Σε υψηλούς τόνους συνεχίζεται η αντιπαράθεση μεταξύ δικαστών και δικηγόρων, με αφορμή τη διεθνή ημερίδα που διοργανώνει η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων (ΕνΔΕ) το Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026, στην Εθνική Πινακοθήκη.
Με μια αιχμηρή παρέμβαση που δημοσιεύτηκε το μεσημέρι της Πέμπτης 8 Οκτωβρίου, ο Χρήστος Φαρσαλιώτης, εκπρόσωπος Τύπου της ΕνΔΕ, αναφέρεται στις αντιδράσεις που προκάλεσε η διοργάνωση της ημερίδας, υπεραμυνόμενος της πρωτοβουλίας και στρέφοντας τα βέλη της κατά του υφιστάμενου συστήματος πειθαρχικού ελέγχου των δικηγόρων, το οποίο, όπως υποστηρίζει, δεν έχει λειτουργήσει αποτρεπτικά. Μάλιστα, αφήνει σαφείς αιχμές για έλλειψη βούλησης αντιμετώπισης του φαινομένου, ενώ απορρίπτει τις προσπάθειες συμψηφισμού του με άλλα προβλήματα της Δικαιοσύνης, ενώ απορρίπτει τις αιτιάσεις περί αποκλεισμού των δικηγορικών συλλόγων από τη συζήτηση, υπενθυμίζοντας την απόφαση της Ολομέλειας των Προέδρων τους για μη συμμετοχή σε εκδηλώσεις με εκπροσώπους της ΕνΔΕ.
«Δεν χρειαζόμαστε την άδεια της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων, ή οποιουδήποτε άλλου, για να συζητήσουμε μεταξύ μας για τα προβλήματα που μας απασχολούν», διαμηνύει χαρακτηριστικά ο Χρήστος Φαρσαλιώτης, επιμένοντας στην ανάγκη διεθνοποίησης του ζητήματος και συνδέοντας τις καταγγελλόμενες συμπεριφορές με το κύρος και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.
Αναλυτικά το άρθρο:
Το Σάββατο, 10-10-2026, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων πραγματοποιεί διεθνή ημερίδα, με θέμα: «Δεοντολογία και θεσμικός σεβασμός στη δικαστική αίθουσα: Αντιμετωπίζοντας τις ακραίες συμπεριφορές δικηγόρων απέναντι σε δικαστικούς λειτουργούς – Διεθνής πρακτική σε
ένα ανησυχητικό φαινόμενο». Εισηγητές, οι οποίοι μας τιμούν ιδιαίτερα με την παρουσία τους, είναι ένας διακεκριμένος Έλληνας ανώτατος δικαστής, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Δικαστών (και πρώτη αντιπρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Δικαστών), ένας εκ των αντιπροέδρων της Ευρωπαϊκής και της Διεθνούς Ένωσης Δικαστών και εκπρόσωποι των δικαστικών ενώσεων της Ιταλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου.
Το θέμα, όσο κι αν είναι δυσάρεστο για μερικούς να το συζητάμε, είναι, δυστυχώς, κάτι που απασχολεί ιδιαίτερα τους Έλληνες δικαστές και εισαγγελείς. Αφήνοντας στην άκρη τις θεμιτές διαφωνίες αναφορικά με το τι πρέπει να γίνει σε νομοθετικό επίπεδο, ας αναρωτηθούμε, δικαστικοί λειτουργοί αλλά και δικηγόροι, αν είναι φυσιολογικό να θεωρούμε περίπου δεδομένο ότι αν στη δίκη συμμετέχουν συγκεκριμένοι δικηγόροι, αυτή θα χαρακτηριστεί από αδιανόητες προσβολές (προς τη σύνθεση του Δικαστηρίου και τους συναδέλφους τους), διαρκή αμφισβήτηση των διατάξεων που διέπουν τη διαδικασία και τη διεύθυνσή της και άσκοπη εξάντληση όλων των συμμετεχόντων, αλλά και όσων άτυχων περιμένουν για να δικαστεί κάποια επόμενη υπόθεση. Αν είναι φυσιολογικό η δυσκολία και ο χρόνος που χρειάζεται για την εκδίκαση μιας υπόθεσης να φτάνει, συχνά, να εξαρτάται περισσότερο από το ποιοι συμμετέχουν στη δίκη, σε σχέση με το αντικείμενο αυτής. Οι συνέπειες των συμπεριφορών αυτών, όπως έχουμε επανειλημμένως επισημάνει, δεν περιορίζονται στην προσβολή ατομικών έννομων αγαθών όσων έχουν την ατυχία να συμμετέχουν στις συγκεκριμένες δίκες. Τέτοιες συμπεριφορές, σε βάρος δικαστικών λειτουργών, αφενός μεν υποβαθμίζουν το κύρος της δικαστικής εξουσίας και, συνεπώς, την εμπιστοσύνη που πρέπει να εμπνέουν τα δικαστήρια στους πολίτες σε μια δημοκρατική κοινωνία, αφετέρου δε αποτελούν αδικαιολόγητες παρεμβάσεις που θίγουν τη δικαστική ανεξαρτησία. Χωρίς να είναι δυνατόν σε αυτές τις γραμμές να απαντηθούν όσα γράφτηκαν τις τελευταίες ημέρες ως αντίδραση στην πραγματοποίηση της ημερίδας, επιγραμματικά μπορούν να σημειωθούν τα εξής:
Πρώτον, είναι προφανές ότι για το παραπάνω πρόβλημα δεν ευθύνεται η συντριπτική πλειοψηφία των δικηγόρων και ότι δεν έχουμε καμία διάθεση συλλήβδην στοχοποίησής τους. Είναι εξίσου προφανές, όμως, ότι μερίδιο ευθύνης έχει το υφιστάμενο σύστημα επιβολής πειθαρχικών
κυρώσεων σε δικηγόρους, το οποίο αντικειμενικά δεν έχει κατορθώσει να λειτουργήσει αποτρεπτικά. Και, επειδή ακριβώς το ζήτημα αφορά περιορισμένο αριθμό δικηγόρων, αυτό θα αναμενόταν να μην είναι ιδιαίτερα δύσκολο, αν υπήρχε η σχετική βούληση. Δεύτερον, σαφώς το παραπάνω θέμα δεν είναι το μόνο πρόβλημα της ελληνικής δικαιοσύνης. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μέχρι να λυθούν όλα τα υπόλοιπα, θα πρέπει να το ανεχόμαστε. Τρίτον, ο συμψηφισμός έχει νόημα όταν αφορά απαιτήσεις ή, εν προκειμένω, προβλήματα που μπορούν να εξουδετερώσουν το ένα το άλλο. Η επίκληση άλλων (υπαρκτών ή μη) προβλημάτων που δεν αναιρούν το συγκεκριμένο σε μία προσπάθεια συμψηφισμού δεν έχει κάποιο νόημα, εφόσον, βέβαια, ο σκοπός δεν είναι να δικαιολογήσουν κάποιοι την ανοχή που δείχνουν, αλλά η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης της κοινωνίας στη δικαιοσύνη και η εύρυθμη λειτουργία του συστήματος απονομής της. Τέταρτον, το τανγκό θέλει δύο. Δεν είναι λογικά δυνατόν να υφίσταται απόφαση της Ολομέλειας των Προέδρων Δικηγορικών Συλλόγων περί μη συμμετοχής σε εκδηλώσεις, ημερίδες κ.λπ. που συμμετέχουν εκπρόσωποι της Ένωσής μας και να μην προσκαλούμαστε εμείς ως Ένωση στις εκδηλώσεις των Δικηγορικών Συλλόγων, αλλά, ταυτόχρονα, να αντιμετωπίζουμε διαμαρτυρίες για τη μη πρόσκλησή τους στην ημερίδα που διοργανώνουμε. Και αυτά χωρίς να ασχοληθεί κανείς με το ανοίκειο ύφος ορισμένων τοποθετήσεων που ακολούθησαν την ανακοίνωση της ημερίδας. Θεωρώντας ότι η διεθνοποίηση των προβλημάτων μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά στην αναζήτηση λύσεων, αλλά και στη διαμόρφωση της αναγκαίας για την επίλυσή τους πολιτικής βούλησης, προβαίνουμε εδώ κι ένα περίπου έτος σε σχετικές ενέργειες. Τους προηγούμενους μήνες, τόσο το διοικητικό συμβούλιο όσο και η γενική συνέλευση της Ευρωπαϊκής Ένωσης Δικαστών έχουν εκδώσει ανακοινώσεις/ψηφίσματα επί του θέματος. Σε αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση διεθνοποίησης του προβλήματος, που προφανώς ανησυχεί όσους για δικούς τους λόγους δεν επιθυμούν την επίλυσή του, επιμένουμε και με την προσεχή ημερίδα.
Στην ημερίδα αυτή θα συζητήσουμε με συναδέλφους μας από άλλες χώρες για τις πρακτικές σε διεθνές επίπεδο σχετικά με το προαναφερθέν ανησυχητικό φαινόμενο. Όπως προκύπτει εύκολα από την ανάγνωση της σχετικής ανακοίνωσης, πρόκειται για μία ημερίδα που διοργανώνεται από την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, με εισηγητές δικαστές και απευθυνόμενη, πρωτίστως, σε δικαστές και εισαγγελείς. Αυτό ούτε κάποια διάθεση σύγκρουσης με τους δικηγόρους γενικά δείχνει, ούτε «εμπρηστικό» είναι, ούτε αποκλείει τον ευρύτερο διάλογο που φυσικά μπορεί και πρέπει να πραγματοποιηθεί σε άλλα fora. Σαφώς, όμως, δεν χρειαζόμαστε την άδεια της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων, ή οποιουδήποτε άλλου, για να συζητήσουμε μεταξύ μας για τα προβλήματα που μας απασχολούν. Και αυτό ακριβώς θα κάνουμε το Σάββατο, στο Αμφιθέατρο της Εθνικής Πινακοθήκης, στις 10:00.
Συνάδελφοι, να είμαστε όλοι εκεί!













































