Δύο μηνύσεις «φωτιά» Λαζαράτου για πιστοποιήσεις, επιτροπές και παραβάσεις καθήκοντος – Στο μικροσκόπιο της Εισαγγελίας οι διαδικασίες αξιολόγησης των μη κρατικών πανεπιστημίων, οι ευθύνες των αρμόδιων οργάνων και η στάση του υπουργείου Παιδείας μετά τις αποφάσεις του ΣτΕ
Τη διερεύνηση ενδεχόμενων ποινικών ευθυνών για παράβαση καθήκοντος, ηθική αυτουργία και συμμετοχή στις καταγγελλόμενες αξιόποινες πράξεις, καθώς και άλλων αδικημάτων, ζητεί με δύο μηνύσεις που κατέθεσε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Αθηνών ο καθηγητής Διοικητικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Πάνος Λαζαράτος, ανοίγοντας νέο δικαστικό μέτωπο γύρω από την αδειοδότηση και την πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών των μη κρατικών πανεπιστημίων.
Στο επίκεντρο των δύο μηνύσεων βρίσκονται ο πρόεδρος και τα αρμόδια όργανα της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ), καθώς και οι ενδεχόμενες ευθύνες της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Παιδείας. Οι καταγγελίες αφορούν τις διαδικασίες αξιολόγησης και πιστοποίησης προγραμμάτων σπουδών των παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα, με ιδιαίτερη έμφαση στις ενέργειες της διοίκησης μετά τις ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Η πρώτη μήνυση, με ημερομηνία 29 Σεπτεμβρίου 2026, στρέφεται κατά του προέδρου και των αρμόδιων οργάνων της ΕΘΑΑΕ, της υπουργού Σοφίας Ζαχαράκη και του υφυπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού Νίκου Παπαϊωάννου (αρμόδιος για την τριτοβάθμια εκπαίδευση), καθώς και άλλων εμπλεκόμενων προσώπων, και αφορά τον τρόπο συγκρότησης των επιτροπών αξιολόγησης, την τήρηση των προβλεπόμενων μητρώων εμπειρογνωμόνων και τα κριτήρια πιστοποίησης προγραμμάτων των Πανεπιστημίων Keele, York, Anatolia και University of Nicosia. Η δεύτερη μήνυση, που κατατέθηκε στις 8 Οκτωβρίου 2026, επικεντρώνεται στο UNIC Athens, το παράρτημα του Πανεπιστημίου Λευκωσίας στην Αθήνα, και στην πιστοποίηση εννέα προγραμμάτων σπουδών του στις 18 Σεπτεμβρίου 2026, παρά τις δικαστικές αποφάσεις που
είχαν προηγηθεί.
Οι έξι αποφάσεις του ΣτΕ
Αφετηρία των καταγγελιών αποτελούν οι αποφάσεις 1167 έως 1172/2026 του Γ΄ Τμήματος του Συμβουλίουτης Επικρατείας, οι οποίες δημοσιεύθηκαν στις 13 Αυγούστου 2026 και ανέδειξαν πλημμέλειες στις διαδικασίες αδειοδότησης και πιστοποίησης των Νομικών Προσώπων Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΝΠΠΕ). Μέσω των εν λόγω αποφάσεων ακυρώθηκαν άδειες εγκατάστασης και λειτουργίας λόγω πλημμελειών σχετικών με τον έλεγχο των κτιριολογικών προϋποθέσεων. Με την απόφαση 1171/2026 αναδείχθηκε ζήτημα αμεροληψίας στη σύνθεση
επιτροπής αξιολόγησης.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στις αποφάσεις 1168, 1170 και 1172/2026, οι οποίες αφορούσαν την πιστοποίηση προγραμμάτων σπουδών. Σύμφωνα με όσα επικαλείται ο Παναγιώτης Λαζαράτος, το ανώτατο δικαστήριο έκρινε ότι το κανονιστικό πλαίσιο της ΕΘΑΑΕ δεν περιελάμβανε την απαιτούμενη εξειδίκευση των ποσοτικών και ποιοτικών κριτηρίων αξιολόγησης. Στο επίκεντρο της δικαστικής κρίσης βρέθηκε η υπ’ αριθμόν 48136/17.12.2024 απόφαση της ΕΘΑΑΕ, η οποία περιείχε το πλαίσιο πιστοποίησης που εφαρμόστηκε κατά την αξιολόγηση των προγραμμάτων σπουδών. Κατά τον μηνυτή, οι αποφάσεις αυτές δημιουργούσαν συγκεκριμένες υποχρεώσεις συμμόρφωσης για τα αρμόδια όργανα, τα οποία όφειλαν να προσαρμόσουν τις διαδικασίες τους πριν προχωρήσουν σε νέες πιστοποιήσεις.
