιοδοσίας. Η κατάργηση αυτής της διάκρισης δεν συνιστά εκσυγχρονισμό. Αλλοιώνει το ίδιο το μοντέλο διοικητικής δικαιοσύνης και εγείρει σοβαρότατα συνταγματικά ζητήματα,

– ότι το προτεινόμενο εμπροσθοβαρές σύστημα είναι ασύμβατο με τη φύση της διοικητικής δίκης και πρακτικά αστήρικτο. Μεταφέρει κρίσιμα διαδικαστικά βάρη στην αρχή της διαδικασίας, σε ένα πεδίο όπου το αποδεικτικό υλικό συγκεντρώνεται προοδευτικά και συχνά εξαρτάται από τη Διοίκηση. Σε αντίθεση με την πολιτική δικονομία, η διοικητική δίκη δεν διέπεται από την αρχή της διάθεσης. Δεν παρέχει δυνατότητα στρατηγικής διαχείρισης ή μη χρήσης αποδεικτικών μέσων, καθώς αφορά τον έλεγχο της κρατικής δράσης και όχι διαφορά μεταξύ ιδιωτών.

Δεν είναι τυχαίο ότι αντίστοιχες επιλογές στο Συμβούλιο της Επικρατείας έχουν ήδη δεχθεί έντονη επιστημονική κριτική και αναδεικνύουν δυσχέρειες εφαρμογής. Σε κάθε περίπτωση, η διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν μπορεί να μεταφερθεί στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Εκεί πρόκειται για αναιρετικό και ακυρωτικό έλεγχο, που αφορά κανονιστικές και διοικητικές πράξεις σε διαφορετικό στάδιο. Αντίθετα, ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ο πολίτης προσέρχεται για πρώτη φορά στη δικαιοσύνη για την προστασία των δικαιωμάτων του. Η επιβολή δικονομικών φραγμών και απαραδέκτων σε αυτό το στάδιο δεν συνιστά εξορθολογισμό. Πλήττει ευθέως την ουσιαστική πρόσβαση στη δικαστική προστασία,

– ότι τα πραγματικά δεδομένα δεν δικαιολογούν καμία ριζική ανατροπή του ισχύοντος δικονομικού μοντέλου. Τα στατιστικά στοιχεία καταδεικνύουν σημαντική βελτίωση στην απονομή της διοικητικής δικαιοσύνης και επιβεβαιώνουν ότι το ισχύον σύστημα λειτουργεί,

– ότι το προωθούμενο σχέδιο έχει ήδη απορριφθεί με συντριπτική πλειοψηφία 95,4% από το σώμα των διοικητικών δικαστών, γεγονός που στερεί από την επιχειρούμενη μεταρρύθμιση την αναγκαία θεσμική νομιμοποίηση,

– ότι η Ένωση Διοικητικών Δικαστών διαθέτει ολοκληρωμένη και τεκμηριωμένη πρόταση, η οποία συνίσταται στη διατήρηση του ισχύοντος Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας με απαλοιφή των ρυθμίσεων του ν. 3900/2010 (που περιόρισαν την πρόσβαση στη δικαιοσύνη), όπως διαμορφώθηκε από Γενική Συνέλευση των μελών της Ένωσης.

Στο πλαίσιο αυτό, η Ένωση κατέθεσε στην Ομάδα Εργασίας επισήμως τόσο τη δική της πρόταση όσο και τις αναλυτικές παρατηρήσεις της επί του σχεδίου της Γενικής Επιτροπείας.
Ωστόσο, κατέστη σαφές ότι η παραμονή της σε μια διαδικασία με προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα, περιορισμένο χρόνο, εσφαλμένη μεθοδολογική αφετηρία και χωρίς πραγματικά περιθώρια ουσιαστικής επεξεργασίας δεν θα μπορούσε να εκληφθεί ως συμβολή σε θεσμικό διάλογο αλλά θα ισοδυναμούσε με αποδοχή μιας προσχηματικής διαδικασίας.

Στην απάντηση που δόθηκε εκ μέρους του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας, ως Προέδρου της Ομάδας Εργασίας, ήταν σαφές ότι υφίσταται πολιτική βούληση για την ψήφιση του συγκεκριμένου σχεδίου με προσαρμογές που θα επιτρέψουν την εφαρμογή του και στις ακυρωτικές διαφορές, δηλαδή για την ενοποίηση των δικονομιών.

Υπό τα δεδομένα αυτά καθίσταται προφανές ότι η διαδικασία δεν έχει ως στόχο τον ουσιαστικό διάλογο ή τη σύνθεση αλλά την προώθηση προειλημμένων αποφάσεων.
Για τον λόγο αυτό η Ένωση Διοικητικών Δικαστών αποχώρησε από την Ομάδα Εργασίας.
Η αποχώρηση αυτή δεν συνιστά αποχώρηση από τον θεσμικό διάλογο. Αντιθέτως αποτελεί πράξη θεσμικής ευθύνης και συνέπειας προς τη δημοκρατικά εκφρασμένη βούληση του σώματος.

Ο αγώνας για τη διασφάλιση της ποιότητας της διοικητικής δικαιοσύνης, της συνταγματικής τάξης και της ουσιαστικής πρόσβασης του πολίτη στη Δικαιοσύνη συνεχίζεται με όλα τα θεσμικά μέσα, εκτός μιας διαδικασίας που δεν εγγυάται τα ελάχιστα εχέγγυα ουσιαστικής επεξεργασίας.

Η Ένωση θα παραμείνει παρούσα και ενεργή, υπερασπιζόμενη τον ρόλο της διοικητικής δικαιοσύνης και την εντολή που έλαβε από τα μέλη της.

Γίνετε συνδρομητές στο «Δικαστικό Ρεπορτάζ», το κορυφαίο μηνιαίο περιοδικό για τη Δικαιοσύνη. Για περισσότερες πληροφορίες πατήστε εδώ.

Ακολουθήστε μας στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι για όλες τις ειδήσεις