Το χρονικό των δύο προαναγγελθεισών εκρήξεων, η Italgas και όσα γνώριζε πριν από την εξαγορά και η αντικατάσταση του 5% του συστήματος από χυτοσίδηρο και χάλυβα που είχε χαρακτηριστεί υψηλού κινδύνου μπορούσε να μειώσει τον κίνδυνο συμβάντος κατά λίγο περισσότερο από 50%!
Η Αθήνα βρίσκεται πάνω από ένα τεράστιο υπόγειο δίκτυο φυσικού αερίου, ένα δίκτυο που σε κρίσιμα σημεία της πόλης συνδέεται με υποδομές διαφορετικών εποχών και τεχνολογιών. Και ενώ η πρωτεύουσα εξακολουθεί να αναπτύσσεται πάνω από τους αγωγούς, μια σειρά από έγγραφα, τεχνικές μελέτες, ημερομηνίες και στοιχεία της δικαστικής διερεύνησης συνθέτουν ένα ιδιαίτερα… εκρηκτικό σκηνικό.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η εξαγορά της ΔΕΠΑ Υποδομών από την ιταλική Italgas, η κατάσταση του δικτύου της Αθήνας, η μελέτη εκτίμησης κινδύνου που είχε εκπονηθεί πριν από χρόνια, αλλά και η έκρηξη στη Λεωφόρο Συγγρού στις 26 Ιανουαρίου 2022.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι η χρονική ακολουθία. Η Italgas είχε ολοκληρώσει το due diligence (δέουσα επιμέλεια ) πριν από την υπογραφή της σύμβασης, η σύμβαση υπεγράφη τον Δεκέμβριο του 2021, τον Ιανουάριο του 2022 σημειώθηκε η έκρηξη στη Συγγρού, τον Ιούνιο συντάχθηκε πραγματογνωμοσύνη για το περιστατικό, τον Ιούλιο άλλαξε το νομοθετικό πλαίσιο που συνδεόταν με την ολοκλήρωση της συναλλαγής, τον Σεπτέμβριο η εξαγορά ολοκληρώθηκε. Λίγες ημέρες αργότερα δημοσιεύθηκε το ενημερωτικό δελτίο της Italgas, η οποία δραστηριοποιείται στην Ελλάδα μέσω της θυγατρικής της ΕΝΑΟΝ.
Η υπόθεση, επομένως, δεν αφορά ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά μια αλληλουχία γεγονότων που εκτείνεται από τις τεχνικές μελέτες του 2008 μέχρι την εξαγορά του 2022 και τα όσα ακολούθησαν με τη φονική έκρηξη φυσικού αερίου στην περιοχή της Πλάκας στις 25 Σεπτεμβρίου 2026.
Η μελέτη του 2008 και το μοντέλο κινδύνου
Το πρώτο σημαντικό εύρημα βρίσκεται αρκετά χρόνια πίσω. Το 2008 η ΕΔΑ Αττικής ανέθεσε στην Advantica την εκπόνηση μοντέλου κινδύνου για το δίκτυο διανομής φυσικού αερίου. Η Advantica ήταν εταιρεία τεχνικών συμβούλων με εξειδίκευση, μεταξύ άλλων, στα δίκτυα φυσικού αερίου, στην ασφάλεια αγωγών, στην εκτίμηση κινδύνου και στη μοντελοποίηση πυρκαγιών και εκρήξεων.
Η μελέτη αφορούσε ένα δίκτυο ιδιαίτερα μεγάλης έκτασης. Τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στον φάκελο της υπόθεσης κάνουν λόγο για περίπου 3.970 χιλιόμετρα αγωγών μέσης και χαμηλής πίεσης, 19 και 4 bar αντίστοιχα, τα οποία εξυπηρετούν περίπου 182.000 ενεργά σημεία διανομής.