Η πρώτη μήνυση
Μέσα από το πρώτο χρονικά μέρος της ποινικής διάστασης της υπόθεσης επιχειρείται η ανάδειξη πλημμελειών που, σύμφωνα με τον καθηγητή Διοικητικού Δικαίου, διατρέχουν συνολικά τη διαδικασία αξιολόγησης και πιστοποίησης των προγραμμάτων σπουδών. Νευραλγικό σημείο των καταγγελιών αποτελεί η συγκρότηση και λειτουργία των αρμόδιων επιτροπών, με τον καθηγητή να επικαλείται το άρθρο 13 του νόμου 4653/2020, βάσει του οποίου προβλέπεται η κατάρτιση συγκεκριμένων μητρώων για την επιλογή των προσώπων που συμμετέχουν στις αξιολογήσεις. Πρόκειται για το Μητρώο Ανεξάρτητων Εμπειρογνωμόνων, το Μητρώο Φοιτητών και το Μητρώο Επαγγελματικών Ενώσεων και Επιμελητηρίων. Σύμφωνα με τον ίδιο, τα μητρώα αυτά δεν είχαν καταρτιστεί και δημοσιοποιηθεί σύμφωνα με τον προβλεπόμενο τρόπο, γεγονός που, κατά τον μηνυτή, δημιουργεί σοβαρό ζήτημα ως προς τη νομιμότητα της επιλογής των αξιολογητών.
Η καταγγελία επεκτείνεται στον Κανονισμό Συγκρότησης και Λειτουργίας των Επιτροπών, στον Κανονισμό Ενστάσεων και Παραπόνων, και στον Οδηγό Πιστοποίησης, για τους οποίους τίθενται ζητήματα νόμιμης έκδοσης, δημοσιοποίησης και εφαρμογής. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η ΕΘΑΑΕ δεν μπορούσε να συγκροτεί επιτροπές αξιολόγησης χωρίς να έχουν προηγουμένως τηρηθεί οι νόμιμες διαδικασίες επιλογής ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων, εκπροσώπων φοιτητών και επαγγελματικών φορέων.
Οι πιστοποιήσεις Keele, York και Anatolia Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στα προγράμματα σπουδών των ΝΠΠΕ Keele, York και Anatolia, για τα οποία είχαν εκδοθεί αποφάσεις πιστοποίησης από την ΕΘΑΑΕ. Ο κ. Λαζαράτος συνδέει τις αποφάσεις αυτές με τις ακυρωτικές κρίσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, υποστηρίζοντας ότι η νομιμότητά τους επηρεαζόταν τόσο από τις πλημμέλειες του κανονιστικού πλαισίου όσο και από τον τρόπο συγκρότησης των επιτροπών αξιολόγησης.
