Άμβλωση ή μητρότητα; Η κοινωνική βία πίσω από μια απόφαση με τεράστιο ψυχικό φορτίο

Κατερίνα Φιτσιάλου, Φιτσιάλου

«Το σώμα είναι η εγγεγραμμένη επιφάνεια των γεγονότων.»
– Michel Foucault

Υπάρχουν στιγμές που μια κοινωνία δεν αποκαλύπτεται μέσα από τα μεγάλα της λόγια, αλλά μέσα από τις πιο ιδιωτικές της απαιτήσεις. Μέσα από εκείνο που θεωρεί “αυτονόητο”, “φυσικό”, “κανονικό”. Και ελάχιστα πράγματα αποκαλύπτουν βαθύτερα τη δομή της κοινωνικής εξουσίας από το πώς μια κοινωνία μιλά —ή ακριβέστερα, πώς κρίνει— το γυναικείο σώμα.

Η συζήτηση για τις αμβλώσεις στην επικαιρότητα παρουσιάζεται συνήθως ως ηθικό δίλημμα. Σαν ένα πεδίο όπου συγκρούονται “αξίες”: από τη μία το δικαίωμα της γυναίκας στην επιλογή, από την άλλη η προστασία της “ζωής”. Όμως αυτή η εικόνα είναι παραπλανητική. Γιατί η άμβλωση, κοινωνιολογικά, δεν είναι πρωτίστως ηθική διαμάχη· είναι πολιτική του σώματος. Είναι body politics. Είναι μια από τις πιο καθαρές μορφές του τρόπου με τον οποίο η κοινωνία —μέσω θεσμών, λόγου, ελέγχου και πειθαρχίας— διεκδικεί δικαιοδοσία πάνω στο σώμα των γυναικών.

Με άλλα λόγια, η άμβλωση δεν γίνεται θέμα επειδή “ξαφνικά μας νοιάζει η ζωή”. Γίνεται θέμα επειδή το γυναικείο σώμα είναι το πιο κρίσιμο κοινωνικό πεδίο: πάνω του εγγράφονται νόρμες, φόβοι, εξουσίες, προσδοκίες, επιθυμίες και απαγορεύσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι η συζήτηση δεν γίνεται ποτέ ουδέτερα. Δεν είναι τυχαίο ότι περιβάλλεται από “αξίες” και “παραδόσεις” που λειτουργούν σαν αόρατα δεσμά. Και σίγουρα δεν είναι τυχαίο ότι, σχεδόν πάντα, αυτό που τίθεται σε κρίση δεν είναι απλώς μια πράξη, αλλά η ίδια η γυναίκα ως υποκείμενο.

Γιατί πίσω από το φαινομενικά αθώο ερώτημα “τι θα κάνεις;” υπάρχει ένα πιο βαθύ, ανελέητο ερώτημα που απευθύνεται στις γυναίκες από την κοινωνία: ποια είσαι για να αποφασίζεις; Ποια είσαι για να λες “όχι”; Ποια είσαι για να λες “ναι”; Ποια είσαι για να μην αντέχεις; Ποια είσαι για να ζητάς βοήθεια;

To body politics και η κοινωνική βία 

Σ’ αυτό το σημείο το body politics λειτουργεί σαν φακός: μας δείχνει ότι το γυναικείο σώμα δεν αντιμετωπίζεται ποτέ μόνο ως βιολογικό σώμα. Αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό σώμα, ως σώμα-ρόλος, ως σώμα-σύμβολο. Ένα σώμα που καλείται να υπηρετήσει κάτι μεγαλύτερο από το ίδιο: την οικογένεια, το έθνος, το δημογραφικό, την ηθική τάξη, την κοινωνική σταθερότητα. Το σώμα της γυναίκας γίνεται έτσι το “πεδίο” όπου η κοινωνία επιχειρεί να αποκαταστήσει ισορροπίες που αισθάνεται ότι χάνει.