Το σημαντικότερο, όμως, ήταν το αποτέλεσμα του μοντέλου. Η μελέτη παρήγαγε ζώνες αστοχίας και βαθμολογίες κινδύνου για επιμέρους τμήματα του δικτύου. Η βαθμολογία αυτή αποτύπωνε την πιθανότητα να προκύψει περιστατικό από συγκεκριμένο τμήμα αγωγού και χρησιμοποιούνταν για την ιεράρχηση των δικτύων που έπρεπε να αντικατασταθούν.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης που έχουν περιέλθει στη διάθεση της έρευνας, η αντικατάσταση του 5% του συστήματος από χυτοσίδηρο και χάλυβα που είχε χαρακτηριστεί υψηλού κινδύνου μπορούσε να μειώσει τον κίνδυνο συμβάντος κατά λίγο περισσότερο από 50%. Παράλληλα, η Advantica συνιστούσε την περιοδική επικαιροποίηση του μοντέλου, ώστε οι βαθμολογίες κινδύνου να προσαρμόζονται στην πραγματική κατάσταση του δικτύου. Πρόκειται για μια τεχνική αποτύπωση που είχε γίνει πολύ πριν από την είσοδο της Italgas στην ελληνική αγορά.
Τα 490 χιλιόμετρα και το ιστορικό κέντρο
Στον φάκελο που εξετάζεται γίνεται ειδική αναφορά σε περίπου 490 χιλιόμετρα παλαιών αγωγών που συνδέονται με το παλαιότερο δίκτυο φωταερίου. Οι καταγγελλόμενοι ισχυρισμοί κάνουν λόγο για αγωγούς παλαιάς τεχνολογίας και για συνδέσεις που είχαν σχεδιαστεί σε διαφορετικές εποχές και για διαφορετικές συνθήκες λειτουργίας, κάτι που σήμερα μοιάζει εγκληματικό.
Η γεωγραφική διάσταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Μιλάμε για τμήματα του ιστορικού κέντρου της Αθήνας, από την Πλάκα μέχρι τη Συγγρού και από το Σύνταγμα προς την περιοχή του πρώην Χίλτον. Μια περιοχή όπου υπάρχουν κατοικίες, ξενοδοχεία, καταστήματα, γραφεία, δημόσιες υπηρεσίες και κτίρια με ιδιαίτερη θεσμική σημασία, που βρίσκονται κυριολεκτικά σε άμεσο κίνδυνο.
Στα έγγραφα που φέρνει στη δημοσιότητα η «ΜΠΑΜ στο Ρεπορτάζ» φαίνεται ότι το παλαιό αυτό δίκτυο είχε χαρακτηριστεί υψηλού κινδύνου και ότι η τεχνική μελέτη είχε ήδη προτείνει συγκεκριμένη στρατηγική αντικατάστασης. Παράλληλα, η σημερινή ΕΝΑΟΝ (η ελληνική θυγατρική εταιρεία του ιταλικού ομίλου Italgas) έχει δηλώσει ότι το δίκτυο φυσικού αερίου που κατασκευάστηκε από το 2011 δεν είναι το παλαιό δίκτυο φωταερίου, ότι μεγάλο μέρος του δικτύου έχει αντικατασταθεί και ότι πρόκειται για δίκτυο πολυαιθυλενίου που κατασκευάζεται σύμφωνα με τις ισχύουσες προδιαγραφές. Η εταιρεία έχει επιφυλαχθεί να τοποθετηθεί επισήμως μετά την ολοκλήρωση της έρευνας.
Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη, καθώς άλλο είναι το παλαιό δίκτυο φωταερίου και άλλο το νεότερο δίκτυο φυσικού αερίου, όμως εν έτει 2026 γίνεται χρήση του παλαιού δικτύου φωταερίου για τη διέλευση του φυσικού αερίου.
Το deal της Italgas με τη ΔΕΠΑ και οι καταγγελίες-φωτιά για το δίκτυο
Στο μεταξύ, η τραγωδία στην Πλάκα έφερε ξανά στο προσκήνιο, με τον πιο δραματικό τρόπο, το ζήτημα της ασφάλειας των εγκαταστάσεων φυσικού αερίου μέσα στον πυκνό αστικό ιστό – Κατά τους καταγγέλλοντες, η ιταλική εταιρεία είχε ήδη ενημερωθεί για την τεχνική κατάσταση του δικτύου και τους κινδύνους που συνδέονταν με αυτό πριν από την υπογραφή της σύμβασης!