Στη μήνυση περιγράφονται προγράμματα των τριών ιδρυμάτων που αποτέλεσαν αντικείμενο των σχετικών διαδικασιών. Για το Keele γίνεται αναφορά, μεταξύ άλλων, σε προγράμματα Αγγλικής Φιλολογίας και Διδασκαλίας της Αγγλικής, Ψυχολογίας και Διοικητικών Σπουδών. Για το York μνημονεύονται προγράμματα όπως Σπουδές Επιχειρήσεων, Ψυχολογία, Αγγλική Γλώσσα, Γλωσσολογία και Λογοτεχνία, και Επικοινωνία και Ψηφιακά Μέσα. Για το Anatolia αναφέρονται προγράμματα Βιολογίας, Διοίκησης Επιχειρήσεων, Εφαρμοσμένης Πληροφορικής, Πληροφορικής, Αγγλικής Γλώσσας, Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, και Ψυχολογίας.
Η καταγγελία αφορά τις διαδικασίες μέσα από τις οποίες τα προγράμματα αυτά έλαβαν την απαιτούμενη πιστοποίηση και ειδικότερα την έλλειψη, κατά τον μηνυτή, ενός πλήρους και νόμιμου συστήματος κριτηρίων και επιλογής αξιολογητών.
Κριτήρια πιστοποίησης
Ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της πρώτης μήνυσης αφορά την υποχρέωση της ΕΘΑΑΕ να έχει εξειδικεύσει, πριν από την έναρξη των αξιολογήσεων, τα ουσιαστικά ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια βάσει των οποίων θα ελεγχόταν κάθε πρόγραμμα σπουδών. Η σημασία της συγκεκριμένης υποχρέωσης συνδέεται με τη δυνατότητα αντικειμενικής αξιολόγησης των πανεπιστημιακών προγραμμάτων και την ανάγκη οι διαδικασίες πιστοποίησης να διέπονται από σαφείς, εκ των προτέρων γνωστούς κανόνες.
Σύμφωνα με τη μήνυση, η απόφαση 48136/2024 της ΕΘΑΑΕ δεν ανταποκρινόταν σε αυτές τις απαιτήσεις, όπως αναδείχθηκε και από τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ο μηνυτής υποστηρίζει ότι οι επιτροπές κλήθηκαν να αξιολογήσουν πανεπιστημιακά προγράμματα χωρίς επαρκώς εξειδικευμένο κανονιστικό πλαίσιο, γεγονός που επηρέαζε τη νομιμότητα των σχετικών πιστοποιήσεων.
Το UNIC
Η πρώτη μήνυση επεκτείνεται και στο University of Nicosia, υποστηρίζοντας ότι οι καταγγελλόμενες διαδικαστικές πλημμέλειες εξακολουθούσαν να υφίστανται όταν η ΕΘΑΑΕ προχώρησε, στις 18 Σεπτεμβρίου 2026, στην πιστοποίηση εννέα προγραμμάτων του UNIC Athens. Πρόκειται για τα προγράμματα Ιατρικής, Φαρμακευτικής, Πληροφορικής, Επιστήμης Δεδομένων, Ψυχολογίας, Διοίκησης Επιχειρήσεων, Λογιστικής, Διοίκησης Μάρκετινγκ και Νομικής.
Κατά τον κ. Λαζαράτο, οι σχετικές αποφάσεις ελήφθησαν χωρίς να έχουν θεραπευθεί οι ελλείψεις που είχαν αναδειχθεί από τις αποφάσεις του ΣτΕ. Το συγκεκριμένο σκέλος της πρώτης μήνυσης αποτελεί και τη σύνδεση με το δεύτερο δικόγραφο, στο οποίο η υπόθεση των πιστοποιήσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας εξετάζεται αναλυτικότερα. Στη δεύτερη μήνυση, που κατατέθηκε στις 8 Οκτωβρίου 2026 και αναδεικνύει η «Μ», ο Πάνος Λαζαράτος επικεντρώνεται στη συνέχιση των διαδικασιών πιστοποίησης μετά τη δημοσίευση των ακυρωτικών αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Σύμφωνα με τον μηνυτή, η ΕΘΑΑΕ προχώρησε στις 18 Σεπτεμβρίου 2026 στην πιστοποίηση των εννέα προγραμμάτων του UNIC Athens, παρά τις προηγούμενες δικαστικές κρίσεις σχετικά με την ανεπάρκεια των κριτηρίων αξιολόγησης. Ο καθηγητής υποστηρίζει ότι η διοίκηση όφειλε προηγουμένως να διαμορφώσει νέο κανονιστικό πλαίσιο, το οποίο να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της νομοθεσίας και στις επισημάνσεις του ΣτΕ.