Και εδώ αρχίζει η πραγματική κοινωνική βία: όχι απαραίτητα με τη μορφή της ωμής απαγόρευσης, αλλά με τη μορφή της πειθάρχησης. Εκείνης της καθημερινής, διάχυτης, σχεδόν αόρατης πίεσης που δεν χρειάζεται πάντα νόμους για να επιβληθεί. Μπορεί να επιβληθεί με βλέμματα. Με σχόλια. Με ντροπή. Με ενοχή. Με την υποψία οτι η γυναίκα “κάτι έκανε λάθος”. Ότι όφειλε να προσέχει. Ότι ήταν επιπόλαιη. Ότι “θα το μετανιώσει”. Ότι θα τιμωρηθεί κοινωνικά, όποια απόφαση κι αν πάρει.

Και αυτή είναι ίσως η πιο σκληρή πλευρά του ζητήματος: η γυναίκα, όποιο δρόμο κι αν επιλέξει, συχνά βρίσκεται μπροστά σε κοινωνική τιμωρία. Αν προχωρήσει σε άμβλωση, κρίνεται. Αν κρατήσει το παιδί, εξυμνείται για λίγο – και μετά εγκαταλείπεται. Αν αναζητήσει στήριξη, θεωρείται απαιτητική. Αν λυγίσει, θεωρείται ανεπαρκής. Κι έτσι, το σώμα της γυναίκας δεν είναι απλώς το σώμα που βιώνει μιακύηση ή μια άμβλωση· είναι το σώμα πάνω στο οποίο εγγράφεται ολόκληρη ηκοινωνική απαίτηση για συμμόρφωση.

Η πραγματική έννοια της επιλογής

Όμως ακριβώς εδώ είναι που πρέπει να μιλήσουμε για την πιο παρεξηγημένη έννοια στην όλη συζήτηση: την “επιλογή”. Γιατί η επιλογή, στο δημόσιο λόγο,παρουσιάζεται σαν καθαρά ατομική πράξη. Σαν ζήτημα βούλησης. Σαν μια γραμμική απόφαση που παίρνεται “ελεύθερα”. Στην πραγματικότητα, όμως, η επιλογή είναι κοινωνικά κατασκευασμένη. Η επιλογή δεν είναι ποτέ ίδια για όλες τις γυναίκες. Δεν είναι ποτέ ίση. Δεν είναι ποτέ δίκαιη.

Μια γυναίκα με οικονομική σταθερότητα, με πρόσβαση σε δομές, με δίκτυα φροντίδας, με συναισθηματική στήριξη, έχει άλλες πιθανότητες να βιώσει τη μητρότητα ως πραγματική επιλογή. Μια γυναίκα σε επισφάλεια, σε χαμηλό μισθό, σε ανεργία, σε αδήλωτη εργασία, σε κακοποιητική σχέση, σε συνθήκες ψυχικής εξάντλησης, βιώνει την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα ως δοκιμασία επιβίωσης. Κι όταν η επιβίωση γίνεται το πλαίσιο της απόφασης, τότε η λέξη “ελευθερία” αδειάζει.

Το σώμα λοιπόν δεν είναι μόνο σώμα. Είναι κοινωνική θέση. Είναι ταξική δυνατότητα. Είναι πρόσβαση. Είναι υλικότητα. Είναι χρόνος. Είναι αντοχή. Είναι ψυχικό κεφάλαιο. Είναι εξουθενωμένος ύπνος. Είναι ανάγκη να κρατηθείς όρθια και να δουλέψεις. Είναι φόβος. Είναι μοναξιά.

Γι’ αυτό και η συζήτηση για τις αμβλώσεις είναι βαθιά ταξική, όσο κι αν εμφανίζεται ως δήθεν “ηθική”. Όταν η κοινωνία μιλά απλουστευτικά για επιλογές, συχνά αγνοεί επιδεικτικά τις υλικές συνθήκες που τις διαμορφώνουν. Και αυτή η άγνοια δεν είναι αθώα. Είναι μέρος του προβλήματος. Γιατί απαλλάσσει την κοινωνία από τις ευθύνες της. Μετατρέπει μια δομική ανισότητα σε “προσωπική απόφαση”. Μετατρέπει την εγκατάλειψη σε ατομική ευθύνη.