Στις 20 Φεβρουαρίου 2020 η Italgas εκδηλώνει ενδιαφέρον για την απόκτηση της ΔΕΠΑ Υποδομών και μαζί της για τον έλεγχο των εταιρειών διανομής φυσικού αερίου. Στις 9 Σεπτεμβρίου 2021 η Italgas ανακοινώνεται ως προτιμητέος επενδυτής. Το σημαντικότερο χρονικό σημείο έρχεται στις 15 Ιουνίου 2021. Τότε, σύμφωνα με τα στοιχεία «Μ», ολοκληρώνεται το due diligence της ΔΕΠΑ Υποδομών. Η ίδια η Italgas καταγράφει επισήμως ότι στις 10 Δεκεμβρίου 2021 υπέγραψε τη σύμβαση για την απόκτηση του 100% της ΔΕΠΑ Υποδομών, έναντι επιχειρηματικής αξίας 733 εκατ. ευρώ. Στην ίδια ανακοίνωση αναφέρεται ότι η ΔΕΠΑ Υποδομών είχε υπό τον έλεγχό της την ΕΔΑ Αττικής, τη ΔΕΔΑ και την ΕΔΑ ΘΕΣΣ, με συνολικά 6.900 χιλιόμετρα δικτύου και 509.000 σημεία διανομής. Με απλά λόγια, όταν υπεγράφη η σύμβαση, η Italgas είχε ήδη πραγματοποιήσει τον έλεγχο της επένδυσης.
Η έκρηξη στη Συγγρού
Μόλις ένα μήνα και κάτι μετά την υπογραφή της σύμβασης, στις 26 Ιανουαρίου 2022, η Αθήνα συγκλονίζεται από την ισχυρή έκρηξη σε κτίριο της Λεωφόρου Συγγρού. Το περιστατικό προκαλεί εκτεταμένες καταστροφές και τραυματισμό. Από τις πρώτες ώρες εξετάζεται το ενδεχόμενο διαρροής αερίου, ενώ η Πυροσβεστική και η εταιρεία διανομής προχωρούν σε έρευνες και ορίζονται πραγματογνώμονες.
Ακολούθησε η τεχνική και δικαστική διερεύνηση, ενώ κατατέθηκε μήνυση από παθόντες της έκρηξης κατά της Italgas και της θυγατρικής της στην Ελλάδα. Σύμφωνα με μεταγενέστερη τεχνική γνωμοδότηση που επικαλούνται οι καταγγέλλοντες, είχαν προηγηθεί αναφορές για έντονη μυρωδιά αερίου και διατυπώθηκε η άποψη ότι εφόσον τα προβλεπόμενα συστήματα ασφαλείας λειτουργούσαν κανονικά, η παροχή θα έπρεπε να είχε διακοπεί μετά την πρώτη ειδοποίηση. Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί αποτελούν αντικείμενο της δικαστικής και τεχνικής διερεύνησης και δεν μπορούν να μετατραπούν αυτομάτως σε τελεσίδικη διαπίστωση ευθύνης. Ωστόσο, η ημερομηνία της έκρηξης αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω όσων είχαν προηγηθεί.
Οι εξελίξεις
Στις 26 Ιανουαρίου 2022 η Italgas δεν ήταν πλέον ένας υποψήφιος επενδυτής που εξέταζε εάν θα προχωρήσει στην εξαγορά. Είχε ήδη ολοκληρώσει το due diligence, είχε επιλεγεί ως προτιμητέος επενδυτής και είχε υπογράψει τη σύμβαση αγοραπωλησίας στις 10 Δεκεμβρίου 2021.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο εστιάζει η καταγγελία που βρίσκεται στον φάκελο της υπόθεσης. Κατά τους καταγγέλλοντες, η Italgas είχε ήδη ενημερωθεί για την τεχνική κατάσταση του δικτύου και τους κινδύνους που συνδέονταν με αυτό πριν από την υπογραφή της σύμβασης. Μετά την έκρηξη στη Συγγρού είχε πλέον προστεθεί ένα πραγματικό περιστατικό σε ένα δίκτυο του οποίου οι κίνδυνοι είχαν ήδη αποτελέσει αντικείμενο τεχνικής αξιολόγησης, και παρ’ όλα αυτά η διαδικασία της εξαγοράς συνεχίστηκε.