Επίσης, η καταγγελία επικεντρώνεται στην εφαρμογή της απόφασης 48136/2024, αλλά και στη μεταγενέστερη υπ’ αριθμόν 57305/2026 απόφαση της ΕΘΑΑΕ, την οποία ο κ. Λαζαράτος συνδέει με την προσπάθεια αναμόρφωσης των διαδικασιών πιστοποίησης. Κατά τον καθηγητή, η τελευταία απόφαση δεν μπορούσε να θεραπεύσει τις διαπιστωμένες πλημμέλειες χωρίς την ουσιαστική εξειδίκευση των απαιτούμενων κριτηρίων.
Οι αιτήσεις ανάκλησης
Ιδιαίτερη θέση στη δεύτερη μήνυση καταλαμβάνουν οι αιτήσεις ανάκλησης που υποβλήθηκαν προς την ΕΘΑΑΕ και τις οποίες επικαλείται ο μηνυτής αναφορικά με τη γνώση των αρμόδιων οργάνων για τις καταγγελλόμενες πλημμέλειες. Στο έγγραφο μνημονεύεται αίτηση ανάκλησης της 10ης Σεπτεμβρίου 2026, καθώς και αίτηση του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς στις 11 Σεπτεμβρίου 2026. Αναφορά γίνεται επίσης σε αίτηση ανάκλησης του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών με ημερομηνία 30 Σεπτεμβρίου 2026, η οποία ακολούθησε τις πιστοποιήσεις των εννέα προγραμμάτων του UNIC Athens. Σύμφωνα με τη μήνυση, οι ενέργειες αυτές είχαν θέσει ενώπιον της ΕΘΑΑΕ συγκεκριμένα νομικά ζητήματα σχετικά με τη νομιμότητα των διαδικασιών πιστοποίησης. Ο κ. Λαζαράτος υποστηρίζει ότι οι αρμόδιοι όφειλαν να εξετάσουν τις επισημάνσεις και να προχωρήσουν στις αναγκαίες διοικητικές ενέργειες, αντί να διατηρήσουν σε ισχύ τις αμφισβητούμενες πιστοποιήσεις.
Στον «αέρα» το μέλλον των φοιτητών
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη δεύτερη μήνυση και στις συνέπειες που μπορεί να έχουν οι καταγγελλόμενες
παρατυπίες για τους ίδιους τους φοιτητές. Ο κ. Λαζαράτος επισημαίνει ότι όσοι επιλέγουν να σπουδάσουν σε ένα μη κρατικό πανεπιστήμιο πρέπει να έχουν τη διασφάλιση ότι το πρόγραμμα στο οποίο εγγράφονται έχει ελεγχθεί και πιστοποιηθεί με όλες τις νόμιμες διαδικασίες. Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για φοιτητές σχολών όπως η Ιατρική, η Φαρμακευτική και η Νομική, οι οποίοι επενδύουν σημαντικά χρηματικά ποσά και χρόνια σπουδών, προσδοκώντας να αποκτήσουν ένα πτυχίο που θα τους επιτρέψει να ασκήσουν το επάγγελμα που επέλεξαν. Κατά τον καθηγητή, οι πλημμέλειες στις διαδικασίες πιστοποίησης δημιουργούν αβεβαιότητα ως προς τη νομική κατοχύρωση των σπουδών τους και, κατ’ επέκτασιν, την επαγγελματική προοπτική τους.














