Η ηθική κρίση και η θεσμική εγκατάλειψη

Κάπου εδώ, όμως, εμφανίζεται το πιο αδικημένο πρόσωπο της συζήτησης – και ίσως το πιο αποκαλυπτικό: οι γυναίκες που επιλέγουν να κρατήσουν το παιδί τους μόνες. Οι γυναίκες που γίνονται μητέρες χωρίς υποστηρικτικό σύντροφο, χωρίς πλάτη, χωρίς σταθερό δίκτυο, χωρίς “ασφάλεια”. Οι γυναίκες που σηκώνουν όχι μόνο το βάρος της μητρότητας, αλλά και τη σιωπηρή απαίτηση να μην φανούν ποτέ αδύναμες.

Εδώ η κοινωνική βία μεταμορφώνεται. Παύει να είναι μόνο ηθική κρίση και γίνεται θεσμική εγκατάλειψη. Διότι τι συμβαίνει σε αυτές τις γυναίκες; Στην αρχή, η κοινωνία μπορεί να τις χειροκροτήσει. Να τις πει “ηρωίδες”. Να τις παρουσιάσει ως πρότυπο. Όμως η ηρωοποίηση είναι μια άλλη μορφή πειθάρχησης: σε κάνει σύμβολο, για να μην σου δώσει δικαιώματα. Σε κάνει εικόνα, για να μην σου δώσει δομές. Και σε λίγο, όταν η καθημερινότητα γίνει βαριά, όταν η οικονομική δυσκολία σε γονατίσει, όταν η ψυχική αντοχή σου εξαντληθεί, η κοινωνία κάνει πίσω. Δεν είναι πια εκεί. Γιατί η κοινωνία αγαπά τη μητρότητα ως αφήγημα, όχι ως κοινωνικό δικαίωμα.

Το σώμα αυτής της γυναίκας τότε γίνεται πεδίο μιας άλλης πολιτικής: της πολιτικής της αντοχής. Της απαίτησης να “αντέχει”. Να μην ζητά. Να μη διαμαρτύρεται. Να συνδυάζει εργασία και φροντίδα. Να είναι ταυτόχρονα παραγωγική και μητέρα. Να είναι ταυτόχρονα γλυκιά και δυνατή. Να είναι ταυτόχρονα παρούσα και αόρατη. Να μην κουράζεται.
Αλλά η κοινωνιολογία δεν μπορεί να κάνει ότι δεν το βλέπει: αυτό δεν είναι μητρότητα. Είναι κοινωνική εργασία χωρίς αναγνώριση. Είναι συνεχής ψυχική επιβάρυνση. Είναι ένας αδιάκοπος αγώνας όπου η γυναίκα κουβαλά την ευθύνη για όλους – και στο τέλος κατηγορείται ότι δεν τα καταφέρνει.