Η επόμενη κρίσιμη ημερομηνία είναι ο Ιούλιος του 2022. Η συναλλαγή είχε αρχικά συνδεθεί με την εκπλήρωση συγκεκριμένων αιρέσεων, μεταξύ των οποίων και η έγκριση από την ελληνική εποπτική αρχή ΡΑΕ, όπως αναφέρει η ίδια η Italgas στην καταγραφή της συμφωνίας του Δεκεμβρίου 2021. Στη συνέχεια ψηφίζεται ο ν. 4951/2022. Το άρθρο 139 του νόμου τροποποιεί το προηγούμενο θεσμικό πλαίσιο και καταργεί, μεταξύ άλλων, τις διατάξεις των άρθρων 80ΣΤ και 80Ζ του ν. 4001/2011 που αφορούσαν την πιστοποίηση των Διαχειριστών Δικτύων Διανομής Φυσικού Αερίου. Η χρονική ακολουθία είναι πλέον καταγεγραμμένη.
- Το due diligence είχε ολοκληρωθεί τον Ιούνιο του 2021.
- Η σύμβαση είχε υπογραφεί στις 10 Δεκεμβρίου 2021.
- Η έκρηξη στη Συγγρού σημειώθηκε στις 26 Ιανουαρίου 2022.
- Η Επιτροπή Ανταγωνισμού ενέκρινε τη συγκέντρωση τον Μάρτιο του 2022.
- Τον Ιούλιο ψηφίστηκε ο ν. 4951/2022.
- Και την 1η Σεπτεμβρίου 2022 ολοκληρώθηκε η εξαγορά.
- Η ίδια η Italgas ανακοίνωσε την ολοκλήρωση της απόκτησης του 100% της ΔΕΠΑ Υποδομών την 1η Σεπτεμβρίου 2022, παρουσία μεταξύ άλλων του τότε υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Κωνσταντίνου Σκρέκα.
Το ενημερωτικό δελτίο
Στις 16 Σεπτεμβρίου 2022, δηλαδή δεκαπέντε ημέρες μετά την ολοκλήρωση της εξαγοράς, δημοσιεύεται το ενημερωτικό δελτίο της Italgas.
Σύμφωνα με τα αποσπάσματα του εγγράφου που περιλαμβάνονται στον φάκελο, το Διοικητικό Συμβούλιο αναγνωρίζει κινδύνους που συνδέονται με τη λειτουργία του δικτύου στην Ελλάδα, μεταξύ άλλων από ατυχήματα, βλάβες, δυσλειτουργίες εξοπλισμού και συστημάτων ελέγχου, αλλά και έκτακτα γεγονότα όπως εκρήξεις και πυρκαγιές.
Στο ίδιο υλικό γίνεται αναφορά σε πιθανές σωματικές και υλικές ζημιές, σε υποχρεώσεις αποζημίωσης και στο ενδεχόμενο οι ασφαλιστικές καλύψεις να μην επαρκούν για το σύνολο των ζημιών. Οι καταγγέλλοντες υποστηρίζουν ότι το ενημερωτικό δελτίο δεν αποτύπωσε με την απαιτούμενη πληρότητα την έκρηξη της 26ης Ιανουαρίου 2022 και τους ειδικότερους τεχνικούς κινδύνους που, κατά τους ίδιους, είχαν γίνει γνωστοί πριν από την ολοκλήρωση της συναλλαγής.
Η Αθήνα ξαναζεί τον εφιάλτη
Και ενώ η έρευνα εξετάζει τα γεγονότα της Συγγρού, η Αθήνα βρέθηκε ξανά αντιμέτωπη με μια νέα, φονική αυτή τη φορά, έκρηξη. Στις 26 Σεπτεμβρίου 2026, ισχυρή έκρηξη στην οδό Λυσικράτους στην Πλάκα προκάλεσε την κατάρρευση τμήματος παλαιού κτιρίου. Ο απολογισμός ήταν επτά νεκροί, μεταξύ των οποίων μία γυναίκα που, σύμφωνα με συγγενικό της πρόσωπο, βρισκόταν στον τρίτο μήνα της εγκυμοσύνης της. Η τραγωδία έφερε ξανά στο προσκήνιο, με τον πιο δραματικό τρόπο, το ζήτημα της ασφάλειας των εγκαταστάσεων φυσικού αερίου μέσα στον πυκνό αστικό ιστό.
Οι πρώτες ενδείξεις των Αρχών στράφηκαν προς το ενδεχόμενο διαρροής φυσικού αερίου από την εγκατάσταση του δευτέρου ορόφου. Σύμφωνα με τα μέχρι τότε ευρήματα, το συγκεκριμένο διαμέρισμα ήταν το μόνο στο κτίριο που διέθετε ενεργή αυτόνομη παροχή φυσικού αερίου.
Οι εμπειρογνώμονες εξέτασαν την εγκατάσταση και τα υπολείμματα των σωληνώσεων, ενώ η έρευνα επικεντρώθηκε στο σημείο από το οποίο φέρεται να προήλθε η διαρροή. Παράλληλα εξετάστηκε το ενδεχόμενο η ανάφλεξη να προκλήθηκε από ηλεκτρικό σπινθήρα. Οι Αρχές διευκρίνισαν ότι πριν από την έκρηξη δεν είχε καταγραφεί στο Πυροσβεστικό Σώμα καταγγελία για οσμή αερίου στην περιοχή.
Υπάρχει, παράλληλα, ακόμη ένα στοιχείο που έχει ιδιαίτερη σημασία για την έρευνα. Για το διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου φέρεται να είχε εκδοθεί πιστοποιητικό στεγανότητας της εγκατάστασης τον Φεβρουάριο του 2026. vΤο πιστοποιητικό αυτό, σύμφωνα με τις σχετικές πληροφορίες, είχε υπογραφεί από μηχανικό και βεβαίωνε την ασφαλή λειτουργία της εσωτερικής εγκατάστασης. Η εξέταση του συγκεκριμένου πιστοποιητικού αποτελεί πλέον μέρος της έρευνας για το τι ακριβώς συνέβη πριν από την έκρηξη. Στη Συγγρού εξετάζεται ένα περιστατικό του 2022. Στην Πλάκα εξετάζεται ένα νέο περιστατικό του 2026. Το κοινό στοιχείο είναι ότι και τα δύο εκτυλίχθηκαν μέσα στον πυκνό αστικό ιστό της Αθήνας και συνδέθηκαν με ζητήματα ασφάλειας εγκαταστάσεων αερίου.
Υποδομές
Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα επειδή δεν αφορά μια εγκατάσταση έξω από τον αστικό ιστό. Αφορά την Αθήνα και ένα δίκτυο χιλιάδων χιλιομέτρων, μέσα σε μία από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές της χώρας. Αφορά μια τεχνική μελέτη του 2008 που είχε δημιουργήσει μοντέλο κινδύνου και είχε προτείνει ιεράρχηση αντικαταστάσεων. Αφορά την είσοδο ενός μεγάλου διεθνούς ενεργειακού ομίλου στην Ελλάδα και μια εξαγορά που συμφωνήθηκε πριν από την έκρηξη της Συγγρού και ολοκληρώθηκε αρκετούς μήνες έπειτα από αυτήν. Η ίδια η Italgas, μετά την ολοκλήρωση της εξαγοράς, αναγνώριζε δημοσίως ότι η επένδυση στην Ελλάδα συνεπαγόταν σειρά κινδύνων και ότι η ανάπτυξη και ο εκσυγχρονισμός των δικτύων αποτελούσαν βασικό μέρος του εγχειρήματος.
Η Italgas ανακοίνωσε τότε ότι στόχος της ήταν να αξιοποιήσει την τεχνογνωσία και την τεχνολογία της για την ανάπτυξη των ελληνικών υποδομών φυσικού αερίου.












































