Το Συμβούλιο της Επικρατείας επικύρωσε πειθαρχική ποινή που είχε επιβληθεί σε δικηγόρο της Λαμίας για αναξιοπρεπή συμπεριφορά, καθώς σε υπόμνημά της ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Λαμίας, έθιγε την ακεραιότητα και την υπόληψη Διοικητικής δικαστού.
Από τον Δικηγορικό Σύλλογο Λαμίας τιμωρήθηκε πειθαρχικά γυναικά δικηγόρος για αναξιοπρεπή συμπεριφορά, καθώς παραβίασε τον Κώδικα Δικηγόρων και τον Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγορικού Λειτουργήματος. Στη συνέχεια το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο (Άρειος Πάγος) μείωσε την ποινή σε απλή επίπληξη.
Ειδικότερα, κατά το κατηγορητήριο, η δικηγόρος περιέλαβε σε υπόμνημα που συνέταξε, υπέγραψε και κατέθεσε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Λαμίας, για λογαριασμό του εντολέα της, απρεπείς και προσβλητικές εκφράσεις και αναφορές οι οποίες έθιγαν το κύρος της Δικαιοσύνης και την υπόληψη και την ακεραιότητα συγκεκριμένης διοικητικής δικαστικής λειτουργού.
Η δικηγόρος προσέφυγε στο ΣτΕ υποστηρίζοντας ότι η πειθαρχική καταδίκη της συνιστά αδικαιολόγητη προσβολή της ελευθερίας έκφρασης του δικηγόρου, η οποία σχετίζεται με την ανεξαρτησία του δικηγορικού επαγγέλματος και είναι ζωτικής και καθοριστικής σημασίας για την αποτελεσματική λειτουργία της Δικαιοσύνης, σύμφωνα με το άρθρο 10 της Ε.Σ.Δ.Α.
Στην αίτησή της στο ΣτΕ η δικηγόρος έκανε αναφορά, μεταξύ άλλων, στη νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α. σχετικά με την έκταση της προστατευτικής εμβέλειας του δικαιώματος των δικηγόρων να ασκούν κριτική στους δικαστές, τόσο εντός όσο και εκτός των αιθουσών των δικαστηρίων, το δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης των δικηγόρων, την ανεξαρτησία του δικηγορικού επαγγέλματος, κ.λπ.
Το Γ΄ Τμήμα του ΣτΕ με πρόεδρο τον αντιπρόεδρο Δημήτρη Μακρή και εισηγήτρια την πάρεδρο Σοφία Παπακωνσταντίνου, με την υπ΄αριθμ. 705/2026 απόφασή του, δέχθηκε ότι, κατά την έννοια της πειθαρχικής απόφασης, η πειθαρχικώς ελεγκτέα συμπεριφορά της δικηγόρου συνίστατο στο ότι στο υπόμνημά της ανέφερε ότι η δικαστής, η οποία είχε οριστεί ως εισηγήτρια της υπόθεσης επί της προσφυγής του εντολέα της, «εκτελούσε εντολές και διαταγές συγκεκριμένων οργάνων της Διοίκησης και ότι της υπαγόρευαν το περιεχόμενο των αποφάσεων που υπέγραφε και δημοσίευε κατά την άσκηση του λειτουργήματός της».
Περαιτέρω, το Συμβούλιο της Επικρατείας διαπίστωσε ότι η επίμαχη αναφορά της δικηγόρου δεν συνοδευόταν από συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία τεκμηρίωναν επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η σοβαρή κατηγορία εναντίον της δικαστικής λειτουργού (έλλειψη στέρεης πραγματικής βάσης “solid factual basis”).
Αναλυτικότερα, κρίθηκε ότι η δικηγόρος δεν προσκόμισε κατά τη διάρκεια της πειθαρχικής διαδικασίας, τόσο ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, όσο και ενώπιον του Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου, κάποιο στοιχείο «από το οποίο να αποδεικνύονται επαρκώς τα κρίσιμα πραγματικά δεδομένα όσων ανέφερε στο υπόμνημά της, ώστε να αποκλείεται το ενδεχόμενο οι αιχμηρές αναφορές της να είχαν ευθέως ως αποκλειστικό σκοπό την προσβολή της προσωπικής εντιμότητας της συγκεκριμένης δικαστικής λειτουργού, για τον μόνο λόγο ότι καθυστέρησε να εκδώσει οριστική απόφαση, ευνοϊκή για τα συμφέροντα του εντολέα της δικηγόρου».
Και μάλιστα τη στιγμή που η δικηγόρος είχε τη δυνατότητα να προβάλει τις αιτιάσεις της για τυχόν νομικές πλημμέλειες της δικαστικής απόφασης, «χωρίς να κάνει χρήση αμιγώς απαξιωτικών και προσβλητικών εκφράσεων σε βάρος του προσώπου της δικαστικής λειτουργού».
Με τα δεδομένα αυτά, απορρίφθηκε ο λόγος ακυρώσεως περί παραβάσεως του άρθρου 10 της Ε.Σ.Δ.Α.
Τελικά, η αίτηση αναίρεσης της δικηγόρου απορρίφθηκε στο σύνολό της από το ΣτΕ.













