Οι απαιτήσεις της κοινωνίας και η πραγματική πρόοδος

Κι έτσι καταλήγουμε στο πιο κρίσιμο σημείο: η πραγματική κοινωνική βία δεν βρίσκεται μόνο στο “τι λέγεται” για τις αμβλώσεις. Βρίσκεται στο ότι η κοινωνία απαιτεί από τις γυναίκες να σηκώσουν το βάρος – αλλά δεν αναλαμβάνει ποτέ συλλογικά τη στήριξη. Το κράτος απουσιάζει από τη φροντίδα, αλλά παρεμβαίνει στην ηθική. Οι δομές είναι ελλιπείς, αλλά η κρίση είναι υπερπλήρης. Η πρόνοια χωλαίνει, αλλά η ντροπή λειτουργεί άψογα.
Και εδώ πρέπει να ειπωθεί καθαρά: η συζήτηση για τις αμβλώσεις είναι body politics γιατί το σώμα της γυναίκας γίνεται τόπος όπου η κοινωνία επιβάλλει αυτό που δεν μπορεί να επιβάλλει αλλού: πειθαρχία, τάξη, θυσία. Το σώμα είναι η “εγγεγραμμένη επιφάνεια των γεγονότων”, όπως είπε ο Φουκώ, γιατί πάνω του γράφονται οι κοινωνικές αντιφάσεις. Και μία από τις πιο επώδυνες αντιφάσεις είναι αυτή: ζητάμε από τις γυναίκες ζωή, αλλά δεν τους δίνουμε ζωή. Ζητάμε από τις γυναίκες μητρότητα, αλλά δεν τους δίνουμε κοινωνική προστασία. Ζητάμε να γεννήσουν, αλλά δεν προστατεύουμε την εργασία τους, την ψυχική τους υγεία, το δικαίωμά τους στη στήριξη.

Γι’ αυτό, τελικά, το δικαίωμα δεν είναι μόνο να μην εξαναγκαστεί μια γυναίκα σε μητρότητα. Είναι και να μην εξαναγκαστεί σε φτώχεια, σε εξάντληση, σε κοινωνική απομόνωση επειδή έγινε μητέρα. Το δικαίωμα στην επιλογή δεν μπορεί να είναι ρητορική ελευθερία πάνω σε υλικό έδαφος εγκατάλειψης. Πρέπει να γίνει πραγματική δυνατότητα. Και αυτό σημαίνει κοινωνικό κράτος. Σημαίνει υποδομές. Σημαίνει προστασία. Σημαίνει στήριξη των μονογονεϊκών οικογενειών. Σημαίνει να πάψει η μητρότητα να είναι ατομική “ηρωική” πράξη και να γίνει κοινωνική ευθύνη. Γιατί στην πραγματικότητα, η πιο σιωπηλή μορφή κοινωνικής βίας είναι αυτή: να λέμε στη γυναίκα ότι είναι ελεύθερη να επιλέξει, ενώ ταυτόχρονα να τη σπρώχνουμε να πληρώσει μόνη της το κόστος κάθε επιλογής. Να την αφήνουμε να κουβαλήσει μόνη της την ευθύνη, τον φόβο, την ενοχή, το ψυχικό φορτίο. Να της ζητάμε να είναι “σωστή”, χωρίς να της δίνουμε χώρο να είναι άνθρωπος.

Κι αν θέλουμε πραγματικά να μιλήσουμε για ζωή, τότε ας μιλήσουμε για τη ζωή των γυναικών – όχι μόνο για την αρχή της ζωής. Ας μιλήσουμε για τις γυναίκες που αποφασίζουν και τρέμουν. Που κρατούν το παιδί και λυγίζουν. Που κάνουν άμβλωση και δεν αντέχουν το κοινωνικό βάρος. Που θέλουν να ζήσουν και να μη συνθλιβούν από τον ρόλο. Γιατί η αληθινή πρόοδος μιας κοινωνίας δεν κρίνεται από το πόσο καλά ελέγχει τα σώματα των γυναικών, αλλά από το πόσο βαθιά τα σέβεται.

Γράφει η Κατερίνα Φιτσιάλου
Κοινωνιολόγος-Ερευνήτρια
MSc Κοινωνική & Πολιτική Θεωρία
PhD (c) Πάντειο Πανεπιστήμιο/Τμήμα Κοινωνιολογίας

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

Αγρίνιο: Όταν η βία γίνεται “λύση” – Tο φονικό ως κοινωνικό σύμπτωμα

 

Γίνετε συνδρομητές στο «Δικαστικό Ρεπορτάζ», το κορυφαίο μηνιαίο περιοδικό για τη Δικαιοσύνη. Για περισσότερες πληροφορίες πατήστε εδώ.

Ακολουθήστε μας στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι για όλες τις ειδήσεις