Καθαρογραφή αθωωτικών αποφάσεων: Δεκτή η απόφαση της Ολομέλειας του Εφετείου Αθηνών

Καθαρογραφή αθωωτικών αποφάσεων: Δεκτή η απόφαση της Ολομέλειας του Εφετείου Αθηνών

Με απλή αίτηση και χωρίς επίκληση ειδικού έννομου συμφέροντος η καθαρογραφή των αθωωτικών αποφάσεων  

Με απόφαση του υπουργού Δικαιοσύνης, Γιώργου Φλωρίδη, έγινε δεκτή η απόφαση της Ολομέλειας του Εφετείου Αθηνών σχετικά με την καθαρογραφή των αθωωτικών αποφάσεων, βάζοντας τέλος σε ένα ζήτημα που είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από το δικηγορικό σώμα.

Σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, η καθαρογραφή των αθωωτικών αποφάσεων θα πραγματοποιείται πλέον με την υποβολή σχετικής αίτησης από τον διάδικο ή τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, εντός έξι μηνών από την έκδοση της απόφασης. Καθοριστική αλλαγή αποτελεί το γεγονός ότι δεν θα απαιτείται πλέον η επίκληση ειδικού έννομου συμφέροντος, αίροντας ένα σημαντικό γραφειοκρατικό και νομικό εμπόδιο.

Είχε προηγηθεί η διαβίβαση της απόφασης της Ολομέλειας στον Άρειο Πάγο και, στη συνέχεια, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, προκειμένου να εκδοθεί η απαραίτητη υπουργική απόφαση.

Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί το τέλος μιας εξαετούς περιόδου, κατά την οποία η μη καθαρογραφή των αθωωτικών αποφάσεων είχε καθιερωθεί βάσει της Υ.Α. 2273/2020. Το δικηγορικό σώμα είχε επανειλημμένα χαρακτηρίσει την πρακτική αυτή αντισυνταγματική, υποστηρίζοντας ότι παραβιάζει το άρθρο 93 του Συντάγματος, το οποίο επιβάλλει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για όλες τις δικαστικές αποφάσεις, χωρίς διακρίσεις.

Όπως είχε επισημάνει ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών (ΔΣΑ), η αθώωση αποτελεί την κορυφαία στιγμή της ποινικής δίκης και ο πολίτης διατηρεί αναφαίρετο δικαίωμα να έχει στη διάθεσή του το πλήρες σκεπτικό της απαλλαγής του, τόσο για την ηθική του αποκατάσταση όσο και για την αξιοποίησή του σε άλλες νομικές διαδικασίες, αστικές, διοικητικές ή πειθαρχικές.

Η υπουργική απόφαση έγινε γνωστή μέσω ανακοίνωσης του δικηγόρου και μέλους του Δ.Σ. του ΔΣΑ, Κώστα Παπαδάκη.

Το σκεπτικό της Ολομέλειας

Στο σκεπτικό της απόφασης, με εισηγήτρια την Πρόεδρο Εφετών Κωνσταντίνα Χαλικιά, αναγνωρίζεται ότι η προηγούμενη πρακτική της μη καθαρογραφής αποσκοπούσε στην «απαλλαγή τόσο των δικαστικών υπαλλήλων, όσων και των Δικαστών από σημαντικό πρόσθετο έργο και η εξοικονόμηση πολύτιμου χρόνου».

Ωστόσο, η Ολομέλεια έκρινε ότι οι υπηρεσιακές αυτές ανάγκες δεν μπορούν να υπερισχύουν του δικαιώματος του αθωωθέντος να λαμβάνει το πλήρες κείμενο της απόφασης που τον απαλλάσσει.

Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται, «δεν δύναται να παραβλεφθεί το γεγονός ότι είναι αναφαίρετο δικαίωμα του κατηγορουμένου- αθωωθέντος να ζητεί και να λαμβάνει από το Δικαστήριο, χωρίς να απαιτείται επίκληση εκ μέρους του ειδικού έννομου συμφέροντος, το πλήρες κείμενο της απόφασης που τον απαλλάσσει».

Η υποχρέωση του δικαστηρίου να παραδίδει «αναλυτική έκθεση των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, των αποδεικτικών μέσων και νομικών συλλογισμών» δεν έχει απλώς τυπικό χαρακτήρα, αλλά συνδέεται άμεσα με το «δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη (άρθρο 6 ΕΣΔΑ), από το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της προσωπικότητάς του, αλλά και από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος».

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις περιπτώσεις όπου σε βάρος του αθωωθέντος εκκρεμούν πειθαρχικές ή διοικητικές διαδικασίες. Σύμφωνα με το σκεπτικό της Ολομέλειας, η πλήρης αιτιολογία αποκτά καθοριστική σημασία για τη συνεκτίμηση της αθωωτικής απόφασης από τα αρμόδια όργανα και δικαστήρια.

Στο πλαίσιο αυτό, η Ολομέλεια αποφάσισε ότι η καθαρογραφή των αθωωτικών αποφάσεων «καθίσταται υποχρεωτική όταν υποβάλλεται σχετικό έγγραφο αίτημα του κατηγορουμένου προς τον Πρόεδρο του δικάζοντος Δικαστηρίου».

Ως μοναδική τυπική προϋπόθεση τίθεται η υποβολή του αιτήματος «εντός εύλογου χρονικού διαστήματος έξι (6) μηνών από την έκδοση της απόφασης», με το δικαστήριο να επισημαίνει ότι η μεταβολή αυτή «συνάδει με τους κανόνες της δίκαιης δίκης και τις αρχές του Κράτους Δικαίου».

Η παρέμβαση του ΔΣΑ 

Το ζήτημα είχε τεθεί στην Ολομέλεια του Εφετείου Αθηνών κατά τη συνεδρίαση της 19ης Φεβρουαρίου 2026, με τις θέσεις του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών να παρουσιάζονται μέσα από εισηγήσεις του προέδρου του, Ανδρέα Κουτσόλαμπρου, και του συμβούλου Κώστα Παπαδάκη.

Στη συνεδρίαση παρέστησαν επίσης τα μέλη του Δ.Σ. του ΔΣΑ Θωμάς Καμενόπουλος, Θανάσης Καμπαγιάννης, Δημήτρης Λυρίτσης και Θεόδωρος Μαντάς.

Την πρωτοβουλία στήριξαν με την παρουσία τους ο πρόεδρος και ο Α΄ αντιπρόεδρος της Ένωσης Ποινικολόγων και Μαχομένων Δικηγόρων, Δημήτρης Γκαβέλας και Κωνσταντίνος Μαντζουράνης, καθώς και οι δικηγόροι Σαράντος Θεοδωρόπουλος και Παναγιώτης Νέλλας.

Είχε προηγηθεί, στις 11 Φεβρουαρίου 2026, σχετική εκδήλωση στα γραφεία του ΔΣΑ, στο πλαίσιο των παρεμβάσεων για την αλλαγή του ισχύοντος καθεστώτος.

Ο αντίλογος από δικαστές και δικαστικούς υπαλλήλους

Παρά την υποστήριξη του αιτήματος από μεγάλο μέρος του δικηγορικού κόσμου, η πρωτοβουλία συνάντησε έντονες αντιρρήσεις από τη δικαστική πλευρά και τους δικαστικούς υπαλλήλους.

Χαρακτηριστική ήταν η θέση του Προέδρου Εφετών Κωνσταντίνου Κουτσογεώργου, ο οποίος είχε ταχθεί κατά της καθαρογραφής των αθωωτικών αποφάσεων.Κεντρικό επιχείρημα των αντιρρήσεων αποτέλεσε η ανάγκη «ιεράρχησης του επείγοντος». Σε ένα δικαστικό σύστημα που ήδη επιβαρύνεται από χιλιάδες εκκρεμείς υποθέσεις, υποστηρίχθηκε ότι η καθαρογραφή αθωωτικών αποφάσεων, στις οποίες κατά κανόνα δεν ανακύπτει ανάγκη άσκησης έφεσης, θα μπορούσε να προκαλέσει περαιτέρω καθυστερήσεις στην καθαρογραφή καταδικαστικών αποφάσεων, οι οποίες συνδέονται άμεσα με την προσωπική ελευθερία των πολιτών. Ανάλογες επιφυλάξεις είχαν διατυπώσει η Υπηρεσιακή Συνέλευση των υπαλλήλων του Εφετείου και ο Σύλλογος Δικαστικών Υπαλλήλων Αθήνας (ΣΔΥΑ), αναδεικνύοντας τις σοβαρές ελλείψεις προσωπικού στις δικαστικές γραμματείες.

Με τις κενές οργανικές θέσεις να αγγίζουν, σύμφωνα με τις σχετικές επισημάνσεις, το 30%, οι εκπρόσωποι των υπαλλήλων είχαν υποστηρίξει ότι η πλήρης καθαρογραφή των αθωωτικών αποφάσεων θα δημιουργούσε πρόσθετο φόρτο εργασίας, τον οποίο οι ήδη υποστελεχωμένες υπηρεσίες αδυνατούν να διαχειριστούν αποτελεσματικά.

Η αποδοχή της απόφασης της Ολομέλειας από τον υπουργό Δικαιοσύνης κλείνει, πλέον, έναν πολυετή κύκλο αντιπαράθεσης, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα του αθωωθέντος να λαμβάνει το πλήρες σκεπτικό της δικαστικής απόφασης που τον απαλλάσσει. Παράλληλα, ωστόσο, παραμένει ανοιχτό το ζήτημα της επαρκούς στελέχωσης των δικαστικών υπηρεσιών, προκειμένου η νέα διαδικασία να εφαρμοστεί χωρίς να επιβαρύνει περαιτέρω τους χρόνους απονομής της Δικαιοσύνης.

Γίνετε συνδρομητές στο «Δικαστικό Ρεπορτάζ», το κορυφαίο μηνιαίο περιοδικό για τη Δικαιοσύνη. Για περισσότερες πληροφορίες πατήστε εδώ.

Ακολουθήστε μας στο Google News και ενημερωθείτε πρώτοι για όλες τις ειδήσεις

Καμία δημοσίευση για προβολή