Χαράλαμπος Β Κατσιβαρδάς – Ποινικός κώδικας : Tο καλειδοσκόπιο της θεσμικής ελίτ

Κατσιβαρδάς

Το θετικό δίκαιο και η εν γένει θέσπιση του από την Βουλή, αποδεικνύει το γεγονός ότι το δίκαιο δεν καθίσταται κατ’ ανάγκη και ηθικό, (έχουν γραφεί πολλά δια τον εκ συνείδησεως και εκ πεποιθήσεως δράστη ευρισκόμενο, εις το τραγικό δίλημμα, περί της σύγκρουσης καθηκόντων με φιλοσοφικό και θεολογικό θεμελιακό υπόβαθρο κατ’ άρθρο 33 του Ποινικού Κώδικα) αλλά ούτε και κατ’ ανάγκη αντικειμενικά «δίκαιο».

Η ως άνω συλλογιστική γεννά την προβληματική περί του αντιπροσωπευτικού μας συστήματος ή εν γένει αν υφίσταται σαφής διάκριση των εξουσιών κατά το άρθρο 26 του Συντάγματος ή εάν, κάποια εκ των τριών, ένεκεν θεμιτών παρεκκλίσεων, καθυποτάσσεται εν μέρει εις τις άλλες, χάριν της πρακτικής εύρυθμης λειτουργίας του Πολιτεύματος, με αποτέλεσμα να καθίσταται κάποια εξ αυτών, μη πλήρως αυτοτελής, αλλά κόλουρη, έναντι των άλλων, ζητήματα εξόχως ακανθώδη τα οποία εδράζονται αρχής γενομένης εις το Συνταγματικό Δίκαιο και εξικνούνται άχρι των θεωριών της πολιτικής επιστήμης αλλά και της φιλοσοφίας καθώς και της κοινωνιολογίας του Δικαίου.

Ως εκ τούτου ένας Νόμος ο οποίος ψηφίζεται ενδεχομένως να καθίσταται αντικειμενικά άδικος και ανήθικος ή ωσαύτως να αντιβαίνει και προς το γενικό συμφέρον, τώρα τι εστί ή πώς ειδικότερα και επί μάλλον και μάλλον εμπεριστατωμένα ορίζεται η αόριστη αξιολογική έννοια του δημοσίου συμφέροντος, αποτελεί μία έννοια, η οποία ένεκεν ακριβώς της πλαστικότητας της, την ερμηνεύει, το δικαστήριο ή η επιστήμη περιπτωσιολογικά, όπως περαιτέρω και την έννοια της έκτακτης ή εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης, δυνάμει της οποίας δικαιολογείται δια βραχύ χρονικό διάστημα, θεμιτή παρέκκλιση από τις «παραδοσιακές» τρόπον τινά θεμελιώδες αρχές του διαχρονικού δικαίου.

Όλες αυτές οι έννοιες πέραν από το νομικό υπόβαθρο και την δικαστική επικύρωση την οποία απολαμβάνουν, καθίστανται και εργαλεία προς την Πολιτεία, να τις στρέψει εν είδει προπαγάνδας κατά της «μάζας» του λαού, προκειμένου να την πειθαναγκάσει να αποδεχθεί βιαίως την επιβολή άλογων και ανορθόλογων μέτρων, καίπερ αντίκεινται προδήλως και σφόδρα, τόσο ως προς την έννοια της δικαιοσύνης αυτή καθ’ εαυτήν αλλά και προς το συμφέρον του ιδίου του λαού.

Η εν γένει νομοθεσία, αλλά ιδιαίτατα ο ποινικώς κώδιξ, ένεκα της ιδιομορφίας των διατάξεων του, διότι πέραν του γενικο-προληπτικού σκοπού, αποτελούν ένα θεμελιώδες εργαλείο δια του οποίου, η Πολιτεία, αφενός μεν διασφαλίζει προσηκόντως την κοινωνική ειρήνη καθώς και την δημόσια ευταξία και ασφάλεια, περιφρουρώντας την έννομη τάξη, υπό την απειλή κυρίως ποινών στέρησης της προσωπικής ελευθερίας του αυτουργού-δράστου, όπως αυτές καθορίζονται ανάλογα το είδος και την βαρύτητα του εγκλήματος (πταίσμα, πλημμέλημα, κακούργημα), εξ ετέρου δε, δια παραλείψεως ποινικοποίησης μίας πράξεως ή παραλείψεως ή ενεργητικής ενδεχομένως κατάργησης κάποιας ήδη υπάρχουσας ποινικής διατάξεως, ή ίδια η Πολιτεία, ενσυνείδητα (δεν θα πω εσκεμμένα), καταλείπει εις την κοινωνία μία κερκόπορτα ανοχής, προξενώντας διασάλευση της κοινωνικής ισορροπίας.

Φερ’ ειπείν, ενώ αντικειμενικά μία πράξη καθίσταται αξιόμεμπτη φέρουσα έντονη ηθικοκοινωνική απαξία, δεν είναι δυνατόν να κολαστεί λόγω ότι έχει καταργηθεί από το ποινικό δόγμα, παρά το γεγονός ότι εις την πράξη προσβάλλει έννομα αγαθά, ένα τέτοιο παράδειγμα καθίσταται το έβδομο κεφάλαιο περί της επιβουλής της θρησκευτικής ειρήνης όπου καταργήθηκαν τα άρθρα 198 και 199 του Ποινικού Κώδικας, ήτοι τον αδίκημα της κακόβουλης βλασφημίας και της καθύβρισης θρησκευμάτων, τα οποία καταργήθηκαν συμφώνως με τον Ν. 4637/2019 (ΦΕΚ Α’ 180/18-11-2019), με μία κατά την ταπεινή μου γνώμη ήκιστα πειστική αιτιολογία.

Εκ παραλλήλου η κατάργηση αυτή, έλαβε χώρα την πιο κρίσιμη χρονικά περίοδο, διαρκούσης της συνεχούς ροής μεταναστών, με κυρίαρχο του Μουσουλμανικό στοιχείο (Σιίτες-Σουνίτες), εν άλλοις λόγοις, η ποινικοποίησή ή μη κάποιων συμπεριφορών καθίστανται αξεδιάλυτα συνυφασμένες με τις κοινωνικο-πολιτικο-οικονομικές εξελίξεις, όμως πολλές φορές δια του τρόπου αυτού εξυπηρετούνται πάσης λογής, σκοπιμότητες, με αποτέλεσμα να πλήττεται εκ βάθρων η Δημοκρατία.

Τηρουμένων των αναλογιών, κατά την κρίσιμη περίοδο της παγκόσμιας διακυβέρνησης της πανδημίας, εν τω πλαισίω τη υγειονομικής «Σταυροφορίας», υπό την δαμόκλειο σπάθη της ασυμμέτρου απειλής, ελπίζω η τροποποίηση του άρθρου 191 του Π.Κ περί διασπορά ψευδών ειδήσεων, να τιμά την δημοκρατία και την πολυφωνία και να μην εμπίπτει εις το ως άνω πλαίσιο σκοπιμοτήτων, ή ποινικοποίησης της ελεύθερης άποψης η οποία αντιστρατεύεται της καθεστωτικής πολιτικής ορθότητας, διότι άλλως διολισθαίνουμε προς μία μορφή αυταρχικής εκτροπής, όπου άπαντες οφείλουν να συνταχθούν προς την αυθεντική άποψη του αλάθητο και παντοδύναμου κράτους, μία νοσηρή και ολοκληρωτική αντίληψη, γνήσιο έκγονο της Ιεράς Εξετάσεως, του πάλαι ποτέ Μασαίωνα της προκρούστειας λογικής-αλογίας.

Χαράλαμπος β Κατσιβαρδάς

Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω

Γίνετε συνδρομητές στο «Δικαστικό Ρεπορτάζ», το κορυφαίο μηνιαίο περιοδικό για τη Δικαιοσύνη. Για περισσότερες πληροφορίες πατήστε εδώ.

Ακολουθήστε μας στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι για όλες τις ειδήσεις